Δουλειές και αναδουλειές, χωρίς φούντες…

Δουλειές και αναδουλειές, χωρίς φούντες...

Στο σπίτι. Είναι ακόμη πρωί και χτυπάει το κουδούνι του διαμερίσματος μου, ανοίγω και βλέπω έναν κύριο γύρω στα 55 με 60, φαλακρό, ντυμένο κανονικά, να κρατάει στο χέρι δυο γεμάτες σακούλες, από αυτές των σούπερμαρκετ.

«Καλημέρα και με συγχωρείτε για την ενόχληση, είμαι απολυμένος της εταιρίας Μουζάκη, πουλάω πακέτα χαρτομάντιλα και αν θέλετε να πάρετε κανένα… χωρίς να είστε υποχρεωμένος» μου είπε μιλώντας γρήγορα και χαμηλόφωνα σαν να ντρεπόταν για αυτά που έλεγε.

Ντράπηκα κάπως κι εγώ, απέφυγα να τον κοιτάξω πιο προσεκτικά –μην φανεί ότι τον τσεκάρω, «μισό λεπτό» του μουρμούρισα και τραβήχτηκα μέσα στο διαμέρισμα βιαστικά αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Πήγα και γύρισα με 5 ευρώ στο χέρι, «πόσο κάνει;» τον ρώτησα. «Το ένα πακετάκι 50 λεπτά, αυτό που έχει 10 πακετάκια 5 ευρώ» μου απάντησε, βγάζοντας από τις δυο σακούλες τις αντίστοιχες συσκευασίες.

«Δώστε μου αυτό με τα 10» του λέω και του δίνω τα 5 ευρώ, τον χαιρετάω, μου λέει ευχαριστώ και κλείνω την πόρτα. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως έκανα ότι έπρεπε να κάνω, ούτε τίποτα λιγότερο ούτε τίποτα παραπάνω.

Να είσαι επαίτης ή απατεώνας ίσως είναι ντροπή, αλλά καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή.

Στο αστικό λεωφορείο. Λίγο αργότερα βρίσκομαι μέσα στο αστικό λεωφορείο, πίσω ακριβώς από τον οδηγό, κατεβαίνω προς το κέντρο για να πάω στη δουλειά. Σε μια στάση ανοίγει η μπροστινή πόρτα κι ετοιμάζεται να ανέβει μια κυρία κρατώντας ένα μεταλλικό πτυσσόμενο καρότσι, από αυτά που βάζουν τα ψώνια.

«Μην μπαίνετε μέσα με αυτό, κυρία μου» της φωνάζει αυστηρά ο οδηγός. Η κυρία μένει με το βήμα μετέωρο στο πρώτο σκαλοπάτι και έκπληκτη διαμαρτύρεται, «μα τι θα κάνω; πώς θα πάω;» «Δεν ξέρω κυρία μου, δεν επιτρέπεται να μπείτε μέσα με αυτό το πράγμα, το λέει ο κανονισμός. Αν χτυπήσει κανένας, εγώ θα βρω τον μπελά μου». Κάνει κάτι αμήχανα «μα – μου» η κυρία αλλά ο οδηγός είναι ανένδοτος, η κυρία οπισθοχωρεί κι αυτός της κλείνει την πόρτα και ξεκινάμε.

Σκέφτομαι ότι αν η κυρία είχε ανέβει στο λεωφορείο από τη μεσαία, ή ακόμα καλύτερα την πίσω πόρτα, και δεν την είχε δει ο οδηγός, ή κι αν την είχε δει, δεν θα μπορούσε να της φωνάξει από τόσο μακριά να κατέβει, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί. Δεν θυμάμαι να έχω διαβάσει ποτέ καμιά πινακίδα στα λεωφορεία που να γράφει τι απαγορεύεται να κουβαλάμε μέσα σε αυτά, οπότε -άντε γεια. Την επόμενη φορά η κυρία, αν της κόβει λιγάκι, θα ξέρει τι πρέπει να κάνει.

Και ο οδηγός δεν θα μπορεί πια να τηρεί αυστηρά τον κανονισμό, να κάνει δηλαδή σωστά (ή μήπως σχολαστικά;) τη δουλειά του.

Στο πεζοδρόμιο. Αργότερα, μετά το μεσημέρι, βγαίνω μια βόλτα κάπου στη Μοδιάνου για να πάρω ένα σάντουιτς. Συναντάω μια γνωστή μου, την Αγγελική, που σπούδασε γραφικές τέχνες στη Γερμανία και εργάστηκε κάποια χρόνια εκεί. «Πώς είσαι, τι κάνεις, καλά», μου λέει ότι έχει εγκατασταθεί πια μόνιμα εδώ και έχει τώρα δικό της ατελιέ.

Της εκφράζω, μάλλον αυθόρμητα και με αφέλεια την απορία μου: γιατί όλοι γυρίζουν πίσω στην Ελλάδα, ειδικά αυτήν την εποχή που οι επαγγελματικές προοπτικές είναι σαφώς χειρότερες εδώ, τουλάχιστον από τις χώρες στις οποίες ήδη εργάστηκαν; Μου απάντησε, κάπως επιθετικά, ότι δεν θα τα έλεγα αυτά αν είχα ζήσει κι εγώ τόσα χρόνια σε τόπους που βρέχει για εβδομάδες συνέχεια και πλακώνεται η ψυχή σου. Για να καταλήξει:

«Τότε παρατάς την σχεδόν τέλεια οργάνωση στα πάντα και την υπερασφάλεια σε όλα τα επίπεδα που υπάρχει εκεί κι έρχεσαι να ρισκάρεις εδώ, στο… χάος». Και απομακρύνθηκε βιαστική, χωρίς -νομίζω- καν να με χαιρετίσει. Κι έτσι δεν πρόλαβα να της διευκρινίσω ότι εγώ δεν ήθελα να της πω -και να της την πω, αλλά να ρωτήσω, για να μου πει αυτή και να καταλάβω… Τι; Τρέχα γύρευε τώρα.

Αλλά, στην τελική, φαίνεται πως είναι καλύτερα να κοιτάει ο καθένας (στη χώρα του) τη δουλειά του.

Προηγούμενο άρθροΛευτεριά στους φυλακισμένους της τιβί
Επόμενο άρθροΜικρή εξομολόγηση ενός εφήβου
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας