Eduardo Kac: Ολοποίηση, υπερκείμενο, υπερποίηση

Eduardo Kac: Ολοποίηση, υπερκείμενο, υπερποίηση

Θα ξεκινήσω με μια σύντομη εξέταση της πορείας που οδήγησε στη δημιουργία της ολοποίησης πριν από δέκα χρόνια. Το 1983 δημιούργησα το πρώτο μου ολο-ποίημα, αλλά το ενδιαφέρον μου για την γραμμική και την οπτική ποίηση είχε αρχίσει από τα εφηβικά μου χρόνια.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 η Βραζιλία περνούσε μια περίοδο επανεγκαθίδρυσης της δημοκρατίας, μετά από μια δεκαετία δικτατορίας, βασανιστηρίων των πολιτικών κρατούμενων, και λογοκρισίας. Άρχισα να ενδιαφέρομαι για την πολιτική του σώματος και βρέθηκα να διαβάζω Wilhelm Reich, Herbert Marcuse και Roland Barthes, μεταξύ άλλων.

Διαβάζοντας τα έργα των σημαντικότερων σύγχρονων Βραζιλιάνων, Αμερικανών και Ευρωπαίων ποιητών, παρατήρησα ότι τα έργα που εξέφραζαν ανοιχτά αυτό που εκλάμβανα ως πολιτικά ζητήματα σχετιζόμενα με το σώμα, απουσίαζαν από τη Βραζιλιάνικη ποίηση. Μελέτησα επίσης ποιητές του παρελθόντος όπως τον Κάτουλο, τον Αρετίνο και τον Rimbaud, οι οποίοι αποθέωναν το σώμα με ελεύθερο πνεύμα. Η ποίηση με την οποία ασχολήθηκα μετά απ’ αυτά είχε σαφείς πολιτικές απηχήσεις και βασιζόταν στο “απαγορευμένο” λεξιλόγιο που έβλεπα να λείπει από τη μοντέρνα και τη σύγχρονη ποίηση που θαύμαζα.

Αυτό το ύφος επικεντρωνόταν στο σημασιολογικό περιεχόμενο δίχως καλολογισμούς ή ευφημισμούς. Αποφάσισα ότι η ποίηση μου θα ενσωμάτωνε επίσης κάποια στοιχεία τα οποία η κριτική τα θεωρούσε κατώτερα ή απαράδεκτα αλλά τα οποία θα δημιουργούσαν αίσθηση στο κοινό, όπως αστεϊσμούς και χρήση της αργκό, καθώς και ότι θα έγραφα έργα αποκλειστικά για δημόσιες παραστάσεις και όχι για δημοσίευση. Αυτό το έργο απευθυνόταν ουσιαστικά στους ανθρώπους του δρόμου.

Το 1980-81 και μέρος του 1982, έκανα δημόσιες παραστάσεις σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους στο Rio de Janeiro και σε άλλες πόλεις της Βραζιλίας, μαζί με άλλους νέους ποιητές που έκαναν ανάλογα πράγματα. Αυτήν την περίοδο έκανα ακόμα ποιήματα – γκράφιτι, ποιήματα – αντικείμενα, και ποιήματα – αυτοκόλλητα, τα οποία διάνθιζαν τις παραστάσεις μου. Η ιδέα της προσέγγισης των γραμμάτων στο ανθρώπινο σώμα κυριαρχούσε σε ποιήματά τα οποία εκτελούσα κατά τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να δημιουργώ τα γράμματα με το ίδιο μου το σώμα. Όλο αυτό το πλάνο κατά τη διάρκεια της τρίχρονης πορείας του παρουσιάστηκε σε βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες καθώς και στην ραδιοτηλεόραση.

Παρόλο που στις αρχές της δεκαετίας του ’80 η προσοχή μου ήταν στραμμένη στα παραπ άνω, περιστασιακά δημιουργούσα οπτικά ποιήματα που δεν σχετίζονταν καθόλου με την προγραμματισμένη παρέμβαση που διεξήγαγα. Δεδομένου ότι δεν ταίριαζαν με τη βασική μου δραστηριότητα, τα έβαζα στην πάντα και ποτέ δεν τα δημοσίευσα.

Το ενδιαφέρον μο για την οπτική ποίηση αύξανε διαρκώς καθώς η αφοσίωση μου στην προφορική και προσωδιακή ποίηση μειωνόταν. Μεταξύ του 1981 και του 1982 δεν ήμουν καθόλου ικανοποιημένος από αυτό που θεωρούσα ως άκαρπη πορεία της οπτικής ποίησης. Γνώριζα τις πολλαπλές κατευθύνσεις που είχε πάρει το είδος αυτό κατά τον 20ο αιώνα, και έτσι πειραματίστηκα με διαφορετικά μέσα.

Δημιούργησα οπτικά ποιήματα με γραφομηχανή, χρησιμοποίησα τεχνικές κολάζ, συνεργάστηκα με επαγγελματίες γραφίστες και φωτογράφους, έγραψα ποιήματα με ρυθμική εναλλαγή μεταξύ πρόζας και στίχου, δημιούργησα ποιήματα με κίνηση για ηλεκτρονικά μέσα. Μερικά από αυτά τα έργα δημοσιεύθηκαν σ’ ένα βιβλίο με τίτλο Escracho, στις αρχές του 1983.

Μου ήταν ξεκάθαρο ότι ένας από τους βασικούς λόγους για την αναγέννηση της οπτικής ποίησης τον 20ο αιώνα, ήταν η εξάπλωση της τυπογραφίας. Έτσι, αποφάσισα ότι έπρεπε να κινηθώ πέρα από τα μειονεκτήματα του έντυπου λόγου και να βρω έναν άλλο δρόμο. Δεν με ενδιέφερε πλέον η δημιουργία φυσικών, τρισδιάστατων ποιημάτων – αντικειμένων, δεδομένου ότι αυτή η φόρμα ανήκε επίσης στην παράδοση της οπτικής ποίησης. Με άλλα λόγια, συνειδητοποίησα ότι η ποίηση που ήθελα να δημιουργήσω θα έπρεπε να ξεφύγει μεν από την τυπωμένη σελίδα, αλλά δε θα έπρεπε να μπορεί να ενσαρκωθεί σε απτά αντικείμενα.

Έχοντας ένα ερασιτεχνικό ενδιαφέρον για την Οπτική, είχα διαβάσει ένα εγκυκλοπαιδικό άρθρο για την ολογραφία που είχε δημοσιευθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Το ξαναδιάβασα αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω πως θα μπορούσε να καταγραφεί ένα τρισδιάστατο αντικείμενο σε μια δισδιάστατη επιφάνεια. Πάντως, η ιδέα αυτή με γοήτευε.

Όταν το 1983 είδα ολόγραμμα για πρώτη φορά, κατάλαβα ότι αυτό το μέσο διέθετε την πιθανή λύση για τα αισθητικά προβλήματα που με απασχολούσαν. Κατόπιν άρχισα να αναπτύσσω κείμενα που θα μπορούσαν να διαμορφωθούν από την ρευστή φύση του ολογραφικού χώρου, κείμενα που θα μπορούσαν να βιωθούν με τους δικούς τους ρυθμούς, κάπου ανάμεσα στην δισδιάστατη επιφάνεια της σελίδας και της στερεάς τρισδιάστατης μορφής του αντικειμένου.

Η νέα ποίηση που ήθελα να δημιουργήσω θα επικεντρωνόταν σε συντακτικά ζητήματα και όχι σε σημασιολογικά. Στα χρόνια που ακολούθησαν μελέτησα την ολογραφία και έγινα ηλεκτρονικός γραφίστας. Αυτό μου έδωσε τη δυνατότητα να έχω τον έλεγχο όλων των σταδίων του έργου μου, καθώς και να μάθω μέσω των πειραματισμών στο εργαστήριο τα όρια και τις προοπτικές της ολογραφικής γραφής.

Ένας ορισμός της ολοποίησης

Το ολογραφικό μου έργο μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο της γλωσσικής τέχνης και της οπτικής ποίησης, δυο είδη που εξερευνούν την ανάμιξη των λέξεων με την εικόνα. Δημιουργώ ολογραφικά ποιήματα, ή ολοποιήματα, τα οποία είναι κατ’ ουσίαν ολογράμματα και ηλεκτρονικά ολογράμματα που βασίζονται στη γλώσσα τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως περιεχόμενο.

Προσπαθώ να δημιουργήσω κείμενα που σημασιοδοτούνται αποκλειστικά μέσω της ενεργητικής αντιληπτικής και γνωστικής εμπλοκής του αναγνώστη ή του θεατή. Αυτό εν τέλει σημαίνει ότι κάθε αναγνώστης “γράφει” τα δικά του κείμενα καθώς κοιτάζει το έργο. Τα ολοποιήματα μου δεν αναπαύονται μακάρια στην επιφάνεια.

Όταν ο θεατής αρχίζει να αναζητά λέξεις και τους δεσμούς τους, τα κείμενα μεταμορφώνονται, μεταφέρονται στον τρισδιάστατο χώρο, αλλάζει το χρώμα και η σημασία τους, συντίθενται και εξαφανίζονται. Αυτή η χορογραφία που ενεργοποιείται από τον θεατή είναι μέρος της διαδικασίας σημασιοδότησης όπως είναι και τα ίδια τα λεκτικά και οπτικά στοιχεία που μεταμορφώνονται.

Η γλώσσα παίζει θεμελιώδη ρόλο στη σύσταση του εμπειρικού μας κόσμου. Διερευνώντας τη δομή της γλώσσας εξερευνούμε τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζονται οι πραγματικότητές μας. Τα ολογράμματα μου ορίζουν μια γλωσσολογική εμπειρία που διεξάγεται έξω από τη σύνταξη και που συλλαμβάνει στην αστάθεια σαν καίριο παράγοντα σημασιοδότησης.

Χρησιμοποιώ την ολογραφία και την ηλεκτρονική ολογραφία για να καταλύσω το όριο μεταξύ λέξης και εικόνας και να δημιουργήσω μια σύνταξη που εμπεριέχει κίνηση, η οποία εκτείνει τις λέξεις πέρα από την καθημερινή τους σημασία. Χρησιμοποιώ ηλεκτρονικές τεχνικές για να προσδώσω κίνηση προκειμένου να δημιουργήσω ένα νέο είδος ποιητικής σύνθεσης, η οποία υπονομεύει τις παγιωμένες συνθήκες (δηλαδή, λέξεις που μεταλλάσσονται οπτικά ή εικόνες εμπλουτισμένες με λέξεις), πράγμα που καταδεικνύει τη συνεχή ταλάντωση μεταξύ εικόνας και λόγου.

Η ολοποίηση μου είναι τόσο μια εξερεύνηση των διεργασιών της γλώσσας όσο και της ολογραφικής σημασίας. Η χρονική και ρυθμική οργάνωση των κειμένων μου παίζει σημαντικό ρόλο στο συσχετισμό μεταξύ οπτικής γλώσσας και γλωσσικών εικόνων.

Τα περισσότερα έργα μου αντιμετωπίζουν το χρόνο ως μη γραμμικό (δηλαδή, ασυνεχή) και αντιστρέψιμο (δηλαδή, κινούμενο και προς το παρελθόν και προς το μέλλον), έτσι ώστε ο θεατής / αναγνώστης να μπορεί να κινηθεί πάνω και κάτω, πίσω και μπροστά, δεξιά κι αριστερά, με οποιαδήποτε ταχύτητα, και πάλι να είναι σε θέση να δημιουργήσει συνειρμούς ανάμεσα σε λέξεις που είναι παρούσες στο εφήμερο αντιληπτικό πεδίο. Προσπαθώ να συλλάβω νέες σχέσεις ανάμεσα στην εμφάνιση και την εξαφάνιση των σημαινόντων, πράγμα που συνιστά την εμπειρία της ανάγνωσης ενός ολογραφικού κειμένου, καθώς και την αντίληψη μας για τους παράγοντες που οργανώνουν ένα κείμενο.

Με αυτήν την έννοια, η οπτική αντίληψη της παραμετρικής συμπεριφοράς των οπτικών στοιχείων αυξάνει την εγρήγορση σχετικά με τις σημασίες. Καθώς κινούνται οι αναγνώστες, μετακινούν συνεχώς την εστία ή το κέντρο ή το οργανωτικό αξίωμα της εμπειρίας τους κοιτάζοντας μέσα από διασκορπισμένες ζώνες θέασης. Το κείμενο που βιώνουν αντιστέκεται στη παγίωση του έντυπου λόγου, και ενστερνίζεται τη διακλάδωση του ολογραφικού χώρου.

Δεδομένου ότι δεν μπορούν αν μεταφερθούν σε άλλη μορφή, τα κείμενα μου δεν μπορούν να αναγνωστούν ή να τυπωθούν. Μια που η αντίληψη των κειμένων αλλάζει από κάθε οπτική γωνία, δεν έχουν μια μοναδική “δομή” η οποία να μπορεί να μεταφερθεί σε κάποιο άλλο μέσο.

Η ταυτόχρονη χρήση υπολογιστή και ολογραφίας αντανακλά την επιθυμία μου να δημιουργήσω πειραματικά κείμενα που μεταφέρουν τη γλώσσα, και πιο συγκεκριμένα το γραπτό λόγο, πέρα από τη γραμμικότητα και την ακαμψία που χαρακτηρίζουν τον έντυπο λόγο. Δεν προσαρμόζω ποτέ προϋπάρχοντα κείμενα σε ολογραφική μορφή. Προσπαθώ να διερευνήσω τη δυνατότητα δημιουργίας έργων που προκύπτουν από μια αμιγώς ολογραφική σύνταξη.

Υπερκείμενο, ή σύνθεση μέσω δικτυωμένων πεδίων

Ο όρος υπερκείμενο δημιουργήθηκε από τον Theodor Nelson στη δεκαετία του 1960 για να περιγράψει ένα είδος ηλεκτρονικού κειμένου, που το διαβάζουμε στην οθόνη του υπολογιστή, και το οποίο είναι ριζικά διαφορετικό από τον έντυπο λόγο αναφορικά με την μη ιεραρχική δομή του. Η τυπογραφία ήταν επαναστατική ανακάλυψη. Κατά παρόμοιο τρόπο, το υπερκείμενο είναι μια νέα επανάσταση δεδομένου ότι επιτρέπει αλληλεπίδραση, μη γραμμικές μορφές δομής του κειμένου, και επιτρέπει ανάγνωση πολλαπλών διαδρομών.

Η δυνατότητα αλληλεπίδρασης επηρεάζει θεμελιωδώς την ίδια την έννοια του κειμένου. Οι αναγνώστες όχι μόνο έχουν πολλά μονοπάτια ανάγνωσης, αλλά σε πολλές περιπτώσεις μπορούν να επέμβουν το έργο, πράγμα που διευρύνει την εμπειρία της ανάγνωσης.

Η μη γραμμικότητα του υπερκειμένου εντοπίζεται σε δύο κυρίως άξονες. Ο ένας είναι εκπαιδευτικός με την έννοια ότι δεν υπάρχουν απλά βιβλιογραφικές παραπομπές σε άλλα έργα, αλλά μέσω των δεσμών ο αναγνώστης μπορεί να μεταφερθεί σε αυτά. Ο άλλος είναι οι δυνατότητες που δίνει στους συγγραφείς που πειραματίζονται να καινοτομήσουν. Το γλωσσικό υλικό σε αυτήν την περίπτωση οργανώνεται σαν ένα δίκτυο με πολλαπλούς κόμβους έτσι ώστε ο αναγνώστης να πρέπει να παίρνει αλλεπάλληλες αποφάσεις για την κατεύθυνση πους θα ακολουθήσει.

Επιπλέον, αν ο συγγραφέας συμπεριλάβει ήχους και εικόνες, τότε το υπερκείμενο εκτείνεται στο πεδίο των υπερμέσων. Έτσι, ο συγγραφέας αποκτά πρόσβαση σε ένα μεγάλο εύρος εργαλείων προς αξιοποίηση. Τα υπερμέσα βέβαια δημιουργούν μια σειρά προβληματισμών γύρω από τα συγγραφικά δικαιώματα, τη δομή του έργου και το ρόλο του αναγνώστη.

Σε κάθε περίπτωση, τα υπερμέσα μπορούν να επεκτείνουν το φάσμα της λογοτεχνίας, καθώς προσφέρουν αλληλεπιδραστική πρόσβαση σε τεράστιες ποσότητες δεδομένων συνδεδεμένων σε ένα σύνθετο δίκτυο ασυνεχών οπτικοακουστικών πληροφοριών.

Συμπέρασμα

Η ολοποίηση διερευνά την κίνηση, την μετάθεση, και τη μεταμόρφωση. Στα ολοκείμενά μου εφαρμόζω μια σύνταξη εξαρθρώσεων που συνεχώς μετακινούν τα γραφήματα από τις θέσεις τους. Σε μερικά ποιήματα χρησιμοποιώ μόνο μια λέξη, αλλά στα ποιήματά με πολλές λέξεις, κάθε λέξη είναι κόμβος ή σημείο διασταύρωσης. Καμιά λέξη δεν αποτελεί την πηγή ή την αρχή. Ακόμα και στα ποιήματα τη μιας λέξης που διαθέτουν κάποιο είδος ακολουθίας, αυτή η ακολουθία δεν είναι ποτέ ιεραρχική (δηλ., γραμμική) και ποτέ δεν προϋποθέτει ένα δεδομένο ξεκίνημα ή τέλος.

Οι λέξεις είναι άξονες που απλώνονται ακτινικά σε άλλες λέξεις που τις περιβάλλουν. Αρκετά συχνά μια λέξη χάνει την ακριβή της γραφική αναπαράσταση και γίνεται παροδικά κάτι άλλο, ένα σήμα ή ένα αφηρημένο σχέδιο δίχως κάποια άλλη σημασία, γλωσσολογική ή οπτική. Αυτή η κίνηση του κειμένου προτείνει εν τέλει, μια αντιμετώπιση της λέξης και του κόσμου σαν κάτι εύπλαστο.

Στα ολογραφικά κείμενα ο αναγνώστης δεν μπορεί να προσθέσει κάτι στα υπάρχοντα στοιχεία, τουλάχιστον όχι ακόμα, αλλά πέρα από την επιλογή της διαδρομής συναντά ένα χώρο όπου η γραφική ύλη του γλωσσικού υλικού παρενοχλείται διαρκώς, μεταμορφώνεται, διαμορφώνεται, ή διαλύεται έτσι ώστε να δημιουργήσει μια νέα διαδικασία σημασιοδότησης.

Αν κάποιος ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη μιας νέας ποίησης της ψηφιακής εποχής, είναι σημαντικό να χρησιμοποιήσει μέσα διαφορετικά από τον έντυπο λόγο. Για μένα η ολογραφία είναι ένα τέτοιο μέσο, αλλά πρέπει να τονίσω ότι η χρήση νέων μέσων δεν συνιστ καθεαυτή, ένα εχέγγυο ποιότητας ή αυθεντικής συνεισφοράς στο ρεπερτόριο της πειραματικής γραφής. Για παράδειγμα, αν κάποιος χρησιμοποιήσει το ολόγραμμα απλώς για να αναπαράγει ένα ποίημα που έχει πραγματωθεί πλήρως σε άλλη μορφή, δεν δημιουργεί αυτό που ορίζω ως ολοποίηση.

Στις δυτικές κοινωνίες έχουμε όλοι εξοικειωθεί με ηλεκτρονικά κείμενα στην τηλεόραση, τα οποία εκτελούν τις πλέον επεξεργασμένες πιρουέτες επί της οθόνης. Για παράδειγμα, μια ηλεκτρική ξυριστική μηχανή ακολουθεί ένα μονοπάτι κατασκευασμένο από κείμενο γύρω από το προϊόν, “ξυρίζοντας” το κείμενο. Η δυναμική χρήση της γλώσσας που έχουμε συνηθίσει στην τηλεόραση συνήθως δεν παράγει παρά πλεονασμούς, εμπορευματοποίηση και κοινοτοπία. Η νέα γενιά των ποιητών ανήκει στη κουλτούρα των ΜΜΕ. Αναπνέουν τηλεόραση, βιντεοταινίες, CD, εικονοτηλέφωνα, υπολογιστές, εικονική πραγματικότητα και ολογραφήματα.

Σε μια λογοτεχνική κουλτούρα που ακόμα κυριαρχείται από τον έντυπο λόγο, οι συγγραφείς πειραματικής λογοτεχνίας που δημιουργούν έργα αναγνώσιμα μόνο σε ηλεκτρονική μορφή, θα δυσκολευτούν να φτάσουν ως το κοινό τους. Ανεξάρτητα από αυτά τα προβλήματα, ή ίσως εξαιτίας αυτών, η πρόκληση αυτής της γενιάς είναι να δημιουργήσει δυναμικά ηλεκτρονικά κείμενα που ανακτούν τη θεμελιώδη δύναμη και τη μυστηριώδη ομορφιά της γλώσσας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας