«Διόρθωση» – Μία ορθώς ελληνική ταινία

«Διόρθωση» - Μία ορθώς ελληνική ταινία

Σε μία χρονιά που το ελληνικό σινεμά βρίσκει -ευτυχώς ή μάλλον δυστυχώς- το κοινό του, είτε μέσω μεγεθυσμένων εθνικών συμβόλων («Εl Greco») είτε μέσω της αστειότητας των ντόπιων διαλέκτων («Πρώτη Φορά Νονός», «Το Γαμήλιο Ρarty»), η ταινία του Θάνου Αναστόπουλου έρχεται από το πουθενά για να βάλει μερικά πράγματα στη θέση τους. Και σε απόλυτη συμφωνία με τον τίτλο της, επιχειρεί να «διορθώσει» την κοινή αντίληψη για την Ελλάδα τού σήμερα και για τον κινηματογράφο που θα άξιζε να κάνουμε περισσότερο και να υποστηρίζουμε ακόμη περισσότερο.

Διόρθωση Πρώτη: Αντιπερισπασμός

Μετά την πρώτη προβολή της «Διόρθωσης» τον Νοέμβριο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τα αντίπαλα στρατόπεδα υπέρ και κατά της ταινίας είχαν ήδη σχηματιστεί, λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους. Οι μεν (υποστηρικτές) μιλούσαν με πάθος για μία ταινία που -επιτέλους- άνοιγε το βλέμμα της σε όσα συμβαίνουν δίπλα μας και που με υποκριτικό πάθος επιμένουμε να αγνοούμε, κινηματογραφημένη με μία λιτότητα σχεδόν χειρουργική. Οι δε (ενάντιοι) θα έβρισκαν περισσότερους από έναν λόγους για τους οποίους μία τόσο λιτή ιστορία συγχώρεσης δεν κατάφερνε να ολοκληρωθεί σε μία πραγματικά δυναμική τοιχογραφία της Ελλάδας του σήμερα, ανακαλύπτοντας σχεδόν εξαναγκαστικά σεναριακές και σκηνοθετικές ευκολίες.

Η «Διόρθωση» είχε έρθει, λοιπόν, για να προκαλέσει συζητήσεις, διαφωνίες, ενδεχομένως και το κοινό αίσθημα, νικώντας κατά κράτος την αδιαφορία με την οποία συνηθίζει να αντιμετωπίζει κανείς το μεγαλύτερο ποσοστό των προϊόντων της πολύπαθης ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής. Κάτι που είχε καταφέρει και νωρίτερα, την εποχή που γυριζόταν, ως μία γνήσια «ανεξάρτητη» παραγωγή του ίδιου του Αναστόπουλου και της Φαντασίας Οπτικοακουστικής (με συμπαραγωγό τη μόνιμη συνεργάτιδα του Αναστόπουλου, σκηνοθέτιδα και παραγωγό, Στέλλα Θεοδωράκη), η οποία «κόπηκε» από τις επιδοτήσεις του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και της ΕΡΤ, αναγκάζοντας μετά την πρώτη προβολή της τον πρόεδρο του ΕΚΚ, Γιώργο Παπαλιό, να παραδεχτεί δημόσια το λάθος του Κέντρου.

Δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη και παραγωγού Θάνου Αναστόπουλου, μετά το «Ολο Το Βάρος Του Κόσμου» του 2004 (επίσημη συμμετοχή στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ), η «Διόρθωση» θα έφευγε τελικά από τη Θεσσαλονίκη με το Βραβείο Σεναρίου στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ για τον ίδιο τον Αναστόπουλο και τον Βασίλη Ραϊση και με τρία Κρατικά Βραβεία Ποιότητας (Τρίτο Κρατικό Βραβείο Ποιότητας, Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας στον Γιώργο Συμεωνίδη και Βραβείο Σεναρίου). Και την ώρα που γράφεται αυτό το κείμενο η ταινία είναι έτοιμη για να προβληθεί στο Forum του 58ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου (ως η μόνη ελληνική συμμετοχή) λίγο πριν βγει στις ελληνικές αίθουσες για να δοκιμάσει την αντοχή ενός επιπόλαιου κοινού σε ένα διαφορετικό ελληνικό σινεμά.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, όταν ακόμη η ιστορία της «Διόρθωσης» ήταν μία είδηση στα εσωτερικά των ημερήσιων εφημερίδων, που γρήγορα θα σβηνόταν από τη συλλογική μνήμη.

Διόρθωση Δεύτερη: Αναθεώρηση

Η «Διόρθωση» αφηγείται την ιστορία ενός Ελληνα, ο οποίος μετά την αποφυλάκιση του για τον φόνο ενός Αλβανού, επιστρέφει ως «φάντασμα» για να ζητήσει συγχώρεση από την οικογένεια του θύματος. Αποκόπτοντας τους δεσμούς του με την ομάδα μαζί με την οποία οδηγήθηκε στο μοιραίο γεγονός, θα προσπαθήσει να ξανακερδίσει την «ελευθερία» του πλησιάζοντας τη γυναίκα και το παιδί του Αλβανού σε μία προσπάθεια να κατανοήσει αρχικά τη ζωή τους και στη συνέχεια να προσπαθήσει να επανορθώσει.

Η ιστορία του πρωταγωνιστή της «Διόρθωσης» βασίζεται αφηρημένα στο πραγματικό γεγονός του φόνου ενός Αλβανού από έναν Ελληνα μετά το τέλος του ποδοσφαιρικού αγώνα Ελλάδας – Αλβανίας τον Σεπτέμβριο του 2004, που απασχόλησε -εφήμερα- τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και τα τηλεοπτικά παράθυρα, πριν ξεχαστεί ως μία ακόμη «κακή στιγμή». Για τον Αναστόπουλο, όμως, υπήρξε μία από τις στιγμές που σηματοδότησαν τη νέα εποχή συγκρούσεων μέσα στην ελληνική ενδοχώρα των μετα-ναστών και του ρατσισμού, μία αφορμή για μία ταινία – συζήτηση πάνω στο θέμα.

«Το πώς ξεκινά μια ταινία» παραδέχεται ο Αναστόπουλος «είναι πάντα κάτι παράξενο, υπόγειο, που δεν μπορείς εύκολα να περιγράψεις, είναι όπως ξεκινά μια ερωτική ιστορία. Ταυτόχρονα, ανεμπόδιστα, με μια διάθεση επείγοντος. Παρατηρώντας τη γειτονιά που μεγάλωσα στο υποβαθμισμένο κέντρο της Αθήνας, τις μεταμορφώσεις της τα τελευταία χρόνια.

Πολύ καιρό αναρωτιέμαι τι σημαίνει να είσαι Έλληνας, αν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία η έννοια της εθνικής ταυτότητας και γενικά κάθε είδος ταυτότητας. Επειδή απεχθάνομαι τα στερεότυπα και τους αφορισμούς, με απασχόλησαν οι άνθρωποι που εξωθούνται στο περιθώριο, άνεργοι, μετανάστες, άστεγοι, κάθε λογής εξαρτημένοι. Ξεκίνησε μια έρευνα με αφορμή μια θεατρική παράσταση,Η πόλη στα γόνατα (από το βιβλίο λεύκωμα του Μισέλ Φαις). Επειτα ανακάλυψα ότι ακόμα και σ’ αυτούς τους χώρους υπάρχουν στεγανά, αποκλεισμοί, εσωτερικός ρατσισμός.

Με απασχολούσε η αυξανόμενη βία, η ξενοφοβία, η αίσθηση μιας γενικευμένης ανασφάλειας και φόβου που επικρατούσε στην κοινωνία γύρω μου, στους ανθρώπους που συναντούσα και συναναστρεφόμουν. Μια αίσθηση απειλής και ταυτόχρονα μια αίσθηση απαγορευμένου. Μια κρυφή πληγή. Κυρίως με ενδιέφεραν οι σχέσεις των ανθρώπων. Ενας άντρας, μια γυναίκα, ένα παιδί, μια νέα μορφή πυρηνικής οικογένειας, αλλά όχι ακριβώς. Ούτε αισθηματική ιστορία ούτε μελόδραμα.

Και τελευταίο, μα πολύ σημαντικό είναι αυτό το αίσθημα ενοχής για πράγματα που συμβαίνουν στον ιδιωτικό ή και στο δημόσιο βίο μας και για τα οποία δεν μιλάμε ποτέ, που αποφεύγουμε χωρίς να θέλουμε να τα αντιμετωπίσουμε. Πράγματα για τα οποία δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη μας ως πολίτες. Πρώτα ήρθα σε επαφή με τους ανθρώπους, μετά με τους χώρους, και τέλος με τα γεγονότα της επικαιρότητας και η κάμερα ξεκίνησε να γράφει. Υπήρχαν οι χαρακτήρες το πλαίσιο κι ύστερα ακολουθήσαμε τη ζωή».

Μετά την έναρξη των γυρισμάτων ένα ακόμη συμβάν ήρθε να προστεθεί στην ήδη θλιβερή ιστορία του θανάτου του Αλβανού από τον Ελληνα «οπαδό»: τα αιματηρά γεγονότα ανάμεσα στους «γνωστούς άγνωστους» Ολυμπιακούς και Παναθηναϊκούς στη Λεωφόρο Λαυρίου, τον Μάρτιο του 2007, σημάδι και σημαινόμενο μίας κοινωνίας μέσα στην οποία ενυπάρχει η βία, έτοιμη να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή μετρώντας απώλειες – ακόμη και σε ανθρώπινες ζωές.

«Τα επεισόδια της Παιανίας μάς θύμισαν το πραγματικό πρόσωπο της βίας. Αναπόφευκτα η πραγματικότητα εντάχτηκε στην αφήγηση της ταινίας και μας οδήγησε. Δεν ασχολήθηκα, ωστόσο, ιδιαίτερα με τα πραγματικά γεγονότα του θανάτου του Αλβανού οπαδού μετά τους πανηγυρισμούς για τη νίκη της ομάδας του.Δεν ξέρω αν ασκήθηκε ποινική δίωξη έναντι κάποιου για το θάνατό του ή απλά θεωρήθηκε ένα ατύχημα. Περισσότερο με ενδιαφέρουν οι συνέπειες αυτού του γεγονότος στην καθημερινότητά μας. Αντί να μιλήσω για μια τραγική στιγμή του παρελθόντος, προτίμησα να ασχοληθώ με την αδυναμία του σήμερα, την αδυναμία να αντιμετωπίσουμε και να αντικρίσουμε κατάματα τα πράγματα που μας ενοχλούν. Ηθελα να επικεντρωθώ και στις δύο πλευρές αυτής της σιωπηλής αντιπαράθεσης, θύτες και θύματα».

Διόρθωση Τρίτη: Συμφιλίωση

Ο ήρωας της «Διόρθωσης» επιστρέφει, λοιπόν, μετά την αποφυλάκισή του για να ανακαλύψει και ο ίδιος πως, όπως ακριβώς το θύμα του και η οικογένεια του, βρίσκεται και ο ίδιος απομονωμένος σε ένα κοινωνικό και προσωπικό περιθώριο. Βουβός παρατηρητής μίας Αθήνας που βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της εκμάθησης του πώς μπορεί να ενσωματώσει μέσα στους κόλπους της τους ξένους θα γίνει και ο ίδιος απόκληρος της δικής του «ομάδας» πριν παραδοθεί οριστικά στο έλεος της προσωπικής του κάθαρσης. Ο Αναστόπουλος θα τον ακολουθήσει με μία αεικίνητη κάμερα στο χέρι, αφήνοντας τον να φτάσει μέχρι την τελική σύγκρουση.

«Όπως ξετυλίγονταν τα γυρίσματα, ένιωσα ότι επαναδιαπραγματευόμουν, 33 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση και 40 μετά την επιβολή της δικτατορίας, τις κακοπαθημένες έννοιες: Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια. Με ενδιέφερε η απειλή που νιώθουμε από τους ξένους, κι αποφάσισα να διηγηθώ αυτή την ιστορία, όχι από τη μεριά των θυμάτων, πράγμα που έχει ήδη συμβεί αρκετές φορές, αλλά από την πλευρά του θύτη.

Ένιωσα ότι γνώριζα καλύτερα αυτή την πλευρά. Ενός θύτη, όμως, που εξαιτίας των πράξεων του καταλήγει κι ο ίδιος θύμα στο περιθώριο της κοινωνίας, εκεί που κινούνταν τα πρώην θύματα του κι αυτή η κατάβαση στην άλλη πλευρά δεν είναι ένα ταξίδι αλλαγής ούτε διόρθωσης αλλά ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Η ταινία δεν μιλά για τη συγχώρεση με τη χριστιανική έννοια αλλά για μια δύσκολη συνύπαρξη σ’ έναν δημοκρατικό κόσμο που θα πρεπε να σέβεται περισσότερο τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα».

Διόρθωση Τέταρτη: Ανεξαρτησία

Φτιαγμένη με ιδία μέσα, η «Διόρθωση» υπήρξε ταυτόχρονα με την επικαιρότητα του θέματος της και μία ταινία -όπως και ο ήρωας της- θύμα πολλών εθνικών παρανοήσεων. Σαν κι αυτόν, όμως, έφτασε με πείσμα και επιμονή μέχρι το τέλος της διαδρομής. Ανεξάρτητη παραγωγή και low budget, όσο θα επέτρεπαν οι αντοχές του συνεργείου, κατασκευάστηκε χωρίς καμία βοήθεια από κανέναν κρατικό οργανισμό (από αυτούς που συνήθως επιλέγουν πιο ασφαλείς κινηματογραφικούς δρόμους) με μοναδικό οδηγό την αφοσίωση όσων πίστεψαν ότι ήταν απλά μία ταινία που έπρεπε να γίνει. Με οποιονδήποτε τρόπο και οποιοδήποτε κόστος.

«Η ταινία ξεκίνησε μέσα από μια αίσθηση επείγοντος τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό πλαίσιο. Γράψαμε το σενάριο πολύ γρήγορα, ενώ παράλληλα είχα ξεκινήσει την έρευνα στους χώρους υποδοχής μεταναστών, αστέγων, περιθωριακών, καθώς και την έρευνα χώρων. Καταθέσαμε το σενάριο στο ΕΚΚ και την ΕΡΤ και χωρίς να περιμένουμε την απάντηση ξεκινήσαμε, γιατί η βασική ιδέα του σεναρίου επιζητούσε αυτή την περίοδο γυρισμάτων.

Στην πορεία πολλά πράγματα άλλαζαν, κάποια αφαιρέθηκαν, κάποια προστέθηκαν σε μια δημιουργική διαδικασία που ολοκληρώθηκε τελικά με το μοντάζ. Βρισκόμασταν ήδη στη διαδικασία του μοντάζ, όταν μου ανακοινώθηκε ότι η ταινία είχε απορριφθεί αλλά ήταν πια πολύ αργά για να κάνουμε πίσω. Τα Κρατικά Βραβεία, το ενδιαφέρον όσων είδαν την ταινία και η συμμετοχή στο Βερολίνο είναι ένα σημάδι που δίνει κουράγιο για να επιμένει κανείς να κάνει αυτού του είδους τον κινηματογράφο ενάντια στην ασφάλεια, τα στερεότυπα και τον καθησυχασμό. Έναν κινηματογράφο που θέλει ταυτόχρονα να ανοίγεται στην κοινωνία.

Είναι επιπλέον μια καλή αρχή για τον πρωταρχικό στόχο της ταινίας, που δεν είναι άλλος από το να συναντήσει όσο το δυνατόν περισσότερους θεατές, σε διαφορετικές χώρες, με διαφορετικές κουλτούρες, αλλά κοινούς προβληματισμούς. Είναι ακόμα μια ευκαιρία να ανοίξει ένας διάλογος ακόμα και με ανθρώπους που διαφωνούν με όσα διαπραγματεύεται η ταινία ή με τον τρόπο που τα διαπραγματεύεται. Αυτός ο διάλογος περισσότερο κι από την επιβράβευση είναι πάντα η καταγωγή της επόμενης ταινίας που όπως πάντα στην τέχνη, ξεκινάει πάλι από την αρχή».

Μία ψηφιακή διόρθωση

Η «Διόρθωση», εκτός από το γεγονός της θεματικής της επικαιρότητας σηματοδοτεί και μία νέα εποχή για τον ψηφιακό κινηματογράφο καθώς ο Θάνος Αναστόπουλος και οι συνεργάτες του δοκίμασαν μία νέα τεχνική ψηφιακής κινηματογράφησης, δίνοντας στην ιστορία το απαραίτητο «βάθος πεδίου».

«Τελευταία φορά χρησιμοποίησα φιλμ για τη λήψη μιας μικρού μήκους ταινίας μου το 1989. Από τότε και σε συνδυασμό με τις τότε μεταπτυχιακές σπουδές μου στο Παρίσι πάνω στις νέες τεχνολογίες της εικόνας ήταν ήδη φανερό ότι είχαμε ήδη μπει σε μια νέα εποχή με τη χρήση των ψηφιακών μέσων στη δημιουργία κι επεξεργασία κινούμενων εικόνων. Αποφάσισα από τότε να συγκεντρωθώ στην εξερεύνηση του νέου μέσου παρά να στηριχτώ στη σιγουριά ή την εξουσία που απέπνεε η χρήση του φιλμ.

Έτσι κι αλλιώς κάθε νέο μέσο ή κάθε τεχνολογική αλλαγή επηρεάζει ταυτόχρονα τόσο τη γλώσσα του σινεμά και την αισθητική όσο και το σύστημα παραγωγής. Το λέω αυτό, γιατί έχω κουραστεί να ακούω αυτή τη στερεοτυπική ερώτηση αν η χρήση της ψηφιακής εικόνας γίνεται για λόγους οικονομικούς ή το υπαγορεύει η αισθητική της ταινίας.

Συγκεκριμένα τώρα για τη Διόρθωση χρειαζόμασταν μια κάμερα ελαφριά αλλά αξιόπιστη γιατί είχαμε από την αρχή αποφασίσει να κάνουμε γύρισμα σε χώρους μέσα στην κοιλιά της πόλης, προσπαθώντας να είμαστε ταυτόχρονα διακριτικοί, ευέλικτοι και αποτελεσματικοί.

Έτσι επιλέξαμε την Panasonic HVX 200 που γράφει σε φορμά High Definition για να έχουμε όλα τα πλεονεκτήματα της υψηλής ευκρίνειας σε περίπτωση που, όπως αποδείχτηκε, αποφασίζαμε να κάνουμε τράνσφερ σε φιλμ. Η αρχική πρόβλεψη έλεγε να πάμε όλο ψηφιακά μέχρι και τη διανομή, αλλά τουλάχιστον στην Ελλάδα οι δομές δεν ήταν έτοιμες για κάτι τέτοιο παρ όλο που θα το τεστάρουμε όταν βγει η ταινία στις αίθουσες, δοκιμάζοντας μία από τις προβολές να είναι ψηφιακή.

Έπειτα υπήρχε η ανάγκη για μια διαφορετική χρήση του βάθους πεδίου. Γνωρίζοντας από την αρχή ότι θα γυρίζαμε στην Αθήνα, μέσα από το βλέμμα του κεντρικού χαρακτήρα, ένιωθα πως είχαμε ανάγκη να μπορούμε να ελέγξουμε δημιουργικά το βάθος πεδίου. Ετσι καταλήξαμε να χρησιμοποιήσουμε έναν αντάπτορα μπροστά από το φακό της ψηφιακής μηχανής που με τη χρήση φωτογραφικών φακών μπορέσαμε να δημιουργήσουμε την αίσθηση ενός συνεχώς εναλλασσόμενου βάθους πεδίου.

Τέλος η κάμερα αυτή δεν γράφει πια σε κασέτες αλλά κατευθείαν σε κάρτες μνήμης. Το γεγονός ότι είχαμε κάρτες που μπορούσαν να χωρέσουν περίπου 8 λεπτά η καθεμία, αυτός ο μικρός περιορισμός που θυμίζει το σασί του φιλμ μάς ανάγκαζε να σκεφτούμε για την αναγκαιότητα κάθε πλάνου, πριν πατήσουμε το μοτέρ της. Ομως, πέρα από κάθε τεχνική, τις ταινίες -ευτυχώς- τις κάνουν οι άνθρωποι, ηθοποιοί και τεχνικοί και γι αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους συνεργάτες μου ανεξαιρέτως γιατί χωρίς αυτούς η ταινία θα ήταν σίγουρα διαφορετική. Η ταινία θέλω να πιστεύω ότι ανήκει σε όλους μας».

Προηγούμενο άρθροSoy Cuba: Μια επανάσταση 24 καρέ το δευτερόλεπτο
Επόμενο άρθροTriumph Thruxton R
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας