Ennio Morricone βιογραφία
Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα όνομα θρύλος στην ιστορία της κινηματογραφικής μουσικής. Ένα όνομα Ρωμαίου που έρχεται δεύτερο σε φήμη μετά από αυτό του Ιούλιου Καίσαρα. Ένα όνομα άρρηκτα συνδεδεμένο με τις μουσικές που μας ταξιδεύουν τόσα χρόνια παρέα με το σελιλόιντ αλλά και απαράμιλλα αδικημένο από τους Χολυγουντιανούς αρμόδιους. Κυρίες και κύριες, ένα virtual χειροκρότημα για τον Άρχοντα των soundtracks! Τον Ένιο Μορικόνε!
Είναι κάποιοι άνθρωποι που σε προδιαθέτουν πάντα όσον αφορά το αποτέλεσμα της δουλειάς τους. Πόσο μάλλον όταν οι προηγούμενες δουλειές τους σε έχουν αφήσει άγαλμα μπροστά στο μεγαλείο τους. Τότε είσαι σίγουρος ότι αυτοί οι άνθρωποι δε πρόκειται να σε απογοητεύσουν ποτέ. Ένα από αυτούς είναι και ο, ούτε λίγο ούτε πολύ, Ένιο Μορικόνε. Γέννημα θρέμμα της Ρώμης (10/11/1928) αλλά και γέννημα θρέμμα μουσικού.
Ο πατέρας του ήταν τρομπετίστας σε μια συνοικιακή ορχήστρα σε κλαμπ και μοιραία ο γιος Ένιο έμαθε το ίδιο όργανο. Το 1945 πήρε τα σκήπτρα του από το πατέρα του σα τρομπετίστας στην ορχήστρα του Κονσταντίνο Φέρι. Όμως ταυτόχρονα σπούδαζε σύνθεση ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας στο Conservatorio (Ωδείο) di Santa Cecilia, από το οποίο αποφοίτησε το 1956.
Τα πρώτα βήματα στο χώρο, αλλά και τις πρώτες του απολαβές, ο Μορικόνε τις απέκτησε με μικρές χαρακτηριστικές συνθέσεις για ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές του δικτύου RAI. Αυτό ήταν και το έναυσμα για τη συνεργασία του με την δισκογραφική ετιαρία RCA, για λογαριασμό της οποίας κατάφερε μέσα σε 8 χρόνια (1956-1967) να διασκευάσει 500 (!!!) τραγούδια. Συνεργάτες του εκείνη την εποχή έτυχε να είναι και οι Mario Lanza, Paul Anka, Peggy March και Gianni Morandi.
Φυσικό επακόλουθο αυτής της πορείας η πλήρης πλέον αναμειξή του στο χώρο της κινηματογραφικής μουσικής, που έμελλε και να τον καθιερώσει. Έκτοτε όλοι μας, σινεφίλ και μη, βρεθήκαμε απέναντι στην μουσική ιδιοφυΐα του Μορικόνε και τη θαυμάσαμε. Οι συνεργασίες του με τον Σέρτζιο Λεόνε ήταν αυτές που του απέφεραν την παγκόσμια αναγνώριση και που οδήγησαν σκηνοθέτες όπως οι Pasolini, Bertolucci, Oliver Stone, Brian De Palma και Giussepe Tornatore, στο να τον εμπιστευθούν στη μουσική επένδυση των έργων τους.
Ποιος δεν θυμάται την εκπληκτική μουσική στην εισαγωγή του “A fistful of Dollars” (1964); Γενικότερα τα score που έγραψε για γουέστερν ήταν αυτά που τον καταξίωσαν. Άκρως αξιομνημόνευτες αν μη τι άλλο είναι οι μελωδίες που όλοι έχουμε ακούσει κάποια στιγμή από τα έργα “The Good, the Bad & the Ugly”, “Two Mules for Sister Sarah”, “For A Few Dollars More”, “Once Upon A Time in the West” και από άλλα πολλά που είναι αδύνατον να καταγράψουμε.
Ο λόγος; Ο Ένιο Μορικόνε έχει συνθέσει μέχρι σήμερα τη μουσική για κάτι παραπάνω από 400 κινηματογραφικά έργα. Σήμα κατατεθέν του η απλότητα της μουσικής του που είχε σαν αποτέλεσμα τη σύνθεση μοναδικών, με όλη τη σημασία της λέξεως, main themes, εκ των οποίων ποτέ κανένα δεν έμοιαζε με κάποιο άλλο. Μουσικά θέματα που ανέδειξαν μάλιστα κάποιες ταινίες και που πολλοί από εμάς πρέπει να θυμόμαστε ήταν για τα φιλμ “The Untouchables”, “The Mission”, “Cinema Paradiso”, “Once Upon A Time In America”, “The Legend of 1900” κ.α.
Πιο είναι όμως το πλέον αξιοπερίεργο στην καριέρα του 74χρονου μουσικού; Μα φυσικά οι μόλις 5 υποψηφιότητες για Όσκαρ -εν αντιθέση με τον John Williams που σχεδόν κάθε χρόνο την τελευταία 20ετία είναι υποψήφιος- και η μη απονομή ούτε μία φορά του βαρύτιμου (;) αγαλματιδίου. Τις πταίει; Ας ελπίζουμε τουλάχιστον να μην τον βραβεύσουν “μετά θάνατον” όπως τους ζωγράφους του προηγούμενου αιώνα.
Βέβαια μπορεί η στάση του να μη διαφέρει και πολύ από αυτή του Ρόμπερτ Όλτμαν, ο οποίος όταν τον ρώτησαν φέτος αν τον άλλαξε η υποψηφιότητά του για το Gosford Park απέναντι στην Ακαδημία απάντησε: “Μα τι λέτε; Εδώ ακόμα και ο Τιτανικός πήρε Όσκαρ!” Όπως και να ‘χει ο Ένιο Μορικόνε άλλαξε το μουσικό-κινηματογραφικό στερέωμα με την παρουσία του και τη μουσική του ιδιοφυΐα.
Σήμερα ο Ένιο Μορικόνε ζει ακόμα στη Ρώμη με την γυναίκα του Μαρία, την οποία παντρεύτηκε το 1956, και τα 4 παιδιά του. Από ότι φαίνεται μάλιστα η παράδοση, της αθάνατης όπως αποδεικνύεται φατρίας των Μορικόνε, θα συνεχιστεί αφού ο γιος του, Αντρέα Μορικόνε, βαδίζει στα δικά του βήματα ως συνθέτης. Μακάρι και τα δικά του αποτελέσματα να είναι του ίδιου διαμετρήματος!
Τέλος λόγω του εκπληκτικού μεγέθους της δουλειάς του, όπως προαναφέραμε συνέθεσε μουσική για πάνω από 400 έργα, και τα οποία εύλογα δε μπορούμε να αναφέρουμε, το Texnologia Team θεωρεί σκόπιμο να σας προτείνει τα καλύτερα soundtrack που φέρουν το όνομά του και είναι πιστεύουμε οι άνευ δεύτερης σκέψης καλύτερες αγορές που μπορείτε να κάνετε. Καλή ακρόαση…
Μερικά εκπληκτικά soundtrack του Ennio Morricone
- Mission to Mars (2000)
- Legend of 1900 (1998)
- Bullworth (1998)
- Phantom of the Opera (1998)
- Bugsy (1991)
- Hamlet (1990)
- Cinema Paradiso (1989)
- Casualties of War (1989)
- Frantic (1988)
- The Untouchables (1987)
- The Mission (1986)
- Once Upon A Time In America (1984)
- Days of Heaven (1978)
- Sacco & Vanzetti (1971)
- The Battle of Algiers (1965)
- … και φυσικά όποια από τα soundtrack από spaghetti western βρείτε ακόμα στην αγορά!
Όταν ήρθε στην Ελλάδα
Η είδηση ότι σύγχρονος Ιταλός θρύλος του μουσικού στερεώματος Ennio Morricone θα εμφανιστεί το 2007 ζωντανά στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού έσκασε σα βόμβα ως πολιτιστικό – καλλιτεχνικό δρώμενο, στα πλαίσια ενός Φεστιβάλ Αθηνών που δεν μας έχει συνηθίσει σε τόσο σημαντικές παρουσίες – φυσιογνωμίες του εξωτερικού, ειδικά από το χώρο της κινηματογραφικής μουσικής. Στα 77 χρόνια του βετεράνου συνθέτη, θα ήταν η πρώτη φορά που θα εμφανιζόταν ζωντανά στη χώρα μας και προφανώς η τελευταία. Η Ελλάδα ήταν ο τρίτος σταθμός μιας διεθνούς περιοδείας, με συναυλίες σε όλο τον κόσμο. Προηγήθηκαν η Ισπανία (στις 30-31 Μαΐου) και η Ρωσία (στις 23 Ιουνίου), ενώ έπονται η Κορέα (στις 24 Σεπτεμβρίου) και η Ιαπωνία (στις 6 και 8-9 Οκτωβρίου).
Καθώς περνούσαν οι μέρες και οι εικασίες σχετικά με το ποιες μουσικές του συνθέτη θα ήθελε να ακούσει κανείς στη συναυλία εντείνονταν, έγινε γνωστή η μαγική ημερομηνία. Για την ακρίβεια, οι μαγικές ημερομηνίες, καθώς ο συνθέτης θα μας τιμούσε με την παρουσία του σε δύο συναυλίες, στις 4 και 5 Ιουλίου. Πρώτη άμεση αντίδραση ήταν να μάθουμε την ακριβή ημερομηνία προπώλησης των πολύτιμων εισιτηρίων, ώστε να τα εξασφαλίσουμε εγκαίρως. Η προσέλευση του αθηναϊκού κοινού αναμενόταν μεγάλη. Και έτσι η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε…
Ο Ennio Morricone είναι ένας από τους λίγους εν ζωή κορυφαίους συνθέτες της εποχής μας και μάλιστα παρά τα 77 του χρόνια παραμένει πάντοτε ενεργός, γράφοντας μουσική κυρίως για κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές της πατρίδας του τώρα πια. Μετά από σαράντα χρόνια εύφορης μουσικής παρουσίας και προσφοράς στο κινηματογραφικό γίγνεσθαι, δίκαια έχει κερδίσει τον απεριόριστο σεβασμό και θαυμασμό από συναδέλφους, κριτικούς και το μέγα κοινό σε όλο τον κόσμο (άτομα όλων των ηλικιών) που τον τιμά ποικιλοτρόπως.
Ο χαρακτηρισμός “θρύλος” μπορεί να χρησιμοποιηθεί για λίγους συνθέτες μόνο. Και ένας από αυτούς είναι αναμφισβήτητα ο Ennio Morricone! Η εφημερίδα Guardian τον έχει αποκαλέσει Mozart της κινηματογραφικής μουσικής. Η μουσική του έχει μια μοναδική, απόλυτα χαρακτηριστική ευαισθησία που δεν την ακούς σε κανένα άλλο συνθέτη. Μια ευαισθησία μαγική που σε γεμίζει συναισθήματα. Αυτή είναι η μουσική παλέτα με την οποία επί σαράντα χρόνια ζωγραφίζει ο Ennio Morricone τις μουσικές του, δημιουργώντας έργα αναλλοίωτου μουσικού κάλλους με διαχρονικές μελωδίες.
Η μακρά καλλιτεχνική πορεία του Ennio Morricone περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ειδών μουσικής σύνθεσης. Σε όλη του τη ζωή σχεδόν παρήγαγε μουσική είτε ως ενορχηστρωτής, είτε ως μαέστρος αλλά κυρίως ως συνθέτης για το θέατρο, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τον κινηματογράφο, αλλά και αυτόνομη μουσική. Μέσα σε μια καριέρα από αξιομνημόνευτες μουσικές, ο συνθέτης έχει να επιδείξει δύο μεγάλα παράδοξα. Πρόκειται για τον πλέον παραγωγικό εν ζωή συνθέτη του παγκόσμιου κινηματογράφου!
Η ταινία Vatel (2000) είναι το νούμερο 400 στη φιλμογραφία του. Από την άλλη, δεν έχει κερδίσει ούτε ένα όσκαρ! Φαίνεται πως η Ακαδημία του Κινηματογράφου αγνόησε πολλές σημαντικές δουλειές του και στις λιγοστές υποψηφιότητές του απλώς τον προσπέρασε. Συνολικά, έχει 5 υποψηφιότητες για όσκαρ μουσικής, για τις ταινίες “Days of Heaven” (1978), “The Mission” (1986), “The Untouchables” (1987), “Bugsy” (1991) και “Malena” (2001). Έχει λεχθεί ότι θα κέρδιζε το όσκαρ για τη μουσική της ταινίας “Once Upon A Time in America” (1984) αν η εταιρεία παραγωγής είχε καταθέσει την υποψηφιότητα της ταινίας για την αντίστοιχη κατηγορία των όσκαρ.
Ο Ennio Morricone γίνεται γνωστός διεθνώς το 1964 με τη συνεργασία που ξεκίνησε με το σκηνοθέτη Sergio Leone στην ταινία A Fistful of Dollars και την ασυνήθιστη προσέγγιση στη μουσική μιας ταινίας γουέστερν. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του συνεργάζεται με κορυφαίους σκηνοθέτες όπως οι Pier Paolo Pasolini, Bernardo Bertolucci, Brian De Palma, Roman Polanski, Giuseppe Tornatore, Ronald Joffe, τους αδερφούς Taviani κ.α.
Μερικά από τα πιο σημαντικά μουσικά έργα του γράφτηκαν για τις ταινίες Cinema Paradiso (1989), The Mission (1986), The Good, the Bad and the Ugly (1966), Nostromo (1996), The Battle of Algiers (1965), Queimada (1969), A Fistful of Dynamite (1971), Maddalena (1971), Moses (1975), Once Upon A Time In America (1984), The Sicilian Clan (1969), The Untouchables (1987), The Legend of 1900 (1998) κ.α.
H επιλογή των θεμάτων για μια συναυλία δεν είναι ποτέ μια εύκολη υπόθεση. Για κάθε συνθέτη. Ειδικά, όμως, για κάποιον όπως ο Ennio Morricone που έχει γράψει τόση πολλή μουσική! Με ποιά κριτήρια επιλέγει ένας συνθέτης – μαέστρος τη μουσική που θα καλύψει μια συναυλία του; Υπάρχουν διάφορα (όπως π.χ. κομμάτια που είναι τα αγαπημένα του), όμως, το ένα και μοναδικό κριτήριο πρέπει να είναι η ανταπόκριση του κοινού, δηλαδή το πώς το κοινό θα αντιδράσει όταν θα ακούσει αυτά τα κομμάτια.
Υπάρχουν κομμάτια μουσικής που κρατούν τον παλμό μιας συναυλίας σταθερά ανεβασμένο (στην αγγλική μνημονεύονται ως “crowd pleasers”) και υπάρχουν κομμάτια που τον ρίχνουν και χαλάνε, μειώνουν το συνολικό αποτέλεσμα, αλλοιώνοντας τις εντυπώσεις. Σε αυτή, την τελευταία περίπτωση, συγκαταλέγεται και η συναυλία του Ennio Morricone. Η μουσική επιλογή που έγινε (προφανώς από τον ίδιο το συνθέτη) ήταν αρκετά ικανοποιητική αλλά άνιση.
Οι τρεις από τις τέσσερις μουσικές ενότητες (εξαιρείται αυτή του Sergio Leone που ήταν άψoγη) είχαν τουλάχιστον ένα μέρος που ήταν αδιάφορο από θεματικής άποψης και επιπλέον, μπορούσε κανείς να παρατηρήσει μια ανομοιογένεια στα διαφορετικα μέρη που είχε η μουσική της ίδιας ενότητας. Υπήρχαν στιγμές σχετικά βαρετές που νόμιζε κανείς ότι βρίσκεται σε πιάνο μπαρ εστιατόριο και ακούει μουσική ενώ απολαμβάνει το φαγητό του (μόνο που εδώ έλειπε αυτή η παράμετρος). Ωστόσο, βρισκόταν στο Ηρώδειο, όπου υποτίθεται ότι πήγε για να απολαύσει μερικές από τις ωραιότερες μουσικές ενός μεγάλου συνθέτη.
Με αυτό το τρόπο, έμειναν εκτός συναυλιακού χρόνου ιδανικά για συναυλία κομμάτια μουσικής από την τεράστια φιλμογραφία του συνθέτη, που αν υπήρχαν θα την έκαναν με μια λέξη… συναρπαστική! Ενδεικτικά αναφέρουμε τη μουσική της τηλεοπτικής ταινίας Nostromo (1996) που είναι ένα από τα ομορφότερα soundtracks που έχει γράψει ο συνθέτης και λυπηθήκαμε πολύ που δεν ακούσαμε, μιας και υπήρχε σοπράνο που θα μπορούσε άριστα να ερμηνεύσει το κεντρικό θέμα της ταινίας.
Εκτός λοιπόν από μερικά μέτρια σημεία της συναυλίας λόγω όχι τόσο καλών επιλογών στο πρόγραμμα, αυτό που παρατηρήσαμε ήταν μερικές αδικίες ως προς τη μουσική που επιλέχθηκε από μεμονωμένες ταινίες. Για παράδειγμα, η συναυλία ξεκίνησε με τη μουσική από την ταινία “The Untouchables” (1987) αλλά αντί να ακούσουμε το εξαιρετικό θέμα της ταινίας (ή έστω και αυτό), ακούσαμε μόνο την ημι-αδιάφορη εισαγωγή της.
Για όσους τη θυμούνται, πρόκειται για το ημι-στρατιωτικό σε ατμόσφαιρα μοτίβο. Άλλο παράδειγμα ήταν η μουσική από την ταινία “Once Upon A Time In America” (1984), από όπου δεν επιλέχθηκε το πιο σημαντικό μουσικό κομμάτι, το υπέροχο θέμα με τη φλογέρα (Cockeye’s Song).
Ας περάσουμε, όμως, στις πραγματικά υπέροχες και ξεχωριστές στιγμές των συναυλιών της 4ης και 5ης Ιουλιού 2005. H πρώτη από αυτές ήρθε στο κλείσιμο της δεύτερης ενότητας (στρατευμένος κινηματογράφος) και ήταν το κεντρικό θέμα (Abolicao) από την ταινία Queimada (1969). Η προηγουμένως αδρανής χορωδία αναλαμβάνει δράση και το αποτέλεσμα είναι απογειωτικό! Ήταν μια έκπληξη, καθώς δεν περιμέναμε να ενθουσιαστούμε από τη μουσική μιας ταινίας σχεδόν άγνωστης στους περισσότερους.
Το ενεργητικότατο κλείσιμο του κομματιού συνέβαλε καταλυτικά στο δυνατό και αυθόρμητο χειροκρότημα που ακολούθησε. Μετά το απαραίτητο διάλειμμα, μαέστρος, ορχήστρα και χορωδία επανέκαμψαν δριμύτεροι στη σκηνή του Ηρωδείου για το Β’ μέρος. Αυτή τη φορά, όμως, δεν ήταν μόνοι τους, είχαν και τη συντροφιά της σοπράνο Susanna Rigacci.
Ήταν η ώρα του Spaghetti Western, της πιο επιτυχημένης ενότητας από όλη τη συναυλία και ο κυριότερος λόγος για την παρουσία του κοινού που γέμισε το Ηρώδειο. Μουσική απόλυτα στο στυλ και το πνεύμα του Ennio Morricone, μουσική που έχει αγαπηθεί από άτομα όλων των ηλικιών. Η φωνητική συνεισφορά της σοπράνο Susanna Rigacci στη μουσική των ταινιών “Once Upon a Time In the West” (1968) και “The Good, the Bad and the Ugly” (1966) (The Ecstasy of Gold) ήταν καλύτερη ακόμη κι από την πολύ καλή ερμηνεία που μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα ακούσουμε.
Το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία! Η φωνή της ήταν σε πλήρη, σε άψογη αρμονία με τις φωνητικές ανάγκες των κομματιών που ερμήνευσε. Το παριστάμενο κοινό παρακολουθούσε εκστασιασμένο την ενότητα και μετά το τέλος της ξέσπασε σε έναν χείμμαρο χειροκροτημάτων αναγκάζοντας τους πρωταγωνιστές της σκηνής (Ennio Morricone & Susanna Rigacci) να υποκλυθούν μπροστά στο κοινό ξανά και ξανά
Η συνέχεια στην τέταρτη και τελευταία ενότητα μας επιφύλαξε ένα τέλος κυριολεκτικά αξέχαστο. Ο λόγος για την υποψήφια για όσκαρ μουσική από την ταινία “The Mission” (1986). Με τον αέρα της ίσως πιο γνωστής μουσικής που έγραψε ποτέ ο Ennio Morricone, δε βρέθηκε τυχαία στο κλείσιμο του προγράμματος. Ο σκοπός ήταν να δώσει ένα μοναδικό και αξέχαστο φινάλε στη συναυλία.
Αν τα κατάφερε; Η απάντηση είναι αυτονόητη. Όχι μόνο τα κατάφερε, αλλά έσβησε από τη μνήμη μας – παροδικά τουλάχιστον – οτιδήποτε μέτριο ακούστηκε πρωτύτερα. Η κλασική Μελωδία του Όμποε (Gabriel’s Oboe) έδωσε τη θέση της σε ένα από τα πιο αριστουργηματικά θέματα που γράφτηκαν ποτέ στην ιστορία του κινηματογράφου, το “On Earth As It Is In Heaven”. Εδώ, η έμπνευση του Ennio Morricone ξεπερνά τα όρια του πρωτότυπου.
Ο μαέστρος κάνει στην ουσία ένα περίτεχνο διεθνές πάντρεμα μεταξύ της καθολικής εκκλησιαστικής χορωδίας και των έθνικ μοτίβων της ευρύτερης περιοχής του Αμαζονίου. Η εκτέλεση του θέματος στη συναυλιακή της μορφή είναι ακόμη καλύτερη από την πρωτότυπη που ακούγεται στην ταινία και προκάλεσε ρίγη δέους και μεγαλείου σε όσους είχαν το προνόμιο να την ακούσουν ζωντανά στο Ηρώδειο!
Άλλο ένα επικό κλείσιμο από την ορχήστρα ηχεί στα διαζώματα του Ηρωδείου και αμέσως το πλήθος που παρευρίσκεται αρχίζει να χειροκροτεί ασταμάτητα, με σφυρίγματα επιδοκιμασίας, ενώ οι περισσότεροι έχουν σηκωθεί όρθιοι μέσα σε ένα ντελίριο ενθουσιασμού! Το εντονότατο χειροκρότημα του κοινού είναι τόσο παρατεταμένο που αναγκάζει το συνθέτη να βγει στη σκηνή πολλές φορές.
Πρόκειται για το πιο ένθερμο και ενθουσιώδες χειροκρότημα που έχουμε ακούσει σε συναυλία αυτού του είδους και όπως είναι φυσικό δεν είναι κάτι που μας εξέπληξε, το ελληνικό κοινό αγαπάει πολύ τον Ennio Morricone και αυτή ήταν η μόνη στιγμή που είχε στη διάθεσή του για να το δείξει. Η συναυλία έφτασε στο τέλος της (σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα) και η μουσική γεύση που άφησε ήταν ιδιαίτερα θετική. Σαν εμπειρία ήταν ασυναγώνιστη!
Το να βλέπεις έναν από τους πλέον κορυφαίους συνθέτες της εποχής μας να βρίσκεται λίγα μέτρα μακριά και να διευθύνει αγαπημένες μελωδίες είναι μια πολυτέλεια από τις λίγες, είναι κάτι το αξεπέραστο σαν εμπειρία για τα δεδομένα της χώρας μας που δε φιλοξενεί καλλιτέχνες τέτοιου βεληνεκούς. Μπορεί να ακούστηκαν μερικά κομμάτια που δεν προορίζονταν για συναυλιακή χρήση (λόγω μη καταλληλότητας) αλλά μόνο και μόνο για την ενότητα του Sergio Leone και τη μουσική από το “The Mission”, η παρουσία όσων αγαπούν την κινηματογραφική και όχι μόνο μουσική ήταν επιβεβελημένη. Τελικά, ο μέσος θεατής της συναυλίας έφυγε από το Ηρώδειο ως επί το πλείστον αποζημειωμένος. Είχε μία από τις πιο σημαντικές μουσικές εμπειρίες της ζωής του. Δυστυχώς, δε θα την ξαναέχει…
Παραλειπόμενα της συναυλίας του Ennio Morricone στην Αθήνα
- Κάποιοι άρχισαν να φεύγουν από τα διαζώματα κατά τη διάρκεια των χειροκροτημάτων μετά το τέλος του επίσημου προγράμματος της συναυλίας. Προφανώς δεν είχαν ιδέα από τέτοιου είδους συναυλίες καθώς δεν υπήρχε περίπτωση να μην ακουστούν επιπλέον κομμάτια, εκτός του κανονικού προγράμματος. Αλλά φαίνεται πως ούτε παρατηρητικοί ήταν, αφού δεν πρόσεξαν ότι όσες φορές κι αν έφευγε ο μαέστρος από τη σκηνή, καμία από αυτές δεν πήρε μαζί του τις παρτιτούρες. Για να ανταμείψει το θερμό χειροκρότημα του κοινού, ο Ennio Morricone μετά τα πολλά μπες-βγες στη σκηνή, ανέβηκε ξανά στο πόντιουμ, ύψωσε τα χέρια του μπροστά στην ορχήστρα και τότε άρχισε ένα από τα πιο συγκινητικά θέματα που έγραψε, το αξέχαστο θέμα της ταινίας “Cinema Paradiso” (1989). Και τις δύο βραδιές, αυτό ήταν το μόνο καινούριο θέμα από τα έξτρα που ακούστηκαν εκτός προγράμματος. Τα υπόλοιπα ήταν το κομμάτι “The Ecstasy of Gold” από την ταινία “The Good, the Bad and the Ugly” (1966) και το κεντρικό θέμα από την ταινία “The Mission” (1986). Ειδικά τη δεύτερη βραδιά, υπήρξε και ένα επιπλέον κομμάτι, το τέταρτο, που ήταν το “Abolicao” από την ταινία “Queimada” (1969). Όταν πια ο μαέστρος πήρε μαζί του τις παρτιτούρες, καταλάβαμε πως δε θα υπήρχε συνέχεια. Η αυλαία έπεσε.
- Την πρώτη βραδιά κι ενώ ο μαέστρος διηύθυνε την ορχήστρα σε κάποιο από τα ανάλαφρα ρυθμικά κομμάτια της τέταρτης μουσικής ενότητας, το κοινό συγχρονίστηκε με την ορχήστρα και χειροκρόταγε ρυθμικά. Ο συνθέτης ενοχλήθηκε και έκανε νόημα με το χέρι του σε κάποιον υπεύθυνο του Φεστιβάλ. Εκείνος με τη σειρά του προχώρησε σε εμφανές σημείο στο μπροστινό μέρος κάτω από τη σκηνή και σηκώνοντας ψηλά τα χέρια του έστειλε στους θεατές το σύνθημα να σταματήσουν να χειροκροτούν… σα να βρίσκονται σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης. Το κοινό έπιασε γρήγορα το νόημα.
- Η σοπράνο Susanna Rigacci την πρώτη βραδιά φόραγε ένα μπλε φόρεμα, ενώ τη δεύτερη ένα πολύ ωραιότερο κόκκινο που την κολάκευε πολύ περισσότερο.
- Πολλοί οι τουρίστες που παρευρέθηκαν στη συναυλία και τις δύο μέρες. Ανάμεσα σε αυτούς αρκετοί ήταν οι Ιταλοί που ήρθαν να τιμήσουν το μέγα συνθέτη της πατρίδας τους. Από Έλληνες πολιτικούς, εντοπίσαμε τον υφυπουργό Τύπου Κο Αντώναρο.
- Το Ηρώδειο γέμισε ασφυκτικά και τα δύο βράδια. Ποτέ δεν το είχαμε δει τόσο πλήρες στο παρελθόν, ούτε θα το βλέπαμε, ακόμη και στη συναυλία της Συμφωνίας του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, ένα μήνα μετά περίπου.
- Τη δεύτερη βραδιά κι ενώ η σοπράνο Susanna Rigacci ερμήνευε εξαιρετικά τα φωνητικά του κομματιού “The Ecstasy of Gold” ακούστηκε μια περιέργη φωνή να τη συνοδεύει… το γάβγισμα ενός σκύλου που ακουγόταν από την Ακρόπολη. Το σκηνικό ήταν εκνευριστικό γιατί το γάβγισμα ήταν συνεχές και τόσο έντονο που θα το χαρακτήριζες δεύτερη φωνή στο κομμάτι (η σοπράνο θα εκνευρίστηκε πολύ αν το άκουσε) αλλά συνάμα ήταν και αστείος ο συγχρονισμός, που ακούστηκε το γαβγισμα του σκύλου στην ενότητα της μουσικής από ταινίες γουέστερν!
- Αυτό που έκανε άσχημη εντύπωση ήταν το γεγονός ότι και τις δύο βραδιές δεν είπε το παραμικρό ο συνθέτης όσο ήταν πάνω στη σκηνή. Δεν είναι δυνατόν να έρχεσαι σε ένα χώρο τόσο σημαντικό, για πρώτη φορά μάλιστα, να εισαι στο πόντιουμ πάνω απο δύο ώρες και να μην πεις ούτε μια κουβέντα απευθυνόμενος στο πλήθος που ήρθε να σε τιμήσει με την παρουσία του! Ειδικά όταν πρόκειται για ένα συνθέτη διαμετρήματος Morricone. Ας έλεγε κάτι, έστω και στη μητρική του γλώσσα. Αυτό ήταν αγένεια και το βρήκαμε απαράδεκτο!
- Μετά το τέλος της συναυλίας, ο μαέστρος υπέγραφε CDs στο καμαρίνι του αλλά όχι με μεγαλη προθυμία, σύμφωνα με δηλώσεις όσων διεκδίκησαν την υπογραφή του στο αγαπημένο τους εξώφυλλο. Όσοι τον είδαν από κοντά είπαν πως ήταν ψυχρός, απόμακρος και αγέλαστος, ενώ απαντούσε μόνο στα Ιταλικά (ενώ αποδεδειγμένα ξέρει να μιλάει άπταιστα Αγγλικά).
Διάβασε ακόμη: Michael Jackson: Αφιέρωμα στον θρύλο της μουσικής
