Καζίνο ιστορίες και προσωπικές εμπειρίες

Καζίνο ιστορίες και προσωπικές εμπειρίες

Στη συνάντηση ήρθαν όλοι στην ώρα τους. Πως αλλιώς; Τέτοιες συναντήσεις γίνονται κάθε χίλια χρόνια, τέτοια ραντεβού δίνονται αφού οι πλανήτες γλιτώσουν από τον αστεροειδή που έφυγε από τη στέκα βιρτουόζου παίχτη μπιλιάρδου και συνεχίσουν την παρουσία τους στο σύμπαν, ως την επόμενη στεκιά τουλάχιστον. Είναι εκείνα τα «καλώς σας βρήκαμε» που εγείρουν ξανά ανατριχίλες σαραντάχρονης, με κορεσμένο από έρωτα κορμί, γυναίκας. Είναι υπενθυμίσεις αυτές οι μαζώξεις. Υπενθυμίσεις ότι τα σταυροδρόμια κάποιων δρόμων δεν οδηγούν πάντα σε κάτι που από πριν είχες στο μυαλό σου. Ότι το κουτάκι που βρήκες στο υπόγειο του παππού σου δεν κρύβει απαραίτητα μόνο σκόνη και ζωύφια. Ότι οι ψίθυροι που ακούς μέσα στη νύχτα δεν είναι τα πρώτα σημάδια της τρέλας σου, δεν είναι η επιβεβαίωση των συμμαθητών σου που σε χαρακτήριζαν αλαφροΐσκιωτο αλλά η αδύναμη φωνή κάποιων ξωτικών που διάλεξαν εσένα για να σου πουν τα μυστικά του σύμπαντος. Όλα.

Ένας ένας έφτασαν σαν μέσα από πόρτες αόρατες για μάτια άμαθα στο ιδιαίτερο. Ο τόπος ήταν στη γωνία του δρόμου απέναντι απ’ το καζίνο. Ο χρόνος δυο ώρες αφού πέσει το σκοτάδι. Οικοδεσπότης, μιας και το τώρα το ορίσαμε στην πόλη μου, πήγα νωρίτερα περιμένοντας τους, προσμένοντάς τους. Πρώτος έκανε την εμφάνισή του ο Τομ Ρόμπινς. Εφετζής, χαμογελαστός, ζωντανός, με πλησίασε και με κοιτούσε με τρόπο που δε σήκωνε αντίρρηση: «απόψε αγόρι μου θα περάσουμε καλά». Μετά τις πρώτες συστάσεις, τα δικά μου «χαίρομαι», τα δικά του «χαίρεσαι σαν λερωμένο από σιναχωμένο ρακούν μυξομάντηλο ή χαίρεσαι σαν υγρό από απανωτούς οργασμούς μουνί;» περάσαμε στο προκείμενο: τον τζόγο που θα ακολουθούσε. Σίγουρος για τις ικανότητές του και τη βοήθειά του από μασκοφόρους Μπότζο θα δοκίμαζε την τύχη του στα ζάρια. Μου είπε μάλιστα ότι είχε παραγγείλει σε φίλο του Ταϊλανδέζο νταλικέρη να περάσει το ξημέρωμα να φορτώσουν στο φορτηγό τα κέρδη του!

Τις υπερβολές του Αμερικανού συγγραφέα σταμάτησαν απότομα οι μικροδονήσεις ομορφιάς, ιλίγγου και αλαζονικού βαδίσματος που έπιασαν οι αισθητήρες των ακροβλεφάρων μας. Με ταυτόχρονη κίνηση στρίψαμε το κεφάλι, με ταυτόχρονη κίνηση γλείψαμε τα χείλη μας, με ταυτόχρονη κίνηση προσπαθήσαμε να μαχαιρώσουμε ο ένας τον άλλον, προκειμένου να μείνουμε μόνοι μας με τον κινούμενο οργασμό που μας πλησίαζε χαμογελαστός. Αφού αποκρούσαμε και οι δύο επιτυχώς τις επιθέσεις, δώσαμε τα χέρια και υποσχεθήκαμε δίκαιο αγώνα… μέχρι τέλους. Κύριοι στην αγωγή, κύριοι και στην πράξη χαμογελάσαμε και χαρήκαμε την ομορφότερη της βραδιάς. Την ομορφότερη όλων των βραδιών από τότε που γεννήθηκε. «Γεια σου Μόνικα», είπα στην Μπελούτσι και αφέθηκα στη γλυκιά ζάλη του ανοιχτού της μπούστου.

Στο «ciao» της άνθισε κάθε μαργαρίτα που σκόπευε να παρουσιάσει τη νέα της κολεξιόν την άνοιξη, μίλησε κάθε μωρό που μπεμπέδιζε περιμένοντας να περάσουν μερικοί μήνες ώσπου να αρθρώσει τις πρώτες του λέξεις. Φίλησα το χέρι της και την έπιασα απ’ τη μέση σαν παλιά γνωστή που μαζί είχαμε περπατήσει βροχερό βράδυ του προηγούμενου αιώνα στα πλακόστρωτα της Ρώμης. Ο Τομ με 2-3 παρομοιώσεις από 400 λέξεις η καθεμιά, προσπάθησε να την αρπάξει απ’ τα χέρια μου αλλά εις μάτην. Απόψε τα αστέρια χόρευαν στα δικά μου πονταρίσματα. Του το ‘πα, του άρεσε και το σημείωσε για το επόμενο μυθιστόρημά του. Θα με σκότωνε είπε, μια παράγραφο μετά που ο χαρακτήρας μου θα εκστόμιζε την παραπάνω πρόταση!

Ένας θόρυβος απέσπασε την προσοχή όλων μας. Ο επόμενος της παρέας είχε εμφανιστεί και ερχόταν με τα χαϊμαλιά του και τα ματζούνια του και τη φιδομούρη του προς το μέρος μας. Ο Κουετζακοάτλ, θρυλικός αρχηγός και θεός των Μάγια, σερνάμενος-κουνάμενος απαίτησε την προσοχή μας απ’ το πρώτο δευτερόλεπτο που φάνηκε στο ραντεβού μας. Είχε λέει μαζί του ένα ημερολόγιο που πάνω του ήταν γραμμένες όλες οι χεριές που θα μοίραζε απόψε ο dealer στο Black Jack. Ακολουθώντας τον είχαμε εξασφαλισμένα πολλαπλά 21, χιλιάδες από δαύτα. Κλείνοντάς μου το μάτι ο Τομ απομακρύνθηκε κι έσκασε στα γέλια σαν φανατικός του Σεφερλή που έχει εξασφαλίσει εισιτήριο στην πρώτη σειρά του θεάτρου που εμφανίζεται. Μόλις είχε καταλάβει τι ήταν αυτό το 21 που επαναλαμβανόταν τάχα μου στο δήθεν ημερολόγιο για το τέλος του κόσμου. Γύρισε πιο εύθυμος από ποτέ μονολογώντας «21/12/2020 χαχαχαχα… έτσι νόμιζαν τα χαζοκούναβα… χαχαχα… 21 το παιχνίδι, στο 12 τραπέζι, 2020 φορές θα βγει 21, το τέλος του καζίνο… χαχαχαχα». Ο Κουετζακοάτλ έβγαλε τη διχαλωτή του γλώσσα και σχεδόν μας πρόσταξε να κινηθούμε προς την είσοδο. «Όπα μεγάλε ντεμέκ Ίνκα», του είπα. «Περιμένουμε κι άλλους. Υπομονή κάνε και θα ‘ρθει η ώρα μας και για εκεί. Προς το παρόν ασχολήσου με τη θεά ετούτου του κόσμου που είναι στην παρέα μας και ας υποδεχτούμε το τρελό αγόρι που μας πλησιάζει»!

Με μαλλί κουρεμένο μάλλον απ’ τη μαμά του με τη βοήθεια της μεγάλης κούπας για το σερβίρισμα της σούπας, ο Σταμάτης Γαρδέλης με κρεμασμένη κιθάρα στο λαιμό και λευκό κοντομάνικο μπλουζάκι μας πλησίασε τρέμοντας απ’ το κρύο. «Σταμάτη, χάζεψες αγόρι μου;» του είπα χωρίς να περιμένω απάντηση. «31 Δεκέμβρη έχουμε και μου έρχεσαι με το t-shirt σαν παχύσαρκος στην υποσαχάρια Αφρική»; Με κοίταξε με βλέμμα «καμάκι 1983», έπαιξε δυο νότες στα χαμένα και χάσκοντας τη Μόνικα της λέει: «Με λένε Αλέξη, σε λένε Σοφία, κρατώ μια κιθάρα, κρατάς μια ζωή…». Η Μόνικα όλο συγκατάβαση, τον χάιδεψε στο φρεσκολουσμένο με Johnson μαλλί, του είπε ότι δεν κρατούσε τίποτα και λίκνισε ανεπαίσθητα τη μέση της. Τόσο ώστε δυο αεροπλάνα που περνούσαν από πάνω εκείνη τη στιγμή να ζητήσουν αναγκαστική προσγείωση και τα μεγαλύτερα ποτάμια του κόσμου να πάψουν τη ροή τους προς τη θάλασσα.

Γύρισα στην ομήγυρη και μετρώντας τους φωναχτά, αναρωτήθηκα αν περιμένουμε άλλον. Η απάντηση ήρθε απ’ το βάθος του δρόμου. Κάποιος, έβγαινε απ’ την αόρατη πόρτα, την έκλεινε και την εξαφάνιζε ακόμη κι απ’ τα δικά μας μάτια. «Τι απορείς αγόρι μου;» μου είπε. «Εγώ τη φαντάστηκα, εγώ τη σχεδίασα, εγώ την ξεκαλουπώνω όποτε θέλω»! Στα όρια της ευτυχίας που κι ο Στήβεν Κινγκ ήταν πιστός στο ραντεβού μας, άνοιξα την αγκαλιά μου και τον υποδέχτηκα όπως θα έκανε ο Ρόλαντ απ’ τη Γαλαάδ αν συναντούσε τον παλιόφιλό του, τον Κάθμπερτ.

«Φύγαμε», έδωσα το σύνθημα. Η τρελοπαρέα, σφυρίζοντας ένα μπλουζ βγαλμένο από υπόγειο της Νέας Ορλεάνης κινήθηκε προς την είσοδο του καζίνου. Ο Σταμάτης συνέχισε να θεωρεί ότι τον λένε Αλέξη.

Ένας κουρελής, χλεμπονιάρης με μια φωτογραφική μηχανή στα χέρια προσπαθούσε να μας φωτογραφήσει έξω απ’ την πόρτα του κτιρίου. «Μισό λεπτό», λέω στην παρέα, «τον ξέρω αυτόν, είναι ο Τάκης απ’ το Texnologia». Πλησιάζοντας το μισερό τράβηξα τη μηχανή απ’ τη μούτσκα του και του λέω: «Βρε, πάλι υλικό για τη στήλη ψάχνεις; Με αυτές τις βλακείες νομίζεις θα κρατήσεις τη θέση σου; Ήδη ο Σάββας αγόρασε λίμα για το αλυσοπρίονο που θα τεμαχίσει την καρέκλα σου αν συνεχίσεις να γράφεις αηδίες. Έλα μαζί μας, θα έχει ψωμί και για σένα η βραδιά»! Τις αμφιβολίες του για το αν θα του επέτρεπαν την είσοδο στην αίθουσα έτσι κακομοίρης που ήταν, τις έκαμψα απλά κάνοντας λιγάκι στην άκρη κι ελευθερώνοντάς του το οπτικό πεδίο.

Η Μόνικα είχε περάσει μπροστά και προσέγγιζε τον κουστουμαρισμένο υπάλληλο της εισόδου. Τα βήματά της πάνω στις κόκκινες γόβες άλλαζαν τη φυσιολογία του πλανήτη σε κάθε τακ-τακ τους στην άσφαλτο. Ο Ρόμπινς είχε ήδη βρει 700 διαφορετικούς τρόπους να εκσπερματίσει τις προτάσεις του εξαιτίας τους. Και οι 700 είχαν άλικη απόχρωση! Ο υπάλληλος κινδύνεψε σοβαρά να πέσει στην προσπάθειά του να μην πατήσει το σαγόνι του κι ενώ ο ιδρώτας του ξεκινούσε με απλό ρυάκι στο μέτωπο και κατέληγε να αφήνει το σώμα του, σε ποσότητα ικανή να πνίξει ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου. Σαν ζόμπι στην όψη και στις κινήσεις, σαν πεινασμένος Χάνιμπαλ Λέκτερ μπροστά στην Τζόντι Φόστερ, μας άνοιξε την πόρτα λέγοντας «περάστε» και κοιτάζοντας μια τελευταία φορά, από πίσω τώρα, τη Μόνικα να μπαίνει στο ναό του τζόγου. Αφού μπήκε και ο τελευταίος μας (ο Πέσλακ) έκλεισε την πόρτα και πήγε να βγάλει τα μάτια του. Δεν ήθελε να ξαναδεί τίποτα.

Η χλιδή της αίθουσας και η παχιά μοκέτα έκαναν αμέσως εντύπωση στον Στήβεν. «Εδώ θα μπορούσε ο δολοφόνος να φτάσει στο θύμα του, μια ανάσα πίσω του και αυτό να μην έχει πάρει χαμπάρι τίποτα. Ακόμη να πατάει το κουμπάκι του κουλοχέρη τη στιγμή που η λάμα θα κόβει το όμορφο λαρύγγι του! Υπέροχα…» είπε και πήρε τον Κουετζακοάτλ αγκαζέ και κατευθύνθηκαν προς το τραπέζι του Black Jack. Ο Πέσλακ δεν έχασε ευκαιρία. Κλικ-κλικ-κλικ απαθανάτισε το φιδόμορφο Μάγια με τον άρχοντα του μυστηρίου και του τρόμου! Όλοι μας τους ακολουθήσαμε μη θέλοντας να χάσουμε την παράστασή τους και γνωρίζοντας πλέον ότι θα έπαιζαν σε παιχνίδι στημένο. 40 λεπτά αργότερα, ο θεός-αρχηγός, κάνοντας κύκλους τελετουργικούς και προφέροντας ακαταλαβίστικους στίχους -εξωγήινης προέλευσης κατά τον ίδιο- είχε δώσει στον Στήβεν 37 τεράστια πονταρίσματα έναντι του εμβρόντητου ντήλερ. Ο Σταμάτης για να δώσει ένα τόνο νοσταλγικού ρομαντισμού στη στιγμή τραγούδησε γεμάτος πάθος «Με λένε Αλέξη, σε λένε Κουετζακοάτλ, κρατώ μια κιθάρα, κρατάς μια ζωή» κάνοντας τον Στήβεν Κινγκ να θέλει να τον σκοτώσει χωρίς έλεος, όπως θα έκανε αν ήταν ήρωας βιβλίου του! Αρκέστηκε πάντως στο να βάλει τις κερδισμένες μάρκες του στο τσουβάλι που είχε μαζί του ο Πέσλακ για να κοιμηθεί το βράδυ. Σε αντάλλαγμα του έδωσε ένα χαμόγελο για φωτογραφία που θα έμπαινε στο επόμενο άρθρο της στήλης του με την εμπνευσμένη λεζάντα «ο Στήβεν Κινγκ χαμογελάει»!

Η επόμενη στάση της παρέας ήταν το τραπέζι με τα ζάρια. Εκεί είχε ήδη πάρει θέση ο Τομ Ρόμπινς προσπαθώντας να πείσει τον κρουπιέρη ότι έμοιαζε με έναν αγριεμένο ανάπηρο που είχε γυρίσει από καυτά κλίματα. Ο άνθρωπος, μη καταλαβαίνοντας γρι από ότι του έλεγε ο συγγραφέας ζήτησε από τους παίχτες να ποντάρουν. Ο Τόμυ έβαλε 3 παροιμίες και δυο κηρύγματα περί της ευθύνης των ψύλλων της Βιρμανίας στο φαινόμενο της περιοδικής ύφεσης της παγκόσμιας οικονομίας και περίμενε να έρθουν τα αγαπημένα του εξάρια. Βλέποντας τα ζάρια να φεύγουν στον αέρα γύρισε και βούτηξε το κεφάλι του στη χαράδρα του στήθους της Μπελούτσι. Αμέσως μετά έβαλε και τα χέρια του και συνέχισε μπαίνοντας ολόκληρος εκεί που ο Θεός διάλεξε για να φτιάξει το εξοχικό του. Όταν λίγο αργότερα βγήκε πάλι έξω, με ένα χαμόγελο Δαλάι Λάμα που μόλις επέστρεφε από εκστατική εμπειρία, η Μόνικα του άστραψε χαστούκι “che cazzo” ρωτώντας τον τι διάολο έψαχνε εκεί μέσα. Η απάντηση του Ρόμπινς «δεν ξέρω. Το επίθετο μέσα στον λωτό. Το πετράδι μέσα στο μελανοδοχείο. Ένα γαλάζιο δελφίνι που πηδά από ένα νεροχύτη με βρόμικα πιάτα»* έκανε τη Μόνικα να του δείξει την παγκοσμίως γνωστή χειρονομία της κατά μόνας πεομάλαξης και τον κρουπιέρη να χτυπήσει το κεφάλι του με δύναμη στον πλησιέστερο τοίχο. Τα εξάρια στρογγυλοκάθονταν στο τραπέζι κι έπρεπε να πληρώσει τον τρελό με παροιμίες και κηρύγματα!

Η ρέντα ήταν με το μέρος μας ξεκάθαρα και δε μας άφησε καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς. Ο καθένας μας, έχοντας κερδίσει μια μικρή περιουσία, σέρναμε στην ουρά μας ένα τσούρμο υποτακτικούς που ήδη μας ορκίζονταν αιώνια αφοσίωση και μέχρι θανάτου πίστη. Κοντεύοντας να ξημερώσει, η Μόνικα αποφάσισε να κάνει κι αυτή παιχνίδι. Ως εκείνη την ώρα απλά παρακολουθούσε, χειροκροτούσε και δυσκόλευε το διανυκτερεύον νοσοκομείο της πόλης στέλνοντάς του διαρκώς στα επείγοντα, άντρες με αρρυθμίες, με εμφράγματα, με εγκεφαλικά και με υπεραιμία στα γεννητικά τους όργανα. Με στυλ κλεμμένο απ’ την Αφροδίτη όταν έκανε τη βόλτα της μπροστά στον μέχρι τότε κουλ και αδιάφορο Άρη, περπάτησε ως το μέσα δωμάτιο. Σκυλάκια που πέρασαν με άριστα το στάδιο της βασικής υπακοής εμείς, την ακολουθήσαμε με τη γλώσσα έξω και χωρίς να χάσουμε απ’ τα μάτια μας ούτε ένα εκατοστό του κορμιού της. Μπαίνοντας στο δωμάτιο αντικρίσαμε πάνω απ’ το τραπέζι που ήδη καθόταν το κορίτσι μας την πινακίδα που έμελλε να αλλάξει τη ζωή μας, που έμελλε να πείσει 206 κόκαλα στον καθένα μας και κάτι λίτρα αίμα με σάρκα ότι υπάρχει και παράδεισος και Θεός και κόλαση και Κθούλου και Ατλαντίδα και Μέση Γη και κάθε μαγεία και μεταφυσική που ποτέ εικάστηκε κάτι για αυτές.

Strip Poker. Κλικ-κλικ-κλικ. Η συνέχεια μέσες άκρες, και με όσα μπορώ να θυμηθώ, έχει ως εξής: η Μόνικα μπαίνει με ζευγάρι τριάρια. Στο φλοπ πέφτουν δυο άσοι κι ένας ρήγας. Η Μόνικα διπλασιάζει το ποντάρισμα. Turn και river δεν της προσθέτουν τίποτα. Ο αντίπαλός της κρατώντας στα χέρια του άσο και ρήγα κερδίζει με φουλ. Η Μόνικα βγάζει το πουκάμισο και μένει με το κόκκινο δαντελένιο σουτιέν. Κλικ-κλικ-κλικ. Κουετζακοάτλ και Στήβεν Κινγκ τ’ ανάσκελα. Ο Γαρδέλης γρατζουνάει την κιθάρα. Στο «με λένε Αλέξη…» ο Ρόμπινς του βγάζει την κιθάρα βίαια απ’ το λαιμό και τη σπάει χίλια κομματάκια στο πάτωμα. «Συνεχίστε παρακαλώ», απευθύνεται στους παίχτες του τραπεζιού. Η Μόνικα κάνει raise πριν το φλοπ. Πάνω της κρατάει ένα δυάρι κι ένα οχτάρι. Ακολουθάει ο αντίπαλός της. Τα φύλλα που πέφτουν στο φλοπ του δίνουν σετ. Η Μόνικα πάει πάσο. Σηκώνεται και κατεβάζει το φερμουάρ της «αλά γραμματέα» φούστα της. Τη βγάζει σαδιστικά αργά. Μένει με το κόκκινο δαντελένιο στρινγκ. Στα πόδια της φοράει ακόμη τις γόβες της. Κλικ-κλικ-κλικ. Μπουμ. Ο Σταμάτης κείτεται στο πάτωμα.

Η παρτίδα συνεχίζεται. Η Μόνικα έχει ρηγάδες και στο φλοπ πέφτει τρίτος ρήγας. Πηγαίνει all-in. «Κυρία Μπελούτσι, γνωρίζετε τον κανόνα σε περίπτωση ήττας σας στο all-in;», την ρωτάει ο ντίλερ. Αυτή χαμογελάει τόσο προκλητικά που για χάρη της ο Γκάντι θα είχε χαστουκίσει τη Μητέρα Τερέζα κι ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης θα έτρωγε γουρουνόπουλο για μεσημεριανό. Ο αντίπαλός της κάνει call και τα επόμενα καρεδάκια έχουν τρεις ρηγάδες έναντι καρέ της ντάμας! Κλικ-κλικ-κλικ. Η Μόνικα όρθια, το σουτιέν στο πάτωμα. Κλικ-κλικ-κλικ. Η Μόνικα κατεβάζει τα χέρια της προς τη μέση κι αγγίζει το εσώρουχό της. Κλικ-κλικ-κλικ. Μπουμ-μπουμ-μπουμ-μπουμ. Μπουμ ο Ρόμπινς, μπουμ ο αντίπαλος, μπουμ ο ντίλερ, μπουμ κι εγώ. Κλικ-κλικ-κλικ-κλικ-κλικ-κλικ…

Το άρθρο του Τάκη ανέβηκε την επόμενη Τρίτη. Δεν είχε λόγια, ήταν γεμάτο εικόνες. Μόνο εικόνες. Εικόνες τέτοιες που έπειθαν τους Κινέζους να ανασκευάσουν εκείνο το νούμερο για το πόσες λέξεις είναι η καθεμιά. Το κουνάβι είχε γράψει το άρθρο της ζωής του χωρίς να πληκτρολογήσει ούτε ένα γράμμα. Την είχε κάνει λαχείο φέρνοντας μερικά εκατομμύρια αναγνώστες στο Texnologia. Όσο για εμένα; Μια συγνώμη και την κατανόησή σας για το σημερινό πρώτο άρθρο του χρόνου και μια υπόσχεση για πιο ποδοσφαιρικά κείμενα από βδομάδα. Αν έχω ακόμη τη θέση μου.

*Λόγια του Τομ Ρόμπινς από το βιβλίο «Συζητήσεις με τον Τομ Ρόμπινς», εκδόσεις Αίολος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας