Μπουκάλι: Πως δύναται να εμπνευστείς από δαύτο

Μπουκάλι: Πως δύναται να εμπνευστείς από δαύτο

Πες μου μπουκάλι μου και εγώ ακούω. Πες μου απόψε τις ιστορίες σου κι εγώ παλιό Walkman της Sony, απ’ αυτά που είχαν δυνατότητα εγγραφής, πατάω το REC και κρατάω τις λέξεις σου να τις μεταφέρω στο παρ’ έξω, στο παρά ‘κει. Πες μου και μην αγχώνεσαι για τίποτα εσύ. Είμαι εδώ για να πάρω και άγχη και μέθη και έγνοιες. Δεν αξίζει να βασανιζόμαστε δύο ετούτη τη βραδιά. Χαλάρωσε και ξεκίνα την αφήγηση. Βγάζω το φελλό σου απαλά, άηχα ακόμη και για τους έχοντες την ικανότητα των υπόηχων. Τον γλιστράω έξω κι αν ο λαιμός σου, το στόμιό σου ήταν γυναικείος κόλπος, τα χείλη του θα έκαναν υπόκλιση τραβώντας το φουστάνι τους στο πλάι. Έναν χορό του ερεθισμού θα τον ονόμαζα. Περνάω το δάχτυλο απ’ τη γλώσσα μου, το υγραίνω. Όχι μούσκεμα, ίσα το υγραίνω. Στο στόμιο σου. Κυκλική κίνηση. Πάλι η λέξη που μου έρχεται είναι το «απαλό». Καμιά αγριάδα απόψε. Ένας τύπος σε απόγνωση είμαι. Μια ανάγκη να ακούσει μερικές όμορφες κουβέντες. Δε θα σε τρόμαζα για κανέναν λόγο. Δεν το κάνω. Ξαναφέρνω το δάχτυλο στο στόμα μου. Ένα φιλί μας δια μέσω της αφής αυτό. Τώρα που γνωριστήκαμε καλύτερα, μπορείς να ξεκινήσεις. Πες μου τις ιστορίες σου!

Ακούς αγόρι μου, μπορώ να σε λέω έτσι, δεν το παρεξηγείς; Δεν είναι τίτλος κτήσης, δεν είναι καν ηλικιακός προσδιορισμός. Μια χαριτωμενιά του λόγου σκέψου την. Ίσα για να μην μπλέκουμε με ονόματα, για να μην αρκούμαστε κι εμείς σε τίτλους απλής υπενθύμισης υποκειμένων και αντικειμένων. Άκου λοιπόν ετούτα που, σε όλα τα χρόνια της δήθεν ωρίμανσής μου, κρατούσα άθελα μου ως μυστικά. Άκου πράματα, δίχως το γάμα που τους βάζει την ύλη, έτσι, όπως τα ‘λεγαν οι γιαγιάδες μας: πράματα. Πράματα άυλα στην όψη, εύμορφα κι έγχρωμα στη σκέψη όμως. Άκου και κράτα τους ορίζοντές σου ανοιχτούς. Αμφισβήτηση: λέξη χωρίς νόημα. Σκίσε τη σελίδα του λεξικού που την περιέχει.

Όλες οι ιστορίες είναι τόσο παλιές, έχουν τέτοιαν αχλύ παρελθοντικών ακαθόριστων τέρμινων που και να πεις «όχι, δεν υπήρξαν» θα φανείς χαζός ακόμη και στην αντανάκλασή σου. Αγόρι μου, ας ξεκινήσουμε με συμφωνία: ό,τι είναι παλιό, παλιό ως τις μέρες του Ρόλαντ της Γαλαάδ, ως τις μέρες του Έρεθ Άκμπε, είναι και αληθινό. Γιατί η αλήθεια είναι η μη λήθη. Είναι αυτό το στερητικό άλφα που επιβραβεύει εκείνους τους ξεχωριστούς που μπορούν να αρθρώσουν τα «θυμάμαι» των δικών μας ημερών.

Θυμάμαι τότε που ένας παπάς τσίφτης, λίγο γέρος, λίγο νέος, ενός μικρού χωριού, ξεγέλασε κι έκλεισε μέσα μου τον Διάβολο. Ο κερασφόρος, μετά από κάθε βροχή εμφανιζόταν σαν ξένος στο χωριό, ολόστεγνος και όμορφος. Θεέ μου, κάθε κορίτσι έσπαζε πορσελάνη την κλειτορίδα του· τόσο όμορφος λέω. Όλοι αναρωτιούνταν: «μα όποιος είναι έξω βρέχεται, αυτός έρχεται περπατώντας απ’ το δρόμο μετά από τέτοια καταιγίδα, γιατί είναι στεγνός»; Ο Διάβολος δεν έκανε κανένα μαγικό. Μόλις ξέσπαγε η μπόρα γδυνόταν. Τσίτσιδος. Έβαζε τα ρούχα του σε σακούλα και κάτω απ’ τη μασχάλη του. Μόλις σταματούσε η βροχή ντυνόταν κι έμπαινε στο χωριό. Το σόου που είχε ετοιμάσει είχε πάντα την ίδια θαυμαστή αποδοχή. Σιγά σιγά κέρδισε την εμπιστοσύνη των χωρικών. Όλοι νόμιζαν ήταν άγγελος.

Οι ανίδεοι. Του ‘δωσαν τις οικονομίες τους. Έχτισε εμπορικό κέντρο, όλοι εκεί πήγαιναν, όλοι από εκεί ψώνιζαν. Ο Διάβολος πλούτιζε. Το καφενείο άδειο έκλεισε στον ένα χρόνο πάνω. Και το μπακάλικο και το ραφείο κι ο φούρνος και το ψαράδικο. Το χωριό ήταν σε απόγνωση. Κανείς δε μίλαγε ανοιχτά, φοβόνταν, αλλά όλοι το εξομολογούνταν στον παπά. Αυτός έμενε απέναντι απ’ το εμπορικό κέντρο. Το βράδυ άκουγε εκεί μέσα το γέλιο του Εωσφόρου. Ήξερε. Απ’ την αρχή ήξερε. Είπαμε: τσίφτης ήταν, όχι τραγόπαπας. Μια μέρα πήρε την απόφαση. Έβαλε το πιο φθαρμένο του πετραχείλι, πήρε το πιο σκουριασμένο του θυμιατό, ένα μπουκάλι σαν και του λόγου μου και πήγε στα γραφεία του εμπορικού κέντρου.

Ζήτησε συνάντηση με το αφεντικό και την πήρε. Ο Διάβολος στο πρώτο βλέμμα κατάλαβε: ο παπάς ήξερε. Βγήκε απ’ το γκρι λαμέ κουστούμι του κι έμεινε κόκκινος και τριχωτός σε όλη του την κολασμένη μεγαλοπρέπεια. Ο ιερέας δεν τρόμαξε, αδιαφόρησε μάλιστα. Με ύφος «φλώρε μου, όταν εμείς καίγαμε τις βάτους εσύ χτύπαγες πέτρες να ανάψεις φωτιά κάτω απ’ τα καζάνια σου» τον προκάλεσε: Αν νομίζεις μπορείς να κάνεις τα πάντα σε ετούτη την κοσμική διάσταση μπες τώρα μέσα στο μπουκάλι που κρατάω. Μόνο έτσι θα με πείσεις για το μεγαλείο σου. Κι ο χάφτας αποδέχτηκε την πρόκληση. Ο κάγκουρας έβαλε κάτω το δίπλωμά του κι έστησε την κόντρα με τα παπάκια. Κάνει ένα «μπραφ» και χώνεται μέσα στο μπουκάλι. Κάνει τότε κι ο παπάς ένα «νταπ» και το κλείνει με φελλό. Κι ο Διάβολος… αχ ο δύσμοιρος ο Βελζεβούλ. Χιλιάδες χρόνια έμεινε εκεί μέσα. Και το χωριό ξανάγινε όπως παλιά. Και το εμπορικό κέντρο έγινε το μεγαλύτερο κοτέτσι της Υφηλίου. Και να στον έναν όροφο κοκκόρια, και να στον άλλο γαλοπούλες και να παραπάνω πάπιες και χήνες!

