Είναι οι μουσικοί πιο έξυπνοι από τους υπόλοιπους ανθρώπους;

Είναι οι μουσικοί πιο έξυπνοι από τους υπόλοιπους ανθρώπους;

Σε αυτό το άρθρο διάλεξα ένα κάπως περίεργο θέμα προς ανάλυση – κάτι που σίγουρα στο τέλος θα δημιουργήσει διφορούμενες απόψεις, και ίσως να ενοχλήσει και κάποιους. Αυτό που με ενδιαφέρει προσωπικά είναι το να θιχτεί το ίδιο το άρθρο και να ρίξουμε λίγο φως στο αποτέλεσμα πίσω από την διαδικασία της μουσικής εκπαίδευσης. Με λίγα λόγια, το ερώτημα που θέτω είναι το εξής: είναι πιο έξυπνοι οι μουσικοί από τους μη μουσικούς; Η απάντηση φυσικά δεν θα σας έρθει στα χέρια λες και ήτανε δωράκι από τον μπαμπά, αλλά θα σας δημιουργηθούν περισσότερες ερωτήσεις και θα γνωρίσετε κάποιες αλλαγές που εμφανίζονται στον εγκέφαλο του νεαρού μουσικού.

Το αποτέλεσμα λοιπόν, το μοιράζομαι στο παρακάτω κείμενο για να δείτε πως στην τελική, η εξυπνάδα είναι απλά ένα εργαλείο με διαφορετικά πρόσωπα, που δεν μπορεί να μετρηθεί ακριβώς, διότι το μόνο κριτήριο αναγνώρισης είναι η κοινωνία και οι ανάλογες κατά τις συγκυρίες απαιτήσεις της.

Ας πάρουμε ως αρχή ότι η μουσική ”αναβαθμίζει’‘ τον εγκέφαλο και την εγκεφαλική δραστηριότητα. Πολλές έρευνες έχουν δείξει ότι αυτό το ωφέλιμο ”service” ή, καλύτερα, η μουσική διαπαιδαγώγηση, προσδίδει διαύγεια και συμβάλλει σημαντικά στα κομμάτια που σχετίζονται με την μνήμη, την καλύτερη επεξεργασία πολλαπλών δεδομένων -γνωστή ως multitasking- και την καλύτερη συναισθηματική αντίδραