Ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου μέσα από προσωπικότητες

Ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου μέσα από προσωπικότητες

Όταν ο Θεός, η φύση, το Big bang, ένας ιπτάμενος δίσκος γεμάτος Βόγκονς μας άφησαν σε αυτό τον πλανήτη δε μας έδωσαν προίκα τίποτα. Ούτε καν την ευφυΐα. Όλα έπρεπε απ’ την αρχή να τα διεκδικήσουμε, να τα κερδίσουμε, να τα κάνουμε κτήμα μας. Από τα πιο απλά όπως το να περπατάμε όρθιοι, ως τα πιο σύνθετα όπως το να μπορεί μέσω οπτικών ινών ο Σάββας να με βρίζει που αργώ να του στείλω το κείμενο. Έτσι, ό,τι απολαμβάνουμε σήμερα ως δεδομένο κάποτε ήταν ψήγμα σκέψης στην άκρη κάποιου εγκεφάλου. Ας μην το ξεχνάμε αυτό όταν ελαφρά τη καρδία αδιαφορούμε για την καταπάτηση των δικαιωμάτων των δίπλα μας. Ένα καλοακονισμένο μπούμερανγκ είναι που κάποια στιγμή θα γυρίσει και προς το δικό μας κεφάλι. Και προς τις δικές μας κτήσεις.

Πηγαίνοντας λοιπόν προς τα εκεί που ο τίτλος μου προϊδεάζει, φτάνω στο Σικάγο και σε εκείνη την Πρωτομαγιά του 1886. Οι υπάλληλοι (κυρίως των εργοστασίων) ωθούμενοι κι από τις επιτυχίες συναδέλφων τους στον Καναδά, βγήκαν στους δρόμους διεκδικώντας το 8ωρο. Ως τότε στις ΗΠΑ η εργασία υπήρχε εκτός κανονιστικού πλαισίου. Οι εργοδότες χρησιμοποιούσαν τους υπαλλήλους κατά την κρίση τους, την επιθυμία τους και τις ανάγκες τους. Δεν υπήρχαν Κυριακές ελεύθερες, δεν υπήρχε ωράριο.

90.000 άνθρωποι πήραν μέρος στην πορεία. Δυο μέρες αργότερα κι ενώ οι κινητοποιήσεις συνεχίζονταν, είχαμε και τους πρώτους νεκρούς. Έξω απ’ το εργοστάσιο Μακ Κόρμικ η αστυνομία με τους μπράβους της επιχείρησης άνοιξαν πυρ σκοτώνοντας 4 εργάτες. Στα συλλαλητήρια καταδίκης της τυφλής βίας που διοργανώθηκαν τις επόμενες μέρες υπήρξαν νεκροί κι απ’ τις δύο πλευρές (τραγική ειρωνία και οξύμωρο ταυτόχρονα). Μια χειροβομβίδα που εξφενδονίστηκε προς τους αστυνομικούς μέσα απ’ το πλήθος των εργατών στάθηκε αιτία για μια δίκη παρωδία και την καταδίκη σε θάνατο οχτώ συνδικαλιστών. Απ’ αυτούς ο ένας αυτοκτόνησε, ενώ η ποινή ίσχυσε για τους υπόλοιπους τέσσερις. Ακόμη και σήμερα η συγκεκριμένη δίκη θεωρείται ως μία απ’ τις σοβαρότερες υποθέσεις κακοδικίας στην ιστορία των ΗΠΑ.

Οι αγώνες συνεχίστηκαν, εν τέλει το οχτάωρο κερδήθηκε όπως και η απεργία της Πρωτομαγιάς που καθιερώθηκε τρία χρόνια αργότερα. Ο εκφυλισμός της στις μέρες μας, αλλά και η παθητική στάση μας απέναντι σε ένα σωρό νόμους και ψηφίσματα που καταπατούν τα εργασιακά κεκτημένα είναι τουλάχιστον ασέβεια προς αυτούς, όπως και πάρα πολλούς μετά από αυτούς, τους ανθρώπους που πάλεψαν, σκοτώθηκαν αλλά εν τέλει κέρδισαν αυτά που απολαμβάνουμε εμείς σήμερα.

Το ποδόσφαιρο, από όταν έγινε επαγγελματικό, είναι για κάποιους η δουλειά τους. Που σημαίνει ότι πέραν των υπαλλήλων υπάρχουν και οι πρόεδροι, οι ιδιοκτήτες, τα αφεντικά. Αυτοί που πληρώνουν μεν, καταπατούν δε. Πολλές φορές ακόμη και κάθε έννοια λογικής. Πάμε να δούμε τρία τέτοια χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Γιώργος Βαρδινογιάννης

Η οικογένεια Βαρδινογιάννη μπήκε στα διοικητικά του Παναθηναϊκού το 1979. Το «πρόσωπο», αυτός που βγήκε μπροστά κι έμεινε ως ο ιστορικός «καπετάνιος» και πρόεδρος του τριφυλλιού ήταν ο Γιώργος Βαρδινογιάννης. Κρητικός, περήφανος, αυστηρός, με περίεργες φήμες όσον αφορά το εμπόριό του να τον ακολουθούν, ο Γ.Β. υπήρξε εμβληματική φιγούρα στα ποδοσφαιρικά δρώμενα της χώρας μας για είκοσι χρόνια. Επειδή όμως περνώντας ο καιρός η μνήμη αρέσκεται να ωραιοποιεί καταστάσεις ας δούμε μερικά απ’ τα ανδραγαθήματα του κορυφαίου πράσινου παράγοντα.

Τη σεζόν 1985-1986 ο Παναθηναϊκός αντιμετωπίζει για το Κύπελλο Ουέφα την Τορίνο. Ο διαιτητής Βοτρώ σφυρίζει επιδεικτικά υπέρ των Ιταλών. Ο «καπετάνιος» δεν μπορεί να το ανεχτεί. Στο τέλος του αγώνα κατεβαίνει στα αποδυτήρια οπλισμένος σαν αστακός. Ο Γάλλος το σημειώνει στο φύλλο αγώνα κι ο πρόεδρος τιμωρείται με διετή αποκλεισμό. Δυο χρόνια αργότερα οι πράσινοι αντιμετωπίζουν την Οσέρ του Γκι Ρου. Αυτή τη φορά η πρόκριση θα είναι για τους Έλληνες ωστόσο ο Γάλλος προπονητής θα δηλώσει ότι μετά το ματς ο πρόεδρος του Παναθηναϊκού εισέβαλλε στα αποδυτήρια κρατώντας στο χέρι του όπλο. Ήταν το πρώτο ευρωπαϊκό παιχνίδι των πρασίνων μετά την τιμωρία του Γ.Β. για τον ίδιο λόγο στο ματς με την Τορίνο!

Πέραν όμως της συνήθειάς του με τα κουμπούρια ο ισχυρός άνδρας είχε κι άλλα κακά κουσούρια. Το σοβαρότερο ήταν ο τρόπος που έβλεπε κι αντιμετώπιζε τους ποδοσφαιριστές της ομάδας του, τους υπαλλήλους του: ως μικρούς, ανύπαρκτους, χωρίς προσωπικότητα. Κάποιοι αντέδρασαν σ’ αυτό, οι πολλοί όχι. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι εκείνο του Πάρη Γεωργακόπουλου.

Ο Γεωργακόπουλος ήταν το δεκάρι των πρασίνων, ίσως μετά τον Δομάζο ο πιο ταλαντούχος ποδοσφαιριστής που φόρεσε τη φανέλα με το συγκεκριμένο νούμερο στο τριφύλλι. Ήταν 27 χρονών, στην καλύτερη ποδοσφαιρική του ηλικία, όταν και κλήθηκε απ’ τον πρόεδρο να ανανεώσει το συμβόλαιό του. Η πρόταση που του έγινε ήταν νέο συμβόλαιο πενταετούς διάρκειας με συνολικές απολαβές 15 εκατομμύρια δραχμές. Ο ποδοσφαιριστής αρνήθηκε, θεώρησε ότι δεν τον εκτιμούσαν και ζήτησε επαναδιαπραγμάτευση των όρων. Η αντίδραση του Βαρδινογιάννη έχει μείνει στην ιστορία μέσα από τη φράση «θα σου καρφιτσώσω το συμβόλαιο στον τοίχο». Ο Πάρης έμεινε στην εξέδρα για έξι μήνες χωρίς να συμμετέχει στις δραστηριότητες της ομάδας. Το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς ο Ολυμπιακός έκανε πρόταση αγοράς του. Ο Βαρδινογιάννης δεν σκέφτηκε ποτέ να τη συζητήσει. «Δεν πρόκειται να τον πουλήσω ούτε για 500 εκατομμύρια δραχμές», είπε. Ο Γεωργακόπουλος προτιμώντας την αξιοπρέπεια απ’ τη δουλοπρέπεια αποφάσισε να σταματήσει το ποδόσφαιρο στο 27 του!

Ανάλογο παράδειγμα ήταν μερικά χρόνια αργότερα αυτό του Καλιτζάκη. Ο σκληροτράχηλος αμυντικός κλήθηκε το καλοκαίρι του 1997 να ανανεώσει το συμβόλαιό του. Οι όροι που το προτάθηκαν δεν τον ικανοποίησαν. Ο πρόεδρος μουλάρωσε ξανά και τον έστειλε να προπονείται με τα τσιμέντα. Με συνεχείς διακοπές συμβολαίου προσπάθησε να τον κάνει να χάσει την καλοκαιρινή μεταγραφική περίοδο. Ο Καλιτζάκης όμως δε μάσησε. Υπήρξε κύριος στις υποχρεώσεις του ως την τελευταία μέρα κι έτσι με τη λήξη του συμβολαίου του έμεινε ελεύθερος και μετακόμισε στην ΑΕΚ.

Στην ΑΕΚ κατέληξε και η σημαία της ομάδας. Μέσα στη δίνη του φαινομένου Κοσκωτά ακούστηκαν φήμες ότι ο Δημήτρης Σαραβάκος είχε συμφωνήσει για τη μετακόμισή του στο λιμάνι με ποσό εξωπραγματικό για τα δεδομένα της εποχής. Ο «καπετάνιος» ποτέ δεν το ξέχασε κι ας μην έγινε ποτέ η επίσημη πρόταση και μετακίνηση το «μικρού» στον Ολυμπιακό.

Το 1994, όταν έληξε το συμβόλαιο του ποδοσφαιριστή, κατέθεσε πρόταση ανανέωσης με το μικρότερο δυνατό νόμιμο ποσό που μπορούσε: 17 εκατομμύρια. Ο Σαραβάκος πικραμένος πήγε στην ΑΕΚ όπου έκανε μια πρώτη μεγάλη χρονιά. Το 1996 επέστρεψε στο τριφύλλι. Όλοι νόμιζαν ότι μετανιωμένος ο πρόεδρος έκανε την κίνηση για να κλείσει την καριέρα του εκεί που του αξίζει. Ξεγελάστηκαν. Μέσω του προπονητή-φερεφώνου του Βασίλη Δανιήλ έκανε μερικά ακόμη καψώνια στον Σαραβάκο αφήνοντάς τον στον πάγκο ακόμη και στα οικογενειακά διπλά. Η απαίτηση του κόσμου για χρησιμοποίηση του «μικρού» ποτέ δεν εισακούστηκε. Ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν κι άλλα (Μαυρίδης, Μπασινάς, Μάρκος, Φρατζέσκος…) ωστόσο δεν υπάρχει λόγος να επεκταθούμε. Μια ιδέα πήραμε της εργοδοτικής αυθαιρεσίας του Γ.Β.

Ο οποίος βέβαια υπήρξε εποχή που είχε τέτοια δύναμη που ακύρωνε ακόμη και αποφάσεις δικαστηρίων. Για παράδειγμα στην πολύκροτη τότε μεταγραφή του Στράτου Αποστολάκη απ’ τους κόκκινους στους πράσινους. Ο Αγρινιώτης αμυντικός είχε υπογράψει στον Ολυμπιακό όταν ο Παναθηναϊκός του έκανε καλύτερη προσφορά. Πράσινος στα αισθήματα ο ίδιος έβαλε και δεύτερη υπογραφή αφού τον έπεισαν ότι υπάρχει νομικό παράθυρο. Ο αθλητικός δικαστής δεν είδε ποτέ αυτό το παράθυρο και ακύρωσε τη μεταγραφή του Αποστολάκη τιμωρώντας τον ίδιο και τον Παναθηναϊκό. Ο Βαρδινογιάννης σε μια έκρηξη θυμού δήλωσε το φοβερό «και οι κρίνοντες κρίνονται». Λίγες μέρες αργότερα ο δικαστής δεν ήταν πια στη θέση του, οι ποινές είχαν σβηστεί κι ο ποδοσφαιριστής ανήκε επίσημα στο τριφύλλι.

Μάκης Ψωμιάδης

Ο «αγαπούλας», ο Μάκαρος, είναι μια κατηγορία μόνος του. Είναι η ανάμιξη του υποκόσμου με τη μπάλα. Είναι … «το πούρο στη βουλή» (κατά το «η μαγκούρα στη Βουλή», του Παπαγιαννόπουλου). Δε θα πιάσω τα τωρινά του κατορθώματα. Τα έχουμε τόσο πρόσφατα εξάλλου που η βρώμα τους δεν έχει φύγει ακόμη απ’ τον αέρα γύρω μας. Θα κοιτάξω λίγο πιο πίσω και θα κρατήσω μερικά μαργαριτάρια του της εποχής της προεδρείας του στην ΑΕΚ.

Όντας πρόεδρος λοιπόν της ΑΕΚ, ένα βράδυ στις αρχές του 2003 πήρε μερικούς φουσκωτούς κι έκανε ντου στο σπίτι του τότε ποδοσφαιριστή Ντέμη Νικολαΐδη. Η δικαιολογία ήταν για να ελέγξει αν ο Ντέμης τηρούσε το ωράριο του εσωτερικού κανονισμού. Ο τραμπούκικος τρόπος του όμως του έφερε μια μήνυση απ’ τον ποδοσφαιριστή για εξύβριση, απειλές κι εκβιασμό και προσφυγή για να μείνει ελεύθερος απ’ την «ΑΕΚ του Μάκη».

Λίγο καιρό πριν είχε διώξει το προπονητικό δίδυμο των Τόνι Σαβέβσκι και Έγκε Γκέραρντ σχεδόν χωρίς λόγο. Τους απείλησε μάλιστα ότι τους κρατούσε στο χέρι. Αν μιλούσαν στον Τύπο είπε, θα έβγαζε στη δημοσιότητα τις κρίσεις τους για τους ποδοσφαιριστές τις οποίες είχε ηχογραφήσει!

Σε ένα ματς, πάλι, ΑΕΚ-ΟΣΦΠ δεν του άρεσε η τηλεοπτική μετάδοση και τα σχόλια των δημοσιογράφων. Λήγοντας ο αγώνας πήρε τους φουσκωτούς του και έκανε ντου στα δημοσιογραφικά θεωρεία γεμίζοντας τον τόπο μπουνιές και κλωτσιές. Στη χώρα της ανοχής στην ξεφτίλα ωστόσο, κανείς ποδοσφαιράνθρωπος δεν αντέδρασε. ΕΠΟ και ΕΠΑΕ σιώπησαν εκκωφαντικά.

Αυτοί που φώναξαν και μάλιστα δυνατά, υπέρ του Μάκαρου όμως, ήταν οι… φίλαθλοι της ΑΕΚ λίγο καιρό μετά. Στον τελικό του Κυπέλλου η ομάδα τους σήκωσε το τρόπαιο. Ο πρόεδρος τους καθόταν δίπλα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, του έδωσε το χέρι και πέρασε τα μετάλλια στους λαιμούς των ποδοσφαιριστών του. Η απόλυτη κατάντια αποθεώθηκε. Τα ντουγάνια της εξέδρας έβλεπαν στο πρόσωπό του τον άνθρωπο που τρομοκρατούσε τους διαιτητές και προστάτευε την ομάδα απ’ τις αδικίες.

Μερικές άλλες στιγμές απερίγραπτου ποδοσφαιρικού και ηθικού κάλλους του συγκριμένου ανθρώπου είναι οι ακόλουθες. Στιγμές που σε άλλα, πολιτισμένα κράτη θα ανήκαν στον ποινικό κώδικα και ο υπαίτιός τους θα αντιμετώπιζε τη δικαιοσύνη. Αυτή που και σήμερα, σχεδόν 10 χρόνια μετά περιπαίζει ακόμη και περιφρονεί.

  • Ο ποδοσφαιριστής της ομάδας Άκης Ζήκος αρνείται την ανανέωση του συμβολαίου του. Δεν υπογράφει και ζητάει μεταγραφή. Το ίδιο βράδυ το αυτοκίνητό του παίρνει φωτιά.
  • Ο ποδοσφαιριστής της ομάδας Ερικ Ραμπεσαντραντανά φιλάει τη γυναίκα του στο στόμα. Δυστυχώς εκεί δίπλα είναι ο Μάκαρος. Το θεωρεί ασέβεια στο πρόσωπό του (ζήλεια το κόβω εγώ) και του επιτίθεται με γροθιές και σπρωξίματα.
  • Επιχειρεί να δείρει τον πρόεδρο της ΕΠΑΕ Θοδωρή Κανελλόπουλο. Λέει μάλιστα γι’ αυτόν ότι είναι «μια παλιολινάτσα που δεν είναι ικανή ούτε να του αγοράζει εφημερίδες».
  • Ο ποδοσφαιριστής της ομάδας Στάθης Κάππος αρνείται να πάει με μεταγραφή στην Παναχαϊκή. Η απειλή εναντίον του είναι ξεκάθαρη: «Ή πηγαίνεις ή σου σπάω τα πόδια!».

Μπουλάτ Τσαγκάγεφ

Ο Μπουλάτ Τσαγκάγεφ είναι Τσετσένος με ότι αυτό συνεπάγεται για την ψυχοσύνθεσή του. Επίσης είναι πλούσιος και πρόεδρος της Ελβετικής Ξαμάξ. Η παλιά μεγάλη δύναμη του ελβετικού ποδοσφαίρου φέτος δεν ξεκίνησε καλά. Ε, ο Μπουλάτ τα πήρε και άρχισε τα όμορφα. Μετά την ήττα στην πρεμιέρα από την νεοφώτιστη Σερβέτ έδιωξε τον τερματοφύλακα Γκολάτο. Η δεύτερη ήττα που ακολούθησε τον έφτασε στα όρια της υστερίας. Ποιος είδε τη Μαύρη Χήρα και δεν τη φοβήθηκε!

Έφυγαν κατά σειρά μια για πάντα και οριστικά: ο πρόεδρος, ο προπονητής, ο τεχνικός διευθυντής (ο παλιός βραζιλιάνος σταρ Σόνι Άντερσον), ο προπονητής τερματοφυλάκων και δύο ποδοσφαιριστές: ο Καρλάο και ο Μπίνια που έκανε το λάθος να βάλει αυτογκόλ. Τι είπατε; Δεν είχαν συμβόλαια; Ε, και; Νέος προπονητής έγινε ο τρελο-Ισπανός Χοακίν Καπαρός. Όλοι νόμιζαν ότι κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι. Αλλά ετούτος ο τέντζερης μάλλον δεν έχει καπάκι στα μέτρα του.

Νέα ήττα κατέβασε τον πρόεδρο στα αποδυτήρια μαινόμενο με ένα όπλο ανά χείρας απειλώντας τις ζωές των ποδοσφαιριστών του. Οι ίδιοι μετά απ’ αυτό είχαν μυαλό μόνο για τη σωτηρία τους κι όχι για νίκες. Ο Καπαρός έφυγε και οι οπαδοί προσπάθησαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Δήλωσαν ότι δεν ξαναπηγαίνουν στο γήπεδο ώσπου να φύγει ο πρόεδρος. Ο ίδιος δεν πτοήθηκε καθόλου! Είπε ότι παίρνει την ομάδα και φεύγει. Έχει κάνει τα χαρτιά και είναι έτοιμος για τη μετακόμιση της ομάδας σε άλλη πόλη!!!! Γενεύη ή Λωζάνη ο προορίσμός του. Τελευταίος προπονητής ο -γνωστός μας απ’ τη θητεία του στον Παναθηναϊκό- Βίκτορ Μουνιόθ. Ο οποίος αντέχει ήδη είκοσι μέρες! Αλήθεια, πόσα ακόμη θα πρέπει να κάνει αυτός ο άνθρωπος για να επέμβει η UEFA, τα ελβετικά δικαστήρια, κάποιο επίσημο όργανο των ποδοσφαιριστών;

Προηγούμενο άρθροΔεν ήταν απλά ένας αγώνας ποδοσφαίρου
Επόμενο άρθροΚαζίνο ιστορίες και προσωπικές εμπειρίες
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας