Ας πατάξουμε την μνησικακία και ας νοιαστούμε για τους γύρω μας

Ας πατάξουμε την μνησικακία και ας νοιαστούμε για τους γύρω μας

Παρακαλώ ησυχία… Ας χαμηλώσουμε τους τόνους. Δεν είναι καιρός για αγριοφωνάρες, φασαρίες και σκόπιμη οχλαγωγία τούτες οι εποχές. Και με λιγότερα ντεσιμπέλ τα τύμπανα μας εξίσου αρκετά θα πάλλονται. Μια προτροπή: Να τραβήξουμε για λίγο τον κόσμο απ’ την πρίζα. Δίχως περιττούς ήχους να περπατήσουμε πλάι σε κάποιον που πόνεσε, για να μας πείσει να κάνουμε τα πάντα ώστε να μην πονάμε.

Φυσικά να μην πονάμε εμείς, αλλά κυρίως να μην πονάμε τους άλλους. Να στεγνώσει για λίγο η γλώσσα μας, να ρίξουν την παραγωγή σάλιου οι αδένες μας. Ας μη μιλήσουμε και μια ώρα, ας ακούσουμε μόνο. Και σ’ αυτή τη σιωπή ας σκεφτούμε. Ευκολότερη πάντα η σκέψη στην ησυχία. Ας σκεφτούμε τρόπους να δώσουμε, να χαρίσουμε, να προσφέρουμε. Τι; Αγάπη σύντεκνοι! Αγάπη.

Όλα λάθος τα κάνουμε. Λες και γεννηθήκαμε με το χέρι τεντωμένο και η αντίθετη στη φυσική του στάση κίνηση, είναι να το μαζεύουμε προς το σώμα μας. Προς την τσέπη μας. Διαρκώς ζητάμε, διαρκώς θέλουμε. Ένα κεφάλι γεμάτο απαιτήσεις. Και το “δίνω“; Το “κερδίζω” -σε ψυχική υγεία, σε εσωτερική γαλήνη- “δια της άνευ όρων προσφοράς“; Νομίζουμε το πέρασμα μας από ετούτον τον πλανήτη θα μετρηθεί με τοίχους και ρόδες και χρυσό.

Νομίζουμε, οι ανίδεοι, ότι μια μέρα θα βγάλουμε το τελευταίο μας εισιτήριο με τον οβολό που θα σφίγγουμε στο χέρι μας. Το τραγούδησε όμορφα ο Θηβαίος κάποια στιγμή: “ποιους έχουμε ξεδιψάσει θα μας ρωτήσουν“. Έτσι θα ανοίξουμε την πόρτα για το παραπέρα. Με το ποτήρι νερό που γεμίσαμε σε κάποιον που είχε ανάγκη τη δροσιά. Οι γόμες στέκουν δίπλα μας, σε κάθε μικροστάση μας. Δεν είναι τίποτα, ας ρίξουμε λιγάκι τον εγωισμό μας, ας παραδεχτούμε τις ανορθογραφίες μας. Μια να πιάσουμε στο χέρι και να σβήσουμε μερικές απ’ τις μουτζούρες μας, η αρχή έχει γίνει.

Μπερδεμένα στο μυαλό μας. Όλα τα έχουμε μπερδέψει. Κουβάρια που μαζί τους έπαιξαν για ώρες τα αιλουροειδή μιας σαβάνας. “Αν το συμφέρον μου δεν είναι αυτό των υπολοίπων; Αν η οικογένειά μου πληγεί με τη διευκόλυνση κάποιας άλλης οικογένειας; Αν οι μέρες μου δεν ταυτίζονται με το φως των ημερών των διπλανών μου“; Τόσα ξοδεμένα ερωτηματικά! Γιατί άνθρωπέ μου; Γιατί δυσκολεύεις τις εξισώσεις σου;

Βάλε τη σωστή σταθερά και βρες αποτέλεσμα. Ποιος ο λόγος να μιλάμε για “δικό μου” και “δικό σου” και “δικό του“; Γδύσου, πήγαινε σε μια παραλία, σε ένα βουνό, κάπου ερημικά. Μόνο εσύ και η φύση. Πήγαινε και στάσου εκεί και κοίτα τριγύρω. Πες μου τώρα: υπάρχουν κτητικές αντωνυμίες; Πες μου, για πόσους ακόμη αιώνες θα σφάζεις και θα πονάς και θα διεκδικείς για να έχεις; Να έχεις τι; Για πόσον καιρό; Σκέψου! Σκέψου πριν απαντήσεις.

Αγάπη. Είναι η γιορτή του κόκκινου χρώματος και η ανοιχτή πρόσκληση στο πάρτι της σε όλα τα υπόλοιπα χρώματα. Είναι μια όμορφή λέξη που φλερτάρει στην προφορά της αλλά θεώνεται στη σημασία της. Είναι το “κλικ” μιας ζώνης διάσωσης που δένει και τα δύο σώματα που σώζουν και σώζονται εξαιτίας της.

Αγάπη είναι η ομορφότερη θέα που είχε ποτέ κάποιο παράθυρο σε ετούτο τον μάταιο κόσμο, αλλά και η αιτία που κάποιος θα ανοίξει αυτό το ευλογημένο παράθυρο και θα σταθεί να κοιτάξει τη θέα. Είναι ένα πήγαινε έλα εποχών, μια αρμονική διαδοχή ζέστης – κρύου, αγκαλιάς και δροσιάς.

Η Αγάπη, ετούτες τις μέρες, ξεφυλλίζει την ιστορία της. Πηγαίνει πίσω, τότε που κατ’ εντολήν υποδείχτηκε, τότε που αμίμητα διδάχτηκε, τότε που και έναντι ποινής θανάτου υποστηρίχτηκε. Συμβολικά, κάθε χρόνο, αφιερώνουμε σε Αυτόν που θυσίασε τη ζωή του για να φωταγωγήσει τη σημασία της, μια βδομάδα. Και μέσα σ’ αυτήν κλείνουμε μιαν αφήγηση που θα μπορούσε να διαρκεί αιώνες.

Αυτό θα πει η Εβδομάδα αυτή. Αυτό είναι η Μεγάλη Εβδομάδα: η κορύφωση μιας θείας -αλλά και ταυτόχρονα της πιο ανθρώπινης- μουσικής πράξης. Όλες οι νότες στην καλύτερη σειρά που μπήκαν ποτέ. Στην πιο εύ-μορφη, στην πιο εύηχη.

Τα πόδια μας πατάν στα χνάρια κάθε μέρας, απ’ τη Δευτέρα ως το Σάββατο το βράδυ, χωρίς θόρυβο, χωρίς βάρος, δίχως διακριτή ενόχληση. Αφήνουμε τα πάθη ανέγγιχτα απ’ την παρουσία μας, τα κάνουμε όμως κτήμα μας. Ιδρώνουμε και βογκάμε και πονάμε και κλαίμε μαζί τους.

Αυτά μπαίνουν σε εμάς, όχι εμείς στην εικόνα τους. Οδηγούμαστε προς την Ανάσταση από οδοδείκτες αλάθευτους. Στην πορεία μας σημειώνουμε το στίγμα μας με αγκαλιές. Μετανιώνοντας για λάθη, συγχωρώντας, προσευχόμενοι στα στήθη αυτών που διαλέξαμε. Δεν έχει άλλο τρόπο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Μόνον αυτός. Αν δεν το καταλαβαίνουμε από μόνοι μας, ας σωπάσουμε να ακούσουμε. Η Βδομάδα από μόνη της θα μας το φωνάξει.

Να ανακεφαλαιώσω; Πάμε απ’ τη αρχή: Τα βήματα της Μεγάλης Βδομάδας είναι σαν του δολοφόνου πίσω μας πάνω στην παχιά μοκέτα∙ σχεδόν άηχα! Οι μέρες της μπαίνουν, βγαίνουν και το καταλαβαίνουμε απλά από ξεφυλλισμένα ημερολόγια. Η φωνακλάδικη χαρά κάθεται στο παγκάκι στην άκρη του δρόμου και σέβεται τον σιωπηλό πόνο της οδοιπόρου μπροστά της! Δεν έχει τίποτα το μεγαλόσχημο ετούτο το εφταήμερο. Ισοϋψή αισθήματα μάς συστήνονται και κάθονται πλάι πλάι για να βεβαιωθούμε για την α-λήθεια τους.

Ένα το μήνυμα των ημερών: να μην ξεχνάμε! Να διατηρούμε ισχυρή τη μνήμη μας. Να θυμόμαστε ΠΑΝΤΑ ότι κάποιος ήρθε και μιλούσε για αγάπη και εμείς, στις χειρότερες στιγμές της φυλής μας, τον συλλάβαμε, τον βασανίσαμε, τον σταυρώσαμε. Απλά αυτό: Εκείνος αγάπη, Εμείς μίσος. Ίσως όλο ετούτο να μας σπρώξει προς μια συγνώμη. Μία στη ζωή μας. Όλο και κάποιος θα ‘ναι κοντά για να του την πούμε!

Υυστερόγραφο. Το κείμενο δεν κάνει Ιστορία ούτε διδάσκει Θρησκευτικά. Μιλάει απλά για αγάπη μέσα απ’ τους συμβολισμούς των ημερών και τα γραπτά για τη ζωή κάποιου που διάλεξε να πεθάνει χάριν αυτής.