Ambient music: Tribal Ambient και Ambient Techno

Ambient music: Tribal Ambient και Ambient Techno

Ambient μουσική: Εισαγωγή, ορισμοί, ιστορική αναδρομή

Αυτό το άρθρο αποτελεί εισαγωγή σε μια σειρά άρθρων γύρω από την μουσική Ambient. Θα ξεκινήσουμε με μια σύντομη ιστορική αναδρομή και θα δούμε τι ορίζεται ως “ambient”, καθώς και διάφορα παρακλάδια της μουσικής αυτής. Τα επόμενα άρθα θα εστιάζουν στο κάθε είδος ξεχωριστά, με μπόλικες μουσικές προτάσεις για όσους θέλουν να το ψάξουν το θέμα.

Δεν θα αρχίσω από τον Erik Satie και τις αρχές 20ου αιώνα φυσικά, παρ’ όλο που σ’ αυτή την εποχή τοποθετούνται οι “παππούδες” της αμπιεντ. Θ’ αρχίσω από τον “πατέρα” της ambient, Brian Eno και μετά, ο οποίος βέβαια έχει δηλώσει ότι έχει επηρεαστεί από τον Erik Satie. Φυσικά πριν από τον Eno αξίζει να αναφερθούν ονόματα όπως οι Tangerine Dream ή ο Klaus Schulze. Βασικά, κατά κάποιον τρόπο, υπήρχε ambient και πριν τον Eno — κυρίως απο Krautαδες. Για παράδειγμα στην κυκλοφορία Join Inn από τους Ash Ra Tempel το 1973, το 2ο κομμάτι είναι 24 λεπτα ambient, και ας μην υπήρχε η λέξη -στην μουσική, γιατί σαν λέξη της αγγλικής γλώσσας σαφώς και υπήρχε- τότε να το περιγράψει.

Βέβαια το πρώτο κομμάτι είναι γαμάτο krautrock και το προτιμώ προσωπικά, το συγκεκριμένο ambient κομμάτι το θεωρώ βαρετό! Επομένως την kraut σκηνή τη θεωρώ τον πιο κοντινό πρόγονο του ambient. Πέρα από τη σχέση του kraut με την ambient έχουν υπάρξει κάποια Field Recordings (εγγραφές ήχων από το περιβάλλον) αρκετά παλιά όπως για παράδειγμα το The Pool K III του Brion Gysin, το οποίο όπως θα δείτε και στα notes του discogs είναι ηχογραφήσεις από πισίνα (!) και συνθέσεις με διάφορους άγνωστους μουσικούς, ηχογραφημένο τέλη ’50s – αρχές ’60s.

Προφανώς δεν μπορώ να μην δώσω αρκετό respect στον Eno, παρ’ όλα αυτά τους πάνω κάτω συνομίληκους του που βγάλανε το πρώτο τους αλμπουμ 3-4 χρονια μετα απο αυτον (Steve Roach, Robert Rich, Vidna Obmana) τους θεωρώ πολυ πιο σημαντικούς για την σκηνή της ambient, καθώς διαμορφώσανε έναν ήχο ο οποίος ζει και βασιλεύει μέχρι σήμερα, τόσο από τους ίδιους, όσο και απο νεότερους ambient καλλιτεχνες επηρεασμένους από αυτήν τη σκηνή(πχ Vir Unis).

Έτσι δεν το κρύβω ότι ο Eno έχει κυκλοφορήσει πολλές μαλακίες, ανούσια βαρετή και τετριμμένη(πλέον) μουσική. Αυτό φυσικά το στηρίζω καθαρά στην προσωπική μου αισθητική και έχω επίγνωση της υποκειμενικότητας της πρότασης αυτής. Και μιας και πιάσαμε τα περί υποκειμενικότητας, ας κάνω μια σύντομη παρένθεση: ακόμα και αυτό που ονομάζουμε “αντικειμενικό” -στην συγκεκριμένη περίπτωση όσον αφορά τη μουσική, αλλά επεκτείνεται σε οτιδήποτε- δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια συνισταμένη υποκειμενικοτήτων.

Δυστυχώς, οι περισσότεροι δεν έχουν την επίγνωση ότι η άποψη τους είναι μια συνιστώσα αλλά συχνά θεωρούν ότι αντιπροσωπεύει κάποια αντικειμενική, καθολική, συμπαντική αλήθεια με την οποία πρέπει να συμμορφωθούμε όλοι. Εγώ κάτι τέτοιο το θεωρώ δείγμα στενομυαλιάς, αν όχι ηλιθιότητας. Αρκετά παρεκτράπηκα όμως,πάμε on topic.

Έτσι, ο Brian Eno λοιπόν ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε την λεξη “ambient” για να προσδιορίσει το συγκεκριμένο είδος. Όπως αναφέρεται και στη Wikipedia:

Ο Eno χρησιμοποίησε τη λέξη “ambient” για να περιγράψει μουσική που δημιουργεί μια ατμόσφαιρα η οποία βάζει τον ακροατή σε μια διαφορετική ψυχολογική κατάσταση — επέλεξε τη λέξη βασιζόμενος στον λατινικό όρο “ambire”, που σημαίνει “να περικλείσεις”.

Συγκεκριμένα ο ορισμός ήταν ο εξής:

Στον Brian Eno αποδίδεται γενικά η εφεύρεση του όρου “Ambient Music”, στα μέσα των ’70s, για να περιγράψει μουσική που -όπως ο ίδιος δήλωσε- “μπορεί είτε να ακουστεί με όλη την προσοχή σου είτε να αγνοηθεί εξίσου εύκολα, κατά την επιλογή του ακροατή”, και υπάρχει “ανάμεσα στη μελωδία και την υφή”.

Και όπως αναφέρεται στο πρώτο ambient album, Ambient 1: Music For Airports:

Η μουσική Ambient μουσική πρέπει να είναι ικανή να αντιπροσωπεύσει πολλά επίπεδα μουσικής ακρόασης, ανάλογα την προσοχή που θέλει να δώσει ο ακροατής, χωρίς ποτέ να επιβάλλει ένα απ’ αυτά — πρέπει να μπορεί να είναι “αγνοήσιμη” όσο είναι ενδιαφέρουσα.

Επομένως το πρώτο ηλεκτρονικό album ambient κυκλοφόρησε το 1978. Δύο-τρία χρόνια μετά, στις αρχές των ’80s αυτό το άλμπουμ έγινε η απαρχή ολόκληρου μουσικού ρεύματος. Μιλάω για καλλιτέχνες-πρωτοπόρους της ambient και masters του είδους, όπως οι Steve Roach, Michael Stearns, Robert Rich, Ian Boddy,Vidna Obmana και αργότερα προς τις αρχές των ’90s μουσικούς όπως οι Geir Jenssen (Biosphere), Pete Namlook, Alio Die. Αρκετοί από αυτούς (π.χ. Steve Roach) γράφουν μουσική σχεδόν ολόιδιου στυλ και φιλοσοφίας μέχρι σήμερα, ενώ έχει εμφανιστεί και ένα πιο σύγχρονο παρόμοιο ρεύμα με σημαντικότερο καλλιτέχνη τον Vir Unis καθώς και κάποια άλλα ονόματα που αξίζει να αναφερθούν ενδεικτικά: Telomere, Deepspace, Terra Ambient, Tom Heasley, ISHQ aka Matt Hillier.

Όλα τα παραπάνω είναι ως επί το πλείστον (κάτα 80%) beatless με κάποιες εξαιρέσεις — δηλαδή κάποια έχουν tribal στοιχειά (tribal ambient, συνήθως μη ηλεκτρονικά percussions αλλά sampled από percussionist) ή ambient-techno (Biosphere) ή πολύ διακριτικά beats. Η “καθαρή“, η “true” ambient είναι beatless, από ‘κει και πέρα υπάρχουν διαφορα παρακλάδια και μπασταρδεματα.

Επίσης όλα τα παραπάνω είναι σε γενικές γραμμές droney. Drone ονομάζεται μεγάλης διάρκειας νότα που επαναλαμβάνεται(για παράδειγμα κάποιο pad) ή ένας ήχος, ίσως σύντομης διάρκειας, που όμως επαναλαμβάνεται συνεχώς. Τα drones σχετίζονται μέχρι και με το βυζαντινό ισοκράτημα.

Μιλώντας για διαφοροποίηση λοιπόν – περίπου στις αρχές ’90s εμφανίστηκαν κάποια μπασταρδεματα της ambient, ή αν προτιμάτε, ενσωμάτωση και επεξεργασία της σε αλλα μουσικά είδη όπως το techno ή το IDM, γενικότερα electronica: Boards Of Canada, Future Sound Of London (με κυρίαρχο το album Lifeforms), Autechre (τα 3 πρώτα τους albums). Aν δεν κάνω λάθος οι Autechre ήταν αυτοί που καθιέρωσαν το glitchy ambient, και από τότε μέχρι σήμερα έχουμε όλων των ειδών τα fusions/μπασταρδέματα, ambient με glitchy/IDM στοιχεια ή ambient/chill/downtempo σε οποιαδήποτε αναλογία.

Αξίζει να αναφερθεί και το Minimal Techno/Ambient, με ονόματα όπως του Plastikman (project του Rihie Hawtin) ή το minimal του Alva Noto (όχι πολύ σχετικό — πολύ αμυδρή σχέση με τον Plastikman θα έλεγα, αλλά η -ακριβής- κατηγοριοποίηση κάποιες φορές δεν είναι εφικτή).

Μέσα προς τέλη ’90s άρχισε να εμφανιζέται και το λεγόμενο psychill/psybient από καλλιτέχνες της psy/goa trance σκηνής. Η όλη φάση ξεκίνησε λίγο παλαιότερα, καθώς στο τέλος πολλών albums ως outro υπήρχε downtempo κομμάτι. Στους περισσότερους είναι γνωστοί οι Shpongle,αν και προσωπικά -και εδώ είναι που περιμένω κράξιμο ή έστω αντίδραση από πολλούς της “psy” σκηνής- τους θεωρώ απίστευτα υπερκτιμημένους. Αυτή η σκηνή (αν και με αρκετή τυποποιημένη σαβούρα και χιλιοπαιγμένα cheesy ινδικά samples ως δήθεν στοιχεία εθνικ ή “world music”) έχει βγάλει αρκετά διαμαντάκια, κυρίως μετά το 2000 — όπως είναι οι Aes Dana, οι Solar Fields,ο Galaxy (Boris Blenn aka Electric Universe στο psy/goa trance project του) και ο Matt Hillier και το project ISHQ, το οποίο αν και ξεπήδησε από την psy/goa σκηνη, φέρνει πολύ περισσότερο σε ambient απ’ ότι σε downtempo, ειδικά το τελευταίο άλμπουμ, το Skyspaces του 2011 δεν θα ήταν μεγάλη υπερβολη να πει κανείς ότι είναι επιπέδου Steve Roach!

Δεν μπορεί να μην αναφερθεί και η dark ambient, με ονόματα όπως των Brian Lustmord, Robert Rich και αρκετά αργότερα Raison D’ Etre, η οποία έχει συγγενική σχέση και με industrial/rhythmic noise (Flint Glass, Iszoloscope, Ah Cama-Sotz, Camanecroszcope).

Και τέλος με τα είδη: η experimental ambient η οποία ναι-μεν είναι beatless, αλλά βασίζεται κυρίως σε βαβουριάρικα εφέ. Δύο δυνατές μπάντες/projects είναι οι Shaolin Wooden Men (τσέκαρε το Binary Input To Flesh Antenna) και Shapeshifter (δοκίμασε το άλμπουμ Reticulum Flux). Αλλά αυτή ως υπο-είδος θα παρουστιαστεί μαζί με τη glitch/IDM.

Στο επόμενο άθρο ακολουθεί εκτενέστερη ανάλυση της beatless/drone ambient με πάρα πολλές με πάρα πολλές προτάσεις.

Μέρος 2ο

Η Tribal Ambient είναι το πιο συγγενικό είδος της Beatless / Drone “καθαρής” Ambient. Μάλιστα, πολλοί από τους πρωτοπόρους και masters της ambient έχουν κυκλοφορήσει και tribal ambient (Vidna Obmana, Steve Roach, Vir Unis, Robert Rich). Με λίγα λόγια η tribal ambient κρατάει όλα τα στοιχεία της Beatless/Drone αλλά παντρεύεται με percussions και ρυθμούς.

Οπότε σήμερα αρχίζουμε με την tribal ambient και μετέπειτα θα συνεχίσουμε με την Ambient Techno.

Tribal Ambient

Tremor (2001), Spore (2003), Legacy (2004).

Τα 3 παραπάνω albums αποτελούν την τριλογία με τίτλο “Dante’s Inferno“.Όπως θα περίμενε κανείς έχουν αρκετές ομοιότητες και συνοχή, θα έλεγα ότι ιδιαίτερα το Spore ξεχωρίζει καθώς και το Legacy που έχει ενδιαφέρουσες ιδέες.

Περιγράφοντας συνοπτικά αυτήν την τριλογία: συνδυάζει μη-μελωδικά όργανα (didgeridoo, tibetan bells, tablas) με ηλεκτρονικά στοιχεία, ορισμένα από τα οποία -αλλά όχι όλα- είναι επίσης ατονικά. Τα οργανικά και ηλεκτρονικά μελωδικά στοιχεία παίζονται από πνευστά (σίγουρα φλάουτα) και synth pads αντίστοιχα.

Πιο αναλυτικά: θα ακούσετε πνευστά που μοιάζουν με φωνές που παίζουν απόκοσμες μελωδίες, που εναρμονίζονται με τους υπόλοιπους ήχους — κυρίως pads και ενίοτε ρυθμούς. Δεν ξέρω αν τα percussions είναι όλα ηχογραφημένα αντί για ηλεκτρονικά (για τα πνευστά είμαι από αρκετά εώς απόλυτα σίγουρος, βάσει ακρόσης). Για παράδειγμα, στο πρώτο κομμάτι “Through the Collective Pain” υπάρχει ένα ρυθμικό θορυβώδες μπάσσο σε συνδυασμό με κάτι που μοιάζει με hi-hat και το οποίο εικάζω ότι είναι ηχογραφημένο μόνο με hi-hat αλλά με μπόλικη επεξεργασία.Σε κάθε περίπτωση, πέρα από τα percussions υπάρχουν ενίοτε ηλεκτρονικοί ρυθμικοί ήχοι.

Στο Legacy, το κομμάτι “Bloodshift” είναι αρκετά δυνατότερο από ό,τι θα περίμενε κανείς, με δυνατά παραμορφωμένα/θορυβώδη drums να φτιάχνουν μία σχεδόν industrial ατμοσφαίρα.

Έτσι πρόκειται για επιβλητική ambient, επιθετική, ανησυχητική, συνταρακτική και απόκοσμη ενίοτε, δύσκολα αγνοήσιμη όπως και να’χει.

Αν σας αρέσει η παραπάνω τριλογία, τσεκάρετε και τις παρακάτω δουλειές του:

  • The Spiritual Bonding (1994)
  • Crossing The Trail (1998)

Klinik & Vidna Obmana – Gluttony (2005)

Αυτή η συνεργασία του Vidna Obmana με τον Klinik θα μπορούσε να περιγραφεί ως industrial ambient (λόγω Klinik προφανώς) και συνδυάζει beats, συχνά χορευτικά, με τις ambient ατμόσφαιρες του Vidna Obmana!

Steve Roach και Vir Unis – Body Electric (1999), Blood Machine (2001)

Οι διαφορές των παραπάνω albums με αυτά του Vidna Obmana παραλληλίζονται με την διαφορά στα beatless albums τους. Έτσι, όπως είδαμε στο προηγούμενο μέρος, οι Steve Roach και Vir Unis δεν είναι τόσο σκοτεινοί όσο ο Vidna Obmana αλλά πιο αναζωογονητικοί και εύθυμοι όμως και λιγότερο μυστηριώδεις και επιβλητικοί. Επίσης στα tribal ambient τους τα 2 παραπάνω album έχουν λιγότερα ethnic όργανα σε σχέση με αυτά του Vidna Obmana και γενικά, αν και πάλι συνυπάρχουν οργανικά και ηλεκτρονικά στοιχεία, κυριαρχούν τα τελευταία.

Το Blood Machine είναι από τα κορυφαία albums του είδους — δηλαδή αν είναι να ακούσετε μόνο ένα album tribal ambient τότε ακούστε μόνο αυτό. Σύμφωνα με τη συνταγή που χρησιμοποιείται τα drums και συχνά κάποιες ηλεκτρονικές ρυθμικές δομές είναι στοιχεία που επαναλαμβάνονται και αυτό που αλλάζει σταδιακά -αν είναι να αλλάξει κάτι- είναι τα synth pads, προσδίδοντας έτσι έναν entrancing χαρακτήρα στο album. For the record, ο Vir Unis είναι περισσότερο υπεύθυνος για το tribal στοιχείο ενώ ο Steve Roach για το ambient. Προφανώς η μεταξύ τους συνεργεία είναι άψογη.

Κλείνουμε λοιπόν το κεφάλαιο της Tribal Ambient και περνάμε στην Ambient Techno, αφού πρώτα παραθέσω κάποιες επιπλέον προτάσεις για οποίον του άρεσαν τα παραπάνω:

  • Vir Unis & James Johnson – Perimeter (2001)
  • Vir Unis – Symbology (2002)
  • Vir Unis – Book Of Mutations (2003)
  • Steve Roach – Fever Dreams (2004)
  • Vir Unis – Stand Still Like The Hummingbird (2009)

Ambient Techno

Σε αντίθεση με το Tribal ambient, εδώ τα drums είναι στην συντριπτική πλειοψηφία τους ηλεκτρονικά. Από όσο ξέρω αυτός που εγκαινίασε το είδος -τουλάχιστον σε αυτή τη μορφή του- ήταν ο Geir Jenssen (Biosphere).

Συχνό φαινόμενο είναι σε αυτό το υποείδος να μπλέκονται και dub επιρροές, συγκεκριμένα basslines και kicks που θυμίζουν dub, με χαρακτηριστικά όνοματα μουσικών τους Intrusion και Deadbeat.

Τέλος θα αναφερθούμε και στην πιο minimal πλευρά του ambient/techno και συγκεκριμένα στο side-project του Richie Hawtin ως Plastikman.

Biosphere – microgravity (1991), Patashnik (1994)

Αυτά τα δύο albums έχουν αρκετά κοινά όσον αφορά την τεχνοτροπία τους, ακολουθούν πολύ παρόμοια συνταγή. Δεν έχω υπ’όψιν κάποιον συνδυασμό ambient και techno πριν το 1991.Ίσως το Selected Ambient Works 85-92 του Aphex Twin (Richard D James) θα μπορούσε να πει κάποιος, αν και είναι διαφορετικό στυλ.

Όπως και να έχει, τα δύο παραπάνω albums του Biosphere χαρακτηρίζονται από beats, εμφανή techno στοιχεια καθώς και groovy basslines ενίοτε. Το Microgravity είναι σε γενικές γραμμές πιο uptempo, εώς και χορευτικό και groovy σε σημεία, ενώ το Patashnik είναι πιο ambient και μέχρι και τα μέρη του με kick & drums είναι πιο χαλαρά. Και τα δύο albums χαρακτηρίζονται από μελωδίες που ως επί το πλείστον θα μπορούσαν να περιγραφούν εύθυμες, χαρούμενες και μειλίχιες, με λίγες εξαιρέσεις όπου κινούνται σε πιο σκοτεινά, μυστηριώδη, ψυχοπλακωτικά πλαίσια. Τα φωνητικά επίσης ταιριάζουν άψογα με τα υπόλοιπα μέρη του κομματιού.

Τα παραπάνω albums τα συνιστώ ανεπιφύλακτα μιας και όλα τα κομμάτια είναι από πολύ άνω του μέσου όρου εώς διαμάντια.

Loscil – First Narrows (2004), Stasses (2006), Triple Point (2001)

Εδώ τα techno στοιχεία είναι πολύ συνεσταλμένα και διστακτικά εώς ανύπαρκτα πολλές φορές, σε σχέση με τα δύο παραπάνω albums του Biosphere.

First Narrows: Drones αλλά η προσοχή δεν εστιάζεται πλήρως σε pads/long notes (που υπάρχουν φυσικά) αλλά μοιράζεται λιγότερο ή περισσότερο σε σύντομους επαναλαμβανόμενους μικρο-ήχους.

Stases: Ίδιας φιλοσοφίας με το First Narrows αλλά πιο ambient, το Stases είναι εντελώς beatless και οι ρυθμικές δομές του περιορίζονται μόνο σε ορισμένα βουίζοντα patterns σε μερικά σημεία. Το 9ο κομμάτι (“Microhydro“) είναι φοβερό και ξεχώρισε από την πρώτη ακρόαση…

Triple Point: Εδώ έχουμε πιο έντονους και εμφανείς ρυθμούς, συχνά από επεξεργασμένα drums, ενίοτε κάποιο πολύ διακριτικό υποτονικό beat να παίζει στο παρασκήνιο και μελωδικές λούπες να προσδίδουν έναν πιο ζωηρό και αναζωογονητικό χαρακτήρα στο album.

Yagya -Rhythm of Snow (2002), Will i dream during the proccess? (2006), Ringing (2009)

Τα παραπάνω τρία albums του Ισλανδού κυμαίνονται στα ίδια στυλιστικά πλαίσια και είναι όλα πάρα πολύ καλά. Παρ’ όλα αυτά θα πρότεινα να τα ακούσει κάποιος με αντίστροφη χρονολογική σειρά. Αυτή η αντίστροφη χρονολογική σειρά θα μπορούσε ίσως να πει κάποιος ότι αντιστοιχεί στο πόσο συναισθηματικά φορτισμένο είναι το κάθε album. Το περισσότερο φορτισμένο είναι το Rigning.

Η μουσική περιλαμβάνει μελωδικά pads και πιο θερμό, συναισθηματικό, οργανικό ήχο σε αντίθεση με το ψυχρότερο και πιο μηχανιστικό ambient-techno του Monolake που θα δούμε παρακάτω. Θερμά pads παίζουν αργές μελωδίες και δένουν αρμονικά με πιο δροσερούς ήχους εκφραζόμενους σε ρυθμικές στοιχειωδώς μελωδικές επαναλαμβανόμενες δόμες μικρής περιοδικής διάρκειας. Τα drums προσθέτουν ενίοτε groovy χαρακτήρα στο όλο ηχητικό αποτέλεσμα.

Monolake – cinemascope (2001)

Ψυχρές φουτουριστικες ατμόσφαιρες, minimal techno και μηχανιστικά IDM στοιχεια, spacy Ambient pads, αγαλλίαση/γαλήνη, μπάσο και διακριτικά beats χαρίζουν groovy ρυθμό. Δεν λείπουν βέβαια και πιο δυνατές στιγμές, με το kick να ξεθαρρεύει και να παίρνει τα ηνία υποδεικνύοντας το ρυθμό και κάνοντας πιο ζωηρή τη μουσική (οπως στα Ionized, Remoteable).

Μελωδικά στοιχεία -όπου παρουσιάζονται- πέρα του ότι προκαλούν συναισθήματα μελαγχολίας ή/και νοσταλγιας (όπως πχ στο Ping) διακοσμούν τους υπόλοιπους ήχους και συχνά πέρα από το τέλειο ταίριασμα με τα pads αναπαράγονται ή συνοδεύονται και από την μπασογραμμή.

Έχουν πολλές καλές δουλειές, πολλά albums και EPs, αν και στα περισσότερα είναι σίγουρα πιο κυρίαρχο το techno στοιχείο παρά το ambient.

Bonus Fact: δύο μέλη των Monolake έχουν φτιάξει το γνωστό DAW Ableton Live.

Ακόμη περισσότερη Ambient Techno, με έμφαση στον Plastikman στο επόμενο μέρος.

Instrusion – Instrusion (2010), P.Laoss – Landscapes and Machines (2009), Deadbeat – Draen and Quartered (2011)

Στα παραπάνω εκτός από ambient και techno έχουμε και dub στοιχεία, περισσότερο στο album του Deadbeat. Το Landscapes and Machines είναι αρκετά πιο ambient σε σχέση με τα υπόλοιπα. Μην περιμένετε άμεση ή προφανή σχέση με τη reggae dub όμως, μολονότι υπάρχει σύνδεση. Τα dub στοιχεία σχετίζονται με το kick και το μπάσο κυρίως -κάποιες φορές ως ήχοι, άλλες ως patterns, κάποιες και τα δύο- όπως και στο χαρακτηριστικό delay που συναντάμε κατά κόρον ακόμα και σε reggae dub κομμάτια. Για παράδειγμα το παρακάτω βίντεο είναι χαρακτηριστική “νταμπιά” στο μεγαλύτερο μέρος του.

Plastikman – Consumed (1998)

Plastikman είναι ένα side project του Richie Hawtin, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω. Ενώ συνηθίζω να παρουσιάζω τις δουλειές ενός καλλιτέχνη με χρονολογική σειρά, εδώ γίνομαι combo breaker και παίρνω ως σημείο αναφοράς το Consumed, όχι απαραίτητα επειδή είναι καλύτερο αλλά επειδή έχει κάποια χαρακτηριστικά τα οποία διευκολύνουν την περιγραφή του ήχου άλλων δουλειών του συγκριτικά με αυτό. Όλες οι δουλειές του έχουν αρκετά κοινά αλλά και κάποιες διαφοροποιήσεις.

Πιστό στη minimal τεχνοτροπία αυτό το album του Plastikman χαρακτηρίζεται από λίγα layers και πολύ απλοϊκά μοτίβα με έντονο το στοιχείο της επανάληψης. Έτσι όλα τα κομμάτια αποτελούνται από ένα υποτονικό διακρικό beat, ένα low bass (ήχος πολύ χαμηλής συχνότητας), ένα bass/midbass (ήχος χαμηλής προς μεσαίας συχνότητας) και ενίοτε κάποια όχι πολύ δυνατά drums (closed / open hi-hats συνήθως) και μεσαίας προς υψηλής συχνότητας μελωδικά ambient pads.

Συχνά ο Plastikman χρησιμοποιεί μόνο μερικούς από τους παραπάνω ήχους, πάντα σε υπνωτικά, συνεχώς επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Καταφέρνει όμως να σου κρατάει το ενδιαφέρον και σε καμμία περίπτωση δεν μπορείς να τον πεις βαρετό, καθώς επιτυγχάνει να συντονίσει τον εγκέφαλό σου σε υπνωτικούς ρυθμούς.

Το 2ο CD περιέρχει live διάρκειας ενός τετάρτου και κινείται σε πιο χορευτικά minimal acid techno πλαίσια.

Plastikman – Musik (1994)

Το Musik έχει τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν και το Consumed (απλοϊκά patterns, επαναληψιμότητα, μινιμαλισμός) με τη διαφορά ότι είναι εμφανώς εντονότερο το μελωδικό στοιχείο και τα drums έχουν πιο κυριάρχη θέση στο όλο mix.Έτσι συνολικά έχουμε μια λιγότερο υποτονική δουλειά με πιο δυνατά drums και πιο ζωηρές μελωδίες.Υπάρχουν και 2 καθαρά χορευτικά κομμάτια,το Fuk και το Marbles.

Plastikman – Sheet one (1993)

Σε αυτό το album μου έκανε εντύπωση το εξής: δεν υπάρχουν basslines και γενικότερα bass ήχοι στην συντριπτική πλειοψηφία του album! Εξαίρεση αποτελεί το κομμάτι Glob στο οποίο μάλιστα η bassline του προσδίδει groovy χαρακτηριστικά, το Plasticine με το droney bass και το Smak με το bass γέμισμα στο background. Έτσι στα περισσότερα κομμάτια κυρίαρχα είναι τα drums και οι επί το πλείστον χαρούμενες μελωδίες σε απλοικά repetitive patterns, ενίοτε με effects. Για παράδειγμα στο Plasticity σε φάσεις ακούμε αλλαγές frequency και resonance στη μελωδία ενώ στο Helikopter τα drums μοιάζουν να περνάνε από κάποιου είδους phaser. Συνοψίζοντας, Simplicity is Perfection και το σήμα κατατεθέν του μινιμαλισμού: Less is More!

Plastikman – Artifakts (1998)

Αυτό είναι το album που με έκανε να ψάξω τον Plastikman περαιτέρω και τα περισσότερα κομμάτια που μου έρχονται στο μυαλό όταν ακούω τη λέξη “Plastikman” βρίσκονται σε αυτό το album. Φυσικά χρησιμοποιεί την κλασσική πετυχημένη συντάγη τελειοποιημένη: ambient pads, γενικά εύθυμες catchy μελωδίες, groovy basslines & drums, πάντα με μινιμαλιστική τεχνοτροπία.

Αυτά για σήμερα! Το επόμενο μέρος θα συνεχιστεί με θέμα την Psychill / Psybient, δηλαδή με λίγα λόγια την ambient / chill / downtempo πλευρά της psychedelic trance σκηνής.

Προηγούμενο άρθροSuper Mamika: Η Γιαγιά Υπερήρωας
Επόμενο άρθροΕκτός εποχής η πόλωση…
Στέλιος Θεοδωρίδης
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος, αφού δεν κατόρθωσα να γίνω τρανός και σπουδαίος μέσα στην κοινωνία. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