Θυμάμαι πάλι, σε βασίλειο μικρό, στη μέση πεδιάδας εύφορης και οργωμένης, άντρες και γυναίκες να λατρεύουν τα πράσινα σύκα. Κι οι πράσινες συκιές στο βασίλειο ήταν άπειρες. Αμέτρητες ακόμη και για τους αστρονόμους που είχαν συνηθίσει στο μέτρημα των άστρων και των γαλαξίων. Σύκα ζουμερά, κατά ένα παράξενο τρόπο πάντα ώριμα, πάντα στην εποχή τους. Κι όλοι τα έτρωγαν κι όλοι τα χαίρονταν. Και γλύκαιναν τα χείλη τους οι άντρες και μετά έγλειφαν τα στήθη των γυναικών κι η γεύση τους νόμιζαν ήταν αυτή του παραδείσου σε μέγεθος ρώγας. Και γλύκαιναν τις γλώσσες τους οι γυναίκες και μετά τις κατηφόριζαν στους λαιμούς των αντρών και νόμιζαν οι δρόμοι προς το νότο έχουν πάντα γλύκα αρσενικής υπεραιμίας.

Και όλα θα ‘ταν έτσι στον αιώνα τον άπαντα αν η κόρη του βασιλιά δεν μεγάλωνε και αν τα ξανθά μαλλιά της δεν έφταναν ως τη γη και αν η ομορφιά της δε λύγιζε τα πόδια ακόμη και του Τάλου, του ατσάλινου γίγαντα της Κρήτης. Τότε, μάγος τεράστιος και περήφανος και κακός τη ζήτησε σε γάμο. Ο βασιλιάς, γέρος σοφός, δίκαιος και κοσμαγαπητός, μεμιάς κατάλαβε τι κουμάσι ήταν ο τζίτζης που του μοστραρόταν για γαμπρός. Το «όχι» του αντήχησε στους τοίχους του παλατιού, βγήκε απ’ το πρώτο ανοιχτό παράθυρο και έκανε σλάλομ ανάμεσα στα 2,5 δις στάχια της πεδιάδας. Ο μάγος φούντωσε, κοκκίνισε, προσβλήθηκε και έκανε αυτό που ήξερε μόνο: καταράστηκε!

«Όποιος τρώει πράσινα σύκα/να βγάζει κέρατα στο κεφάλι σαν τη θεία μου τη Λιλίκα! Ώσπου ό,τι σας αρέσει μαύρο να γίνει/εκεί να στέκονται και κανείς χωρίς κέρατα να μη μείνει»!

Και έτσι έγινε! Όλο το βασίλειο γέμισε κερασφόρους συκολάγνους. Όλοι ξέραν την κατάρα, κανείς όμως δεν μπόρεσε να αντισταθεί στους γλυκόγευστους καρπούς. Ο βασιλιάς κάλεσε ειδικούς από όλες τις χώρες κι έταξε μεγάλη αμοιβή σε όποιον έβρισκε το φάρμακο που θα έλυνε τα μάγια. Ήρθαν ξυλουργοί και ξυλοκόποι με πριόνια και τσεκούρια. Και χράτσα-χρούτσα και ντάπα-ντούπα προσπάθησαν να κόψουν τα κέρατα αλλά αυτά ούτε καν χαράσσονταν απ’ τα εργαλεία των τεχνιτών. Ήρθαν καλοί μάγοι με τα άμπρα κατάμπρα τους και κακάσχημες μάγισσες με τα φίλτρα τους αλλά τα κέρατα παρέμεναν ταράνδεια στολίδια στα κεφάλια των κατοίκων.

Η απόγνωση ήταν λέξη μικρή μπροστά στον οδυρμό και τα ουρλιαχτά και τις σκέψεις για αυτοκτονία που επικρατούσαν στην πεδιάδα. Και να πω την αλήθεια η λύση δε θα βρισκόταν ποτέ αν η τύχη -ή η μοίρα- δεν έριχνε ένα τόσο δα μικρό πράσινο συκαλάκι μέσα μου. Το κρασί που υπήρχε στο εσωτερικό μου ήταν ξινόμαυρο, παχύ, απ’ αυτό που το πας στο τραπέζι μέσα σε μαντήλι χωρίς να στάξει. Το πράσινο συκαλάκι μεμιάς πήρε το χρώμα της θλίψης και της αφέγγαρης νύχτας. Ο γιος του μπαλωματή που το έβγαλε από μέσα μου δεν κρατήθηκε. Παρότι είχε ήδη 7 κέρατα να κοσμούν την γκλάβα του είπε να το φάει. «Τι εφτά, τι οχτώ, τι εκατό», σκέφτηκε. Και το θαύμα έγινε! Τσακ-τσακ-τσακ… εφτά φορές έπεσε η ελαφίσια συστοιχεία του!

Το κεφάλι του ήταν πάλι έτοιμο για χτένισμα και χάιδεμα και λούσιμο απρόσκοπτο. Το νέο διαδόθηκε σαν τα πρώτα ποιήματα του Πίνδαρου: στόμα-στόμα σε λίγα λεπτά το ήξεραν όλοι. Τα πράσινα σύκα εμβαπτίζονταν στο ξινόμαυρο, αυτό που τους άρεσε μετατρεπόταν σε μαύρο κι η κατάρα πήγε από εκεί που ήρθε. Ο βασιλιάς έκανε τον γιο του μπαλωματή γαμπρό του κι η πριγκίπισσα έβαλε επιτέλους το στέμμα στο κεφάλι της. Το γλέντι που ακολούθησε ήταν τέτοιο που, ο θρύλος λέει, κράτησε εφτακόσια χρόνια με όλες τις μέρες και τις νύχτες τους.

Θυμάμαι κι άλλα πολλά κι άλλες ιστορίες αλλά νομίζω η κασέτα σου στο Walkman έχει γεμίσει. Τι να σου πω λοιπόν και να το θυμηθείς μετά στα σίγουρα από μνήμης; Να σου πω για τον Βύντρα που σκόραρε δεύτερη αγωνιστική σερί στην Ισπανία και προκάλεσε τέτοια αναστάτωση στους Θεούς που παρ’ ολίγο να βυθίσουν με σεισμό την Κεφαλλονιά; Να σου πω για τον Βάις που στα 24 του άφησε τον Ολυμπιακό του Champions League και πήγε για τα λεφτά, να παίξει στην… ξαδέρφη του Βίγια στο Κατάρ; Ή μήπως για τον Τοροσίδη που βούτηξε και πήρε πέναλτι κάλπικο, κουτοπονηριάς, στην Ιταλία και τον βρίζει η μισή ποδοσφαιρική Ευρώπη; Δεν ξέρω. Τι μπορώ να σου πω τώρα στα στερνά; Να σου πω για τους λιμενικούς μιας χώρας που (επιεικώς) επικίνδυνα ανίκανα πνίγουν παιδιά προσφύγων; Να σου πω για τις αρχές της, πολιτικές, δημοσιογραφικές, που τους καλύπτουν κάνοντας αστεϊσμούς κι επιχειρηματολογούν αναμασώντας λεκτικά κόπρανα τύπου «Γενάρη μήνα, οικογένεια, βάρκα, Αιγαίο, προφανώς πνίγονται»; Όχι. Αυτά ντρέπομαι, ντρέπομαι για εσάς τους ανθρώπους να στα πω. Σταματάω, λοιπόν, εδώ απόψε. Έμεινε ακόμη λίγο κρασί στον πάτο μου. Πάρε με στο στόμα και… σύναξέ το, στάλα τη στάλα από το κορμί μου, όπως θα σου πρότεινε κι ο ποιητής. Ας τελειώσω ετούτη τη βραδιά στο στόμα σου.

ΥΓ. Οι ιστορίες με τον Διάβολο και τα Σύκα είναι παραποιημένα παραμύθια που μου έλεγε ο παππούς μου όταν ήμουν μικρός. Η απόσταση του χρόνου και το ζαβό μυαλό μου τα μετέτρεψαν σε αυτά που διαβάσατε σήμερα.

Προηγούμενο άρθροΆι σιχτίρ αγανάκτησα με την Εθνική Ελλάδος μπάσκετ
Επόμενο άρθροΔεν ήταν απλά ένας αγώνας ποδοσφαίρου
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας