Κάποιες τυχαίες και απροσδόκητες συμπτώσεις, ορισμένες φορές αποτελούν παράγοντες που έχουν απασχολήσει τους ανθρώπους φιλοσοφικά, επιστημονικά, καλλιτεχνικά, θρησκευτικά και θα συνεχίσουν να τους απασχολούν για πολύ καιρό ακόμη, αφού η κουβέντα και η ανάλυση που σηκώνουν δεν τα αφήνει να πέσουν στη σφαίρα των τετριμμένων εννοιών. Πάντως, μια όμορφη και απλή προσέγγιση σε οτιδήποτε το τυχαίο και απροσδόκητο, είναι ότι δημιουργούν ενδιαφέρουσες καταστάσεις τις οποίες δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε σαν πραγματοποιήσιμες.
Μια τέτοια ακριβώς κατάσταση είναι και το τυπάκι που θα μας απασχολήσει στο σημερινό μας άρθρο, ο Λευκάδιος Χερν. Βασικό του γνώρισμα είναι το ότι υπήρξε μια από τις προσφιλέστερες φιγούρες των ιαπωνικών γραμμάτων, χωρίς να είναι από άποψη καταγωγής και ανατροφής ούτε στο ελάχιστο Ιάπωνας.
Το απροσδόκητο εδώ είναι, για αρχή, το πώς ένας δυτικός – κοσμοπολίτης μεν, αλλά δυτικός – κατάφερε όχι μόνο να αφουγκραστεί μια κουλτούρα εντελώς ξένη προς αυτόν, αλλά και να δημιουργήσει λογοτεχνικά στα πλαίσια αυτής χωρίς να πέσει σε στείρα οικειοποίηση. Τα υπόλοιπα απροσδόκητα, που σε κάνουν να αμφιβάλλεις για το πόσο σταθερή είναι η πραγματικότητα, αφορούν τον ίδιο και όλη του τη ζωή και υπόσταση.
Ξεκινώντας, αξίζει να επισημάνω πως το όνομα του Λευκάδιου Χερν στα αγγλικά είναι Patrick Lafcadio Hearn, ενώ οι Ιάπωνες τον αποκαλούν Koizumi Yakumo (小泉 八雲), γεννήθηκε το 1850 στη Λευκάδα – ναι, τη γνωστή Λευκάδα στα Επτάνησα. Και το όνομα Lafcadio, δεν είναι τίποτε άλλο από την εκλατινισμένη απόδοση του ονόματος “Λευκάδιος“.
Ο μικρός Πατρίκιος Λευκάδιος Χερν, ήταν γόνος του – μάλλον άκυρου νομικά – γάμου της Ρόζας Κασιμάτη, η οποία προερχόταν από αρχοντική οικογένεια των Κυθήρων, με τον Ιρλανδό στρατιωτικό γιατρό Charles Bush Hearn, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στο νησί κατά τη διάρκεια της κατοχής αυτού από τα βρετανικά στρατεύματα. Ο μικρός βαπτίστηκε με ορθόδοξη τελετή και μάλλον αυτός είναι ο λόγος που αργότερα η προτεσταντική οικογένεια του μπαμπά Hearn δεν τον αναγνώριζε νομικά.
Όταν ο Lafcadio ήταν μόλις δύο ετών, η μαμά Ρόζα τον πήρε μαζί της και πήγαν να βρουν τον μπαμπά Charles στο Δουβλίνο. Η πολυτάραχη συμβίωση του ζεύγους κράτησε μια τετραετία ακόμα και μετά τον χωρισμό τους, η μητέρα του αναγκάστηκε να γυρίσει στη Λευκάδα, ενώ ο Lafcadio πασαρίστηκε από τον πατέρα του σε μια μεγαλοθειά του. Προφανώς όλη αυτή η κατάσταση του άφησε χοντρά τραύματα και φοβίες, τις οποίες προσωποποιούσε σε σε έναν μεγάλο φόβο που έτρεφε για τα φαντάσματα.
Η θεία του, όταν τον έπιαναν κρίσεις πανικού, τον κλείδωνε στο υπόγειο. Το τραγελαφικό εδώ είναι πως εξαιτίας αυτής της άκαρδης και παράλογης συμπεριφοράς της θείας του, ο μικρός σταμάτησε να φοβάται τα φαντάσματα Επίσης, παρά τη ταξική καταγωγή του, δεν του δόθηκε -αρχικά έστω- η μόρφωση που του αναλογούσε, αν και ο ίδιος έδειξε κλήση προς τη συγγραφή από νωρίς. Αργότερα, στα 15 του, αποφάσισαν να τον στείλουν στο Ρωμαιοκαθολικό Ushaw College.
Στα 16 του έμεινε ορφανός από πατέρα. Επίσης την ίδια χρονιά, εκεί που έπαιζε με τα άλλα παιδάκια είχε ένα ατύχημα που του στέρησε την όραση στο αριστερό του μάτι. Και σαν να μην έφταναν αυτά τα δύο, κάποιο καιρό αργότερα η θεία του χρεοκόπησε, πράγμα που τον ανάγκασε να διακόψει τις σπουδές του. Φτάνοντας στην ηλικία των 19, μην έχοντας τίποτα να τον κρατάει στο Δουβλίνο, είπε να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του και να πάει στο Αμέρικα.
Εκεί εγκαταστάθηκε στο Cincinnati του Ohio. Προφανώς ο πρώτος καιρός πέρασε πολύ δύσκολα με τον ίδιο να ζει σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας.
Αυτό που τον έσωσε από την εξαθλίωση ήταν η φιλία του με τον τυπογράφο Henry Watkin, όπου τον έχωσε στο low-grade δημοσιογραφιλίκι, το οποίο του εξασφάλιζε τα προς το ζην.
Από εκεί και έπειτα, μιας και ο δικός μας είχε ταλέντο και δυνατή πένα κατάφερε να πιάσει δουλειά στην εφημερίδα “Cincinnati Daily Enquirer” κατά την τριετία 1872-1875. Έχοντας λάβει μεγάλο βαθμό δημιουργικής ελευθερίας στο εν λόγω πόστο, ήταν μανούλα στη περιγραφή φόνων, αλλά και στη καταγραφή μαρτυριών μειονεκτούντων πληθυσμών του Cincinnati, με αποτέλεσμα να γίνει ένας από τους πιο δημοφιλείς συντάκτες της εφημερίδας.
Η συνεργασία του με την εφημερίδα έληξε όταν έγινε γνωστό το ότι παντρεύτηκε μια Αφροαμερικανίδα, την Alethea Foley, μιας και ο γάμος μεταξύ λευκών και έγχρωμων ήταν ακόμα παράνομος εκείνη την εποχή — αλλά ο Hearn, δε κώλωνε, ήταν εξάλλου από μόνος του η χαρά του interracial. Για να μπει στο μάτι των τυπάδων του Enquirer, που του έδωσαν πόδι, έπιασε δουλειά στην ανταγωνιστική του φυλλάδα, τη Cincinnati Commercial. Εκεί δούλεψε για μία διετία, ενώ το 1877, όπου και χώρισε με την Alethea, πήρε των οματιών του και πήγε στη Νέα Ορλεάνη.
Εκεί έμεινε για μια δεκαετία και δούλεψε για τις εφημερίδες “Daily City” και “Times Democrat“. Το συγγραφικό του έργο εκείνο το καιρό άρχισε να αποκτάει μια λαογραφική χροιά, μιας και καταπιάστηκε με το να καταγράψει ένα σωρό μικροπράγματα που αφορούσαν την Νέα Ορλεάνη (από την κουζίνα της, μέχρι τις τεχνικές βουντού που “έφεραν” μαζί τους οι έγχρωμοι κάτοικοί της από την Αφρική). Αυτό το μέρος της δουλειάς του τον έκανε γνωστό στους κύκλους κατοίκων της Νέας Ορλεάνης που είχαν μπιέλα με τον τόπο στον οποίον κατοικούσαν.
Το 1887 στάλθηκε στις Δυτικές Ινδίες ως ανταποκριτής από την “Harper’s Weekly“. Πέρασε δύο χρόνια στη Μαρτινίκα και σε αυτό το διάστημα έγραψε δύο βιβλία: το “Two Years in French West Indies” και το “Youma, The story of a West-Indian Slave“. Και αν η διαμονή του στις Ινδίες τον ενέπνευσε να συγγράψει δύο βιβλία, να δείτε τη ζημιά που έπαθε όταν το 1890 πάτησε το πόδι του στην Ιαπωνία, πάλι με αφορμή κάποια δουλειά του ως ανταποκριτής.
Το αφεντικό του τρελάθηκε.
Τι και αν η δουλειά στην Ιαπωνία έληξε σύντομα, αυτός ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ. Τα πάντα σε αυτή τη χώρα του φαίνονταν προσφιλή, η κουλτούρα, η ιστορία, οι τρόποι των ανθρώπων, και ήθελε να μείνει εκεί για πάντα, άσχετα αν ήταν ένας gaijin, κοινώς ένας ξένος. Αυτός βρήκε την πατρίδα του.
Έτσι, με τη βοήθεια ενός φίλου του έπιασε δουλειά ως καθηγητής αγγλικών σε ένα γυμνάσιο στο Matsue, μια πόλη στη παραθαλάσσια δυτική Ιαπωνία. Επίσης λίγο μετά τον πρώτο χρόνο παραμονής του παντρεύτηκε την Koizumi Setsu, η οποία καταγόταν από γενιά πολεμιστών samurai και ο ίδιος πήρε το όνομα “Koizumi Yakumo” μετά από κάποια χρόνια.
Μαζί με τη Setsu έκαναν 4 παιδιά, και ο ίδιος συνέχισε να διδάσκει αγγλικά σε σχολεία και στο Πανεπιστήμιο του Τόκυο. Παράλληλα, από το 1894 άρχισε να γράφει έργα σχετικά με την ιαπωνική κουλτούρα. Για την ακρίβεια για το υπόλοιπο της ζωής του επικεντρώθηκε στο να γράφει για την Ιαπωνία, να μαζεύει θρύλους, παραδόσεις, ιστορίες, και ποιήματα, να μελετάει την θρησκεία και τον πνευματισμό τους και να προωθεί τη δουλειά του τόσο μέσα, όσο και έξω από τη χώρα.
Εξαιτίας του Hearn, η Δύση άρχισε να έρχεται σε επαφή με την απομακρυσμένη, άγνωστη και “εξωτική” Ιαπωνία, ενώ παράλληλα δόθηκαν κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες οπτικές στους ίδιους τους Ιάπωνες για τη κουλτούρα τους. Επίσης ο Hearn ευθύνεται για τη συλλογή και τη μετάφραση πολλών ιαπωνικών ιστοριών -κυρίως τρόμου- οι οποίες μέχρι τότε ήταν διάσπαρτες σε γραπτά ή σκόρπιες σε προφορική μορφή στις μνήμες γεροντιών.
Βέβαια, παρά την ιστορική σημασία του έργου του, κατηγορήθηκε post mortem από ορισμένους κριτικούς του, πως εξωτικοποιούσε σε μεγάλο βαθμό την ιαπωνική κουλτούρα, δίνοντας κατά κύριο λόγο μια εξιδανικευμένη εικόνα αυτής προς τα έξω. Φυσικά, θέλοντας και μη, αυτή είναι ως ένα βαθμό δικαιολογημένη συμπεριφορά, αν σκεφτούμε πως έχουμε να κάνουμε με το βλέμμα ενός δυτικού πάνω σε μια ανατολική κουλτούρα. Και μπορεί ο Hearn να προσπάθησε να την κάνει βίωμά του με κάθε τρόπο, αλλά αυτό δεν αναιρεί την έλλειψη του βιώματος του ως γηγενή και την ύπαρξη δυτικότροπης νοοτροπίας στο “λογισμικό” του.
Όπως και να έχει το έργο του αγαπήθηκε από Ιάπωνες και μη, ενώ ένα από τα γνωστότερα του πονήματα είναι το “Kwaidan: Stories and Studies of Strange Things” του οποίου το πρώτο μέρος αποτελεί μια σειρά περίεργων Ιαπωνικών ιστοριών, με τυφλούς οργανοπαίχτες, πάπιες που αυτοκτονούν, τύπους που απελπίζονται και γίνονται βουδιστές μοναχοί, φαντασιακές γυναίκες από χιόνια και δέντρα, απαγωγές ανθρώπινων ψυχών από μυρμήγκια, μαγικές καμπάνες και λοιπά ανορθόδοξα.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι η παρουσίαση δοξασιών και δεισιδαιμονιών της κινέζικης και ιαπωνικής παράδοσης σχετικά με τις πεταλούδες, τα μυρμήγκια και τα κουνούπια. Για περισσότερα κάτσε και τσέκαρέ το, είναι ευχάριστο ανάγνωσμα και κυλάει υπερβολικά εύκολα.
Δυστυχώς για τον ίδιο τον Lafcadio, που τόσο όμορφα βρήκε τον προορισμό του και το νόημά του σε αυτή τη ρημάδα τη ζωή, το τέλος του ήρθε ξαφνικά και σε ηλικία που ακόμα ήταν ενεργός και παραγωγικός.
Πέθανε από καρδιακή προσβολή στα 54 του το 1904 στις 26 Σεπτεμβρίου. Θάφτηκε με βουδιστική τελετή στο νεκροταφείο Zoshigaya.
Πίσω του άφησε μεγάλο έργο και πολλούς αναλυτές να το μελετάνε μέχρι και σήμερα, ενώ υπάρχει μουσείο προς μνήμην του στο Matsue.
Και εδώ τελειώνει το σημερινό μας Notorious Lives, με τον γλυκούλη Λευκάδιο και τις απροσδόκητες συγκυρίες της ζωής, που τον τράβηξαν σε τόπους μακριά από αυτόν που γεννήθηκε και τον έκαναν να αγαπήσει ένα μέρος και μια κουλτούρα ξένα προς τον ίδιο.
