Αν ο Αδάμ και η Εύα ήταν Έλληνες, θα ζούσαμε ακόμα στον Παράδεισο

Αν ο Αδάμ και η Εύα ήταν Ελληνες, θα ζούσαμε ακόμα στον Παράδεισο

Δεν μπορεί να γραφτεί οδηγός διακοπών για Έλληνες. Δεν υπάρχουν πιο βιωματικοί άνθρωποι στον κόσμο όλο σε ό,τι έχει να κάνει με τις διακοπές τους. Υπάρχουν, βέβαια, και οι συκοφαντημένες κρουαζιέρες…

Ο προορισμός του Έλληνα είναι να πηγαίνει διακοπές. Οι Ολλανδοί ζουν για να βγάζουν χρήματα, οι Γερμανοί για να δουλεύουν, οι Ιταλοί για να συζητούν για ποδόσφαιρο, οι Αμερικανοί για να τρώνε burgers. Oι Έλληνες υπάρχουν για να πηγαίνουν διακοπές. Αν ο Αδάμ και η Εύα ήταν Έλληνες, θα ζούσαμε ακόμα στον Παράδεισο: Μετά το τέλος της Δημιουργίας, θα είχαν φύγει για καμιά βόλτα στα νησιά να δουν τι έφτιαξε ο Θεός. Ακουσα πρόσφατα σε μια εκπομπή, κάποιους ταξιδιωτικούς πράκτορες να γκρινιάζουν που η Ελλάδα είναι τρίτος τουριστικός προορισμός στην Ευρώπη, πίσω από την Ισπανία και την Τουρκία.

Ο Ισπανός ζει για να προσφέρει υπηρεσίες. Μπορεί να μην ξέρει καμία ξένη γλώσσα, αλλά γελάει με το παραμικρό, σκοτώνεται να σε εξυπηρετήσει, είναι έτοιμος να κάνει καραγκιοζιλίκια ανά πάσα στιγμή για να σε ψήσει ότι σε αντιμετωπίζει ως τον καλύτερο πελάτη της Γης. Η Τουρκία, από την άλλη, είναι πολύ φθηνή και ο στρατός κατοχής των τουριστών που το καλοκαίρι καταλαμβάνει χώρες αυτό πάντα το εκτιμούσε και το εκτιμάει. Η Ελλάδα είναι τρίτη, είναι όμως και η μόνη στην οποία οι κάτοικοί δεν έχουν παραδώσει στους τουρίστες την ψυχή τους:

Όποιος έρχεται εδώ συνδιασκεδάζει, συμπορεύεται, συζεί μαζί μας καλοκαιριάτικα. Η Ελλάδα έχει τουρισμό μολονότι το γκαρσόνι που σε σερβίρει το κάνει με τη διάθεση του ανθρώπου που θέλει να τελειώνει με τη δουλειά για να πάει για μπάνιο. Η Ελλάδα έχει τουρισμό μολονότι ο μπάρμαν το βράδυ πρώτα καμακώνει τουρίστριες και μετά παίρνει παραγγελίες. Η Ελλάδα έχει τουρισμό μολονότι σε εστιατόρια ακούς συχνά τη φράση «τελείωσαν όλα, αλλά θα σας βάλουμε κάτι από αυτά που έχουμε κρατήσει για μας». Η Ελλάδα έχει τουρισμό ίσως κυρίως για αυτό.

Οι Δυτικοευρωπαίοι συζητούν διαρκώς για τις διακοπές τους, οι Έλληνες το κάνουν ελάχιστα. Οι Δυτικοευρωπαίοι προσθέτουν πάντα λεπτομέρειες για το τι έκαναν, τι είδαν, πώς πέρασαν: Μιλούν λες και στις δύο εβδομάδες της άδειας ανακάλυψαν ολόκληρο τον πλανήτη και πρόλαβαν να γυρίσουν και το σχετικό ντοκιμαντέρ. Οι Έλληνες, όταν τους ρωτάς πώς πέρασαν, λένε ή «καλά» ή «σκατά»: Απλά και περιεκτικά. Είναι, επίσης, οι μόνοι στον πλανήτη που υπάρχει σημαντική πιθανότητα μετά τις διακοπές να γυρίσουν κουρασμένοι και να θέλουν κι άλλες διακοπές.

Οι δε σχέσεις που αναπτύσσουν στις διακοπές είναι σχέσεις αντιπαλότητας: Οποιος ανακαλύψει μια ωραία παραλία δεν λέει το μυστικό παρά μόνο στους φίλους του, όλοι είναι έτοιμοι να τσακωθούν για μια θέση στο πάρκινγκ, στις ταβέρνες είναι οι πιο ανυπόμονοι και το βράδυ πίνουν γκρινιάζοντας ότι όλα είναι μπόμπες. Η ζωή του Ελληνα είναι η αναζήτηση κάποιων καταπληκτικών διακοπών, ίσως και μια παράξενη μνήμη καταπληκτικών διακοπών που ωστόσο δεν περιγράφονται. Ρωτήστε ένα φίλο σας να σας πει πού έχει περάσει τις καλύτερες διακοπές της ζωής του, κάντε το σαν τεστ. Θα σας πει το μέρος, θα προσθέσει τη χρονιά και θα ολοκληρώσει λέγοντας ότι ήταν «φανταστικά». Κι όταν τον ρωτήσεις να σου πει το γιατί, θα σου πει μια γενικότητα. Δεν θυμάται τίποτα γιατί το πράγμα είναι βιωματικό και δεν περιγράφεται. Ή γιατί έπινε πολύ.

Τελευταία, αναζητώντας μια διαφορετική γωνία για να δω το καλοκαίρι, έχω πάει μερικές κρουαζιέρες. Νομίζω ότι είναι οι μοναδικές διακοπές που έχω κάνει όπου μπόρεσα να δω την Ελλάδα σαν ξένος.

Τα τελευταία χρόνια, αναζητώντας απαντήσεις στο πώς μας βλέπουν οι άλλοι και μια διαφορετική γωνία για να δω την Ελλάδα, έχω πάει μερικές κρουαζιέρες. Η κρουαζιέρα είναι στην Ελλάδα από τα πιο συκοφαντημένα πράγματα. Είναι σχετικά φθηνή, απαιτεί να υπάρχει στη μέρα σου μια σχετική τάξη και σου δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσεις ανθρώπους που δεν περίμενες ότι θα βρεις σε διακοπές στην Ελλάδα, κυρίως ανθρώπους που ξεκουράζονται. Τα πλοία μικρή σχέση έχουν με το Πλοίο της Αγάπης, το μπες βγες κάθε τόσο μπορεί και να το βαρεθείς, όμως η ιδέα πως είσαι στην Ελλάδα και συγχρόνως δεν είσαι έχει την πλάκα της. Νομίζω ότι αυτά τα ολιγοήμερα ταξιδάκια είναι οι μοναδικές διακοπές που έχω κάνει στη ζωή μου σαν ξένος. Σε βοηθούν να καταλάβεις πράγματα που τους Έλληνες δεν τους απασχολούν, όπως οι υπηρεσίες, η οργάνωση, η συνύπαρξη με τον άλλο με τον οποίο μοιράζεσαι μια εμπειρία. Στην Ελλάδα, η εμπειρία είναι πάντα ατομική υπόθεση· ας μην το ξεχνάμε.

Δεν μπορεί να γραφτεί οδηγός διακοπών για Έλληνες. Οι Έλληνες τις διακοπές τις ανακάλυψαν πριν από τη δουλειά και διαρκώς προσθέτουν στον όρο νοήματα: Η λέξη «παραθεριστής», π.χ., δεν απαντάται σε καμία άλλη χώρα του κόσμου. Ούτε και εικόνες όπως οι γιαγιάδες που τρέχουν στην Παναγία στην Τήνο καλοκαιριάτικα κάνοντας θρησκευτικό τουρισμό τον Δεκαπενταύγουστο. Διακοπές είναι, τελικά, να φέρνεις τη ζωή στα μέτρα σου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας