Είναι έτοιμος ο κινεζικός στρατός για πόλεμο ή θα φάει τα μούτρα του;

Είναι έτοιμος o κινεζικός στρατός για πόλεμο ή θα φάει τα μούτρα του;

Η Κίνα δεν έχει εμπλακεί σε πόλεμο για περισσότερο από σαράντα χρόνια, γεγονός που στοιχειώνει τον σύγχρονο Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό, καθώς καυχιέται πώς είναι η ιδανική πολεμική μηχανή που μπορεί να συντρίψει οποιοδήποτε αντίπαλο.

Η έλλειψη πρόσφατης εμπειρίας σε πραγματικές συνθήκες πολέμου θα μπορούσε να αποβεί ως ένας μοιραίος παράγοντας σε μια μελλοντική σύγκρουση για τον κινεζικό στρατό, διότι δεν πρέπει να αγνοούμε το γεγονός πως οι στρατιωτικές ασκήσεις δεν έχουν καμία σχέση με τον πραγματικό πόλεμο, και γίνονται καθαρά για λόγους απλά ετοιμότητας και εγρήγορσης σε ενδεχόμενη πολεμική σύρραξη.

Η Κίνα βρέθηκε μαχόμενη σε τρεις πόλεμους τον 20ό αιώνα: Ενάντια στις δυνάμεις των ΗΠΑ και του ΟΗΕ στον Κορεατικό πόλεμο 1950-1953. Σε έναν σύντομο πόλεμο κατά της Ινδίας το 1962 και σε έναν άλλο σύντομο πόλεμο κατά του Βιετνάμ το 1979. Οι δύο πρώτοι πόλεμοι ήταν γενικά ευνοϊκοί για το πεζικό της Κίνας που επωφελήθηκαν από το μεγάλο αριθμό βετεράνων στις τάξεις του PLA.

Ο πόλεμος του 1979 εναντίον του Βιετνάμ, από την άλλη πλευρά, θεωρείται γενικά ότι ήταν ένα φιάσκο. Η Κίνα εισέβαλε στο Βιετνάμ την άνοιξη του 1979, μόνο και μόνο για να δοκιμάσει αν δουλεύουν σωστά οι δυνάμεις της ενάντια στον σκληρότερο και πιο έμπειρο στρατό του Βιετνάμ. Επιπλέον και σε αυτή την περίπτωση, ευνοημένη ήταν πάλι η Κίνα επειδή το Βιετνάμ είναι η γειτονική χώρα.

Τώρα, σχεδόν σαράντα χρόνια αργότερα, μερικοί στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες αναρωτιούνται εάν η ιστορία θα μπορούσε να επαναληφθεί και αν η Κίνα βρεθεί για άλλη μία φορά στην ίδια δυσάρεστη θέση για τους ίδιους ακριβώς λόγους, όπως η απειρία στο έμψυχο στρατιωτικό δυναμικό της.

Μία έκθεση του Foreign Policy υποστηρίζει ότι οι προαναφερόμενοι λόγοι θα μπορούσαν να καταστούν ως ένας αρνητικός παράγοντας στον επόμενο πόλεμο της Κίνας, και μάλιστα δεν πρόκειται απλά για εικασίες, αλλά για την αληθινή διάσταση των πραγμάτων.

Η έκθεση υποστηρίζει ότι η σχετική απειρία της Κίνας – σε σύγκριση με τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ και της Δύσης – θα μπορούσε να αποδειχθεί καταστροφική σε ένα μελλοντικό πεδίο μάχης. Οι στρατιωτικές δυνάμεις με έμφαση στην εμπειρία έχουν μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχίας να βγουν κερδισμένες και προφανώς ενδέχεται να γνωριστούν λιγότερες απώλειες.

Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως ο κινεζικός στρατός δεν είναι εκπαιδευμένος για πολέμους ενάντια σε μεγάλες δυνάμεις που έχουν ισχυρό στρατό, ναυτικό, και αεροπορία. Κάτι τέτοιο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για την εκμάθηση διδαγμάτων σε πολύπλοκες καταστάσεις σχετικά με τον εφοδιασμό και τις ιατρικές επιχειρήσεις στον 21ο αιώνα, που εξακολουθούν να θεωρούνται μία υπολογίσιμη συνάρτηση σε κάποια μεγάλη σύγκρουση.

Ομολογουμένως, η Κίνα, υστερεί καταφανέστατα σε όλες αυτές τις λεπτομέρειες, αφού τα τελευταία 40 χρόνια δεν πολέμησε ποτέ ενάντια σε ένα σημαντικό στρατό ή σε μια μεγάλη ναυτική μάχη για σχεδόν εκατό χρόνια, και ποτέ δεν είδε αν λειτουργούν τα μαχητικά της αεροσκάφη ή οι υποβρύχιες δυνάμεις κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Οι πιο πιθανοί αντίπαλοι της Κίνας, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, έχουν τεράστια εμπειρία και γνωρίζουν από πρώτο χέρι ποια στρατηγική είναι αποτελεσματικότερη σε περίπτωση σύρραξης.

Εν τούτοις αξίζει να αναφέρουμε πως σήμερα σχεδόν όλες οι μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις έχουν ρίξει όλο τους το βάρος στην αυτοματοποίηση και την τεχνητή νοημοσύνη σε όπλα που ποτέ δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας, και ουσιαστικά είναι οι κρυμμένοι άσοι στο μανίκι όλων των μεγάλων χωρών που επενδύουν τεράστια χρηματικά ποσά στην έρευνα για να βρίσκονται πάντα ένα βήμα μπροστά από τον εχθρό.

Επιπρόσθετα στην έσχατη περίπτωση, πολύ πιθανόν να γίνει χρήση και των πυρηνικών όπλων, πράγμα που σημαίνει πως εκεί πλέον θα οδηγηθούμε σε ένα τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο με ενδεχόμενες συνέπειες που δεν τις χωράει ανθρώπου νους.