Μετά από την κατανάλωση μιας μπύρας χαλασμένης Finkbräu Pils και κάτι περίεργων ζελεδιασμένων παρασκευασμάτων με γεύση μαστίχας Χίου, που με πάσαρε ο Προδρόμου, μάλλον για να με δηλητηριάσει (μόλις διάβασα ό,τι τα λένε “τσάρλεστον”) είναι καιρός να πατάξω την αναβλητικότητα που με δέρνει και να γράψω ένα άρθρο πρωτού αρχίσει να με πιάνει το δηλητήριο.
Σήμερα αποφάσισα να δυσκολέψω τον εαυτό μου και να γράψω για μια προσωπικότητα νίντζα. Ο νίντζα μας έχει το όνομα Isidore Lucien Ducasse (ελληνικά: Ιζιντόρ Ντυκάς). Εντάξει. Δεν ήταν νίντζα. Συγγραφέας ήταν, αλλά ήταν τόσο undercover που ακόμα και οι σχιστομάτηδες με τα full face θα τον ζήλευαν. Ο Isidore λοιπόν ήταν “γραφιάς” και κυκλοφορούσε με το καλλιτεχνικό προσωνύμιο Comte de Lautréamont. That’s a classy one! Θυμίζει γκόφικ παρατσούκλι. Well, αν ζούσε στις μέρες μας μάλλον θα κυκλοφορούσε σαν μαύρη και άδικη κατάρα με δίπατες αρβύλες και μαύρη καπαρντίνα, την οποία, υποθέτω, είχε ήδη στη καρνταρόμπα του.
Ο “κόμης” είναι ο άνθρωπος που έγραψε τα “Άσματα του Μαλντορόρ” (Les Chants de Maldoror γαλλιστί), μία ουσιαστικά ποιητική πρόζα, αποτελούμενη από έξι άσματα (cantos), η οποία αναγκάζει κάθε “σκληροπυρηνικό” γότθο να πετάξει ότι μαύρο έχει πάνω του και να φορέσει ροζ μπλουζίτσα polo με σηκωμένο γιακά από τη ντροπή του.
Μιλάμε για την μαυρίλα. Κατά την ταπεινή μου άποψη μια διαφορετική και καθόλου εύπεπτη μαυρίλα, όχι μόνο λόγω της προκλητικής και ζοφερής της φύσης, αλλά και εξαιτίας του τρόπου γραφής του Isidore ο οποίος είναι “βαρύς” και ταυτόχρονα άκρως ειρωνικός — βάζοντας σε σ’ ένα τριπάκι “να-θέλεις να τα διαβάσεις και να τα κατανοήσεις τα ρημάδια τα άσματα”. Αλλά επειδή αν συνεχίσω έτσι όλο το άρθρο θα μετατραπεί σε ένα φλύαρο και χαοτικό διθύραμβο για τα Άσματα του Μαλντορόρ ας ασχοληθώ λίγο και με τον έρμο τον Ισίδωρο που τον παραμέλησα.
Γεννήθηκε στις 4 Απριλίου του 1846 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης, ήταν Γαλλικής καταγωγής και ο πατέρας του, ονόματι Francois Ducasse, ήταν υπάλληλος στο γαλλικό προξενείο. Η μητέρα του, Jacquette-Célestine Davezac πέθανε ένα χρόνο περίπου μετά τη γέννηση του. Οι κακές γλώσσες λένε πως αυτοκτόνησε. Τον λόγο δεν θα τον μάθουμε ποτέ.
Εδώ θα αρχίσω να ρίχνω κατάρες, γιατί η παιδική ηλικία του Isidore καλύπτεται από ένα “πέπλο μυστηρίου” και είμαι σίγουρη ο,τι ήταν μια χαριτωμένα διαταραγμένη παιδική ηλικία από την οποία πραγματικά θα είχε πλάκα να γνωρίζουμε γαργαλιστικές λεπτομέρειες. Ίσως μια καλή θυσία στον Βουάλ ικανοποιήσει την περιέργειά μας. (Άντε, τι με κοιτάτε έτσι; Πού είναι η παρθένα;).
Στα πέντε του, εν έτη 1851, έζησε το τέλος της πολιορκίας του Μοντεβιδέο, πράγμα που σημαίνει ό,τι ως τότε η κατάσταση ήταν μάλλον κάπως “περίεργη” για την οικογένεια του, παρ’ όλο που ο πατέρας ήταν υπάλληλος πρεσβείας. Στα δεκατρία του έφυγε σκαστός για τη Γαλλία, με σκοπό να σπουδάσει εκεί, υπό άγνωστες συνθήκες. Όσοι έχουν καεί προσπαθώντας να βρουν στοιχεία για τον βίο του λένε ότι είχε ψυχρότατες σχέσεις με τον πατέρα του — με τον οποίο δεν αποκλείεται να μην είχαν καμία βιολογική συγγένεια. Η μαμά Celestine ίσως ήταν ατακτούλα και ίσως η αυτοκτονία να “φάνηκε για αυτοκτονία” και όχι για, εχμ, φόνο. Ας το κόψω όμως με το κουτσομπολιό και ας συνεχίσω λίγο με την “διήγηση”.
Βρέθηκε αρχικά στο Imperial Lycée και μετέπειτα στο Lycée Louis Barthou, στο οποίο παρακολούθησε μαθήματα ρητορικής και φιλοσοφίας. Ήταν πολύ καλός στην αριθμητική και το σχέδιο και έδειχνε από τότε ότι ήταν ιδιαίτερο φυντανάκι σε ότι αφορά τη σκέψη και την όλη “στάση” του. Ήταν από τότε “σκοτεινούλης” και την έβρισκε άσχημα διαβάζοντας Poe, Byron, Shelley, Milton, Baudelaire και λοιπούς μαύρους και άραχνους συγγραφείς. Οπότε όλοι καταλαβαίνουμε πώς άρχισε το κακό και καταλήξαμε στα “άσματα”.
Πλάκα έχει όμως ό,τι ο Isidore δεν ήταν ένα ήσυχο γκικιό της εποχής του και γούσταρε ανελέητα ίντριγκα και καφρίλα. Μια ωραία καφρίλα ήταν αυτή που έκανε στη καθηγήτρια του στο μάθημα των γαλλικών. Σε μια έκθεση λοιπόν άδραξε την ευκαιρία και άρχισε κυριολεκτικά να spam-άρει περιγραφές φρικτών σκηνικών θανάτου χρησιμοποιώντας “μια φοβερή αφθονία των επιθέτων”. Φυσικά η δασκάλα του φρίκαρε, του έριξε καμπάνα και ο Isidore μάλλον κατέβασε τα μούτρα, έβαλε τα κλάματα και σκέφτηκε ταυτόχρονα 20 τρόπους να τη δολοφονήσει. Άσχημο πράγμα να μην εκτιμούν την τρέλα σου, κυρίως όταν την “ζεις” τόσο έντονα.
Αποφοιτώντας από το λύκειο, μετά από μια μικρή περίοδο παραμονής στο Μοντεβιδέο, οπού μάλλον τα έσπασε με τον πατέρα του και πήρε ολωσδιόλου πόδι, πήγε και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκείνη την περίοδο, καθώς τελείωνε με το σχολείο πήρε και την απόφαση να γίνει συγγραφέας. Παράλληλα σπούδαζε στη Πολυτεχνική Σχολή του Παρισίου. Δεν γνωρίζουμε σε ποια ειδικότητα, αλλά μάλλον είχε να κάνει με θετικές επιστήμες — τρέλα και θετικές επιστήμες πάνε μαζί άλλωστε, τα έχουμε ξαναπεί αυτά.
Παρά την λογοτεχνική ιδιοφυΐα του, που θα την αποδείκνυε πολύ αργότερα, στη σχολή του ήταν μετριότατος: λογικά έσερνε το μαυροφορεμένο του κουφάρι ως εκεί και δεν έκανε τίποτε παραπάνω — κάτι σαν τους Έλληνες φοιτητές που σέβονται τον εαυτό τους. Το φιάσκο του Πολυτεχνείου κράτησε έναν χρόνο. Ο Isidore έπρεπε να ασχοληθεί με αυτό που ήταν “φτιαγμένος” να κάνει, τη συγγραφή. Ο γέρος του, παρόλο που όπως λέγεται τον είχε αποκληρώσει, συνέχιζε να του στέλνει οικονομική βοήθεια (μα πόσο ελληνικό φοιτηταριό η όλη φάση) κι έτσι ο Isidore ήταν απερίσπαστος: μπορούσε να γράφει ότι καφρίλα ήθελε χωρίς να χρειαστεί ποτέ να ανησυχήσει για τα προς το ζην.
Και πώς τις έγραφε τις “καφρίλες” του… Έγραφε ΜΟΝΟ κατά τη διάρκεια της νύχτας, πάνω από ένα πιάνο, βαρώντας ασυνάρτητα τα πλήκτρα του και παραμιλώντας ρητορεύοντας έντονα. Απλά φανταστείτε το και ανατριχιάστε, προσπαθώντας να συγκρατήσετε τα γέλια σας. Πρωτογότθος από τους λίγους.
Όλη αυτή η γραφικότητα και ο φανφαρονισμός (ψψψ, λέξη) βέβαια δικαιολογούνται. Κάθε “βαρεμένο” πιτσιρίκι, με ιδιαίτερο τρόπο σκέψης σε σχέση με τα υπόλοιπα πιτσιρίκια και με μια όχι και τόσο ζαχαρένια παιδική ηλικία, βιάζεται να μεγαλώσει, να αποδείξει ότι είναι κάποιος — και αναπόφευκτα πέφτει σε τέτοιες λούπες γραφικότητας. Το καλό είναι πως αυτές με τα χρόνια ξεπερνιούνται, αλλά ο Isidore εδώ που τα λέμε δεν πρόλαβε να τις ξεπεράσει λόγω “τεχνικών δυσκολιών”.
Τέλος πάντων — μετά κόπων και βασάνων και αφού έσπασε αρκετές χορδές από το ταλαίπωρο πιάνο, ολοκλήρωσε το πρώτο άσμα και το εξέδωσε ανώνυμα και με δικά του έξοδα. Μετέπειτα άρχισε τα ταχυδρομικά πίτσι πίτσι με τον Victor Hugo (που η εξελληνισμένη βερσιόν του ονόματός του μου φέρνει καντήλες) και του έστειλε δύο αντίτυπα του έργου του για να τα “σπρώξει”. Έτσι τον Ιανουάριο του 1869 το πρώτο άσμα εκδίδεται ξανά σε μια ανθολογία με τίτλο “Parfums de l’Ame”.
Εκεί ο Isidore χρησιμοποιεί για πρώτη φορά το ψευδώνυμο Comte de Latreamont, παρμένο από ένα βιβλίο του Eugene Sue, του οποίου ο ήρωας έφερνε στη βλασφήμια τον Maldoror του Ducasse. Υπάρχουν και δύο χαριτωμένες εκδοχές που δίνουν περαιτέρω ενδιαφέρον σε αυτό το όνομα. Η μία λέει ότι ο τίτλος του βιβλίου παραφράστηκε ως “L’autre Amon” που σημαίνει “ο άλλος Άμων”, αναφερόμενος στον δαίμονα της Goetia (“Παντού διαόλια μας πλασάρεις εσύ” — δεν φταίω εγώ, έχουν αστεία ονόματα!) αλλά μπορεί να διαβαστεί και ως “L’ autre Amont” που σε μια μπακαλίστικη μετάφραση σημαίνει “η άλλη όχθη του ποταμού”.
Την ίδια χρονιά (1869, μικρή μου κινούμενη διάσπαση προσοχής) είχε ήδη ολοκληρώσει και τα έξι άσματα, οπότε βγήκε παγανιά μήπως και βρει εκδότη. Αρχικά απευθύνθηκε στον Albert Lacroix που είχε εκδόσει βιβλία του Sue. Αφού τυπώθηκε το βιβλίο, ο Lacroix άρχισε την κλάψα: ότι το βιβλίο παραήταν βλάσφημο και ότι δεν ήθελε να χαλάσει το καλό του όνομα και να τρέχει στα δικαστήρια. Οπότε αυτή η έκδοση δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Αμέσως ζήτησε τη βοήθεια του Auguste Poulet Malassis, ο οποίος είχε εκδόσει τα “’Άνθη του Κακού” του Baudelaire, παρακαλώντας να στείλει αντίτυπα του έργου του σε κριτικούς λογοτεχνίας.
Ο Poulet εν τέλει ανακοίνωσε την έκδοση των ασμάτων τον ίδιο μήνα στο λογοτεχνικό περιοδικό του “Quarterly Review of Publications Banned in France and Printed Abroad”. Ο τίτλος τα λέει όλα πιστεύω.
Και εκεί που έχουν αρχίσει να στρώνουν τα πράγματα και ο Isidore είχε αρχίσει να συγγράφει τον “αντίποδα” του Maldoror, ένα βιβλίο που θα εξυμνούσε το “καλό” και την “αρετή”, σκάει πολιορκία, με αγάπη, από τις πρωσικές δυνάμεις στο Παρίσι. Μέχρι τότε είχε προλάβει να εκδώσει άλλα δύο βιβλία — το Poesies I και το Poesies II, οπού αποτελούσαν μια μορφή προλόγου για “τα άσματα του καλού”, αυτή τη φορά βάζοντας στην άκρη το “καλλιτεχνικό” του ψευδώνυμο και χρησιμοποιώντας το κανονικό του όνομα.
Οι συνθήκες διαβίωσης στο Παρίσι όμως, εξαιτίας της πολιορκίας, άρχισαν να παίρνουν την κατιούσα. Αυτή η πτώση του βιοτικού επιπέδου πήρε παραμάζωμα και τον Ducasse. Απεβίωσε στις 24 Νοεμβρίου του 1870 στην ηλικία των 24 ετών. Η πιο αποδεκτή εκδοχή θέλει τον θάνατό του να προήλθε από κάποια μολυσματική ασθένεια. Μια άλλη εκδοχή λέει ότι δολοφονήθηκε από τη μυστική αστυνομία του Ναπολέων Γ’, αν και ειλικρινά δε ξέρω γιατί κάποιος θα ήθελε να δολοφονήσει έναν 24χρονο που απλά έγραφε λίγο πιο “μαυρισμένα” από τα υπόλοιπα 24χρονα. Τα πάντα για τη ζωή αυτού του τύπου θα μείνουν καλυμμένα από ένα φάσμα αβεβαιότητας. Και το είχε πει ο αναθεματισμένος: ”I will leave no memoirs”. Τήρησε τον λόγο του. Μάγκας.
Όμως δε θα μου τη γλιτώσετε έτσι εύκολα, γιατί το γλέντι για τον Comte de Lautreamont και το έργο του ξεκινάει Post-mortem. Το 1917 για την ακρίβεια, ο Phillip Soupault ανακαλύπτει τα Άσματα σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο στο τμήμα των μαθηματικών — μα ποιος μαλάκας τα πέταξε εκεί; Το διάβασε το βράδυ της ίδιας μέρας εκστασιασμένος λες και είχε κατεβάσει κοκτέιλ ενθεογενών, το ξαναδιάβασε το επόμενο πρωί για να σιγουρευτεί ότι δεν το είδε σε κάποιο όραμα και μετά το έδειξε ενθουσιασμένος στον Andre Breton, όπως ένας νέρντης δείχνει στους συν-νέρντιδές του τις καινούριες φιγούρες που αγόρασε για το Warhammer.
Μετά από αυτή τη random ανακάλυψη ο Lautreamont έγινε γνωστός στους κύκλους των σουρεαλιστών, λατρεύτηκε ωσάν προφήτης και μπήκε στο πάνθεον των “καταραμένων ποιητών” αγκαλίτσα με τον Baudelaire και τον Rimbaud. Ενέπνευσε τους πάντες όλους, από Miro και Dali μέχρι Modigliani και πολλούς άλλους, που και να τους αναφέρω στο ντούκου θα πάνε — οπότε απλά σας δίνω μια γεύση, αν τυχαίνει να είστε βαρετοί τεχνοκράτες, μάλλον βρίσκεστε σε λάθος μέρος. Ο Modigliani παρεπιπτόντως, ως άκρως γραφικό τυπάκι που ήταν, κυκλοφορούσε συνέχεια με ένα αντίγραφο των Ασμάτων πάνω του, από το οποίο συχνά πυκνά απήγγειλε χωρία — μα γιατί δεν μου κάνει καμία εντύπωση;
Εκτός από την όλη καφρίλα και μαυρίλα αυτού του βιβλίου που περιέχει από ωδή στη μύγα μέχρι συνουσία του Maldoror με καρχαρία -θηλυκό, θα μας πουν που θα μας πουν κτηνοβάτες, μην μας πούνε και γκέι- υπάρχει και η ατάκα που φαίνεται πως συγκίνησε ιδιαίτερα τους καμένους και παράφρονες σουρεαλιστές, στέφθηκε με δάφνες και ήταν η εξής:
“Είναι ωραίος σαν την τυχαία συνάντηση πάνω σ’ ένα τραπέζι ανατομίας, μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας.”
Ο Isidore αποτύπωσε τον Σουρεαλισμό πριν καν αυτός υπάρξει σαν έννοια, στα 24 μόλις χρόνια του. Έπιασε στα χέρια του τον εγωισμό των σουρεαλιστών, τον έστριψε, τον ζούληξε, τον ξερίζωσε, και τους τον σέρβιρε για πρωινό και αυτοί φυσικά του είπαν “ευχαριστώ” — γιατί αν έκαναν οτιδήποτε άλλο θα έσκαγε μύτη και θα τους καταβρόχθιζε ο θηλυκός καρχαρίας που αναφέρθηκε πιο πάνω.
Εκτός από τους σουρεαλιστές συμπάθεια τον είχαν και οι καταστασιακοί αφού ταίριαζε γάντι στην “ιντελεκτουάλ επαναστατικότητά” τους.
Πέρα από δαύτους έχει επιρρεάσει σκηνοθέτες όπως ο Jean-Luc Godard που στο Week End έχει απαγγελία ενός μέρους των Ασμάτων προς τα τελειώματα της ταινίας και τον Kenneth Anger που πήγε να γυρίσει ολόκληρη ταινία βασισμένη στα Άσματα, αλλά στη παραγωγή βγήκαν μόνο δοκιμαστικές λήψεις. Επίσης και οι μουσικάντηδες τον συμπαθούν, πάρτε μερικά απλά παραδείγματα:
- Υπάρχει ένα project ονόματι Maldoror, για το οποίο είναι συνένοχοι ο τραγουδιστής των Faith No More, Mike Patton και ένας ιάπωνας ονόματι Masami Akita, οπού παίζει noise πίσω από το ψευδόνυμο Merzbow.
- Oι φίλτατοι Current93 έχουν γράψει διάφορα τραγουδάκια για τον Maldoror ένα απ’ τα οποία μπορείτε να ακούσετε εδώ και το οποίο μου αρέσει να ακούω όταν τρίβω ντομάτες.
- Οι Bauhaus έχουν αναφορά στον Maldoror στο “The Three Shadows”– ας ανατριχιάσουμε όλες μαζί γιατί είναι κομματάρα.
- Οι The Ocean χρησιμοποίησαν τον Maldoror σαν πηγή έμπνευσης για το concept και τους στίχους του Precambrian.
- O Nivek Ogre των Skinny Puppy έχει δηλώσει πως βασίστηκε επίσης στον Maldoror από άποψη στίχων, στα πρώτα του βήματα τουλάχιστον.
- Οι Thee Maldoror Κollective, Ιταλοί που παίζουν μια μίξη από industrial και black metal, μετά από μια δεκαετία αναποφασιστικότητας κατέληξαν σε αυτό το όνομα και μπορώ να πω ότι έχουν συμπαθέστατο φασαριόζικο ήχο.
- Τέλος υπάρχουν και κάτι άλλοι Ιταλοί γοτθομέταλλοι με το όνομα Chants of Maldoror (τι φάση με τους Ιταλούς;), οι οποίοι βέβαια δεν είναι και ιδιαίτερα γνωστοί ή μουσικά πρωτότυποι, αλλά υπάρχουν — μην κωλώνετε παιδιά, όλο και κάποιος θα σας ανακαλύψει μετά θάνατον.
Είναι αστείο πάντως πώς τα φέρνει αυτό που αποκαλούμε τύχη. Μπορεί ο Isidore να ήταν ιδιοφυής για την ηλικία του αλλά ήταν πολύ άτυχος επίσης, γιατί όσο ζούσε κανείς δεν εκτίμησε ιδιαίτερα την ιδιοφυή τρέλα του, γιατί πέθανε νέος και άσημος (όχι Νικόλας, εκείνος ήταν ανορθόγραφος) γιατί η γκαντεμιά τον κυνηγούσε παντού.
Αλλά τώρα το αποστεωμένο κεφαλάκι του θα χαμογελάει κάτω από το χώμα του νεκροταφείου της Μονμάρτης, που ο ήρωάς του και “η μελέτη της φύσης του κακού που οδηγεί στο δρόμο προς την αρετή” επηρέασε τόσο πολύ κόσμο, έδωσε τροφή για σκέψη και δημιουργία — άσχετα αν θεωρείται πλέον από πολλούς ότι το δίπολο Καλό – Κακό είναι μπανάλ και ξεπερασμένο. Η ανάγνωση των Ασμάτων όλο και κάτι έχει να δώσει στον καθένα, ακόμα και την απλή ευχαρίστηση να ξαναζήσεις μαζί με τον Maldoror όλες τις καταπληκτικές και ανύπαρκτες καφρίλες που διαδραματίζονται στις σελίδες του βιβλίου. Όσοι δε το έχετε διαβάσει ψάξτε το, μπορεί να το γουστάρετε — μπορεί και όχι.
Τέλος, τα τσάρλεστον του Προδρόμου δεν με σκότωσαν, που σημαίνει ότι θα με υποστείτε και την επόμενη βδομάδα και πως πρέπει να επιστρατεύσετε πιο αποτελεσματικούς τρόπους δολοφονίας αν θέλετε να με ξεκάνετε. Μέχρι να τους βρείτε εγώ θα βγάζω την φούξια γλωσσίτσα μου έξω και θα φωνάζω χαρωπά: Suckerz!
Μη φεύγετε. Δεν Τελειώσαμε, σας έχω λίγες ακόμη πληροφορίες για τον Isidore Lucien Ducasse.
Μία βαρεμένη performer από την Νέα Υόρκη ονόματι Shishaldin έστειλε γράμμα στον Jarques Chirac όταν αυτός ήταν ακόμη πρόεδρος, αναφερόμενη σε έναν γαλλικό νόμο που επιτρέπει σε μια γυναίκα να παντρευτεί τον νεκρό της αρραβωνιατικό, ζητώντας να ενωθεί με τα δεσμά του γάμου ψυχικά και πνευματικά με τον Ducasse.
Τον Ισίδωρο τον ρώτησες μωρή τρελή αν θέλει να φορτωθεί γυναίκα στην μεταθανάτιο; Να αφήσει όλους τους θηλυκούς καρχαρίες και τα ξανθά ανήλικα αγοράκια για πάρτη σου; Σα πολλά δε ζητάς; Το καλό είναι ο,τι μάλλον δεν πήρε ποτέ απάντηση στο γράμμα της. Να αφήσεις τους νεκρούς στην ησυχία τους κυρά μου, όλο και κάποιος καρμίρης ζωντανός θα βρεθεί να σε υποστεί. Καλή είναι η τρέλα και η καφρίλα, αλλά όταν υπάρχει ας μη τη χρησιμοποιούμε βλακοειδώς…
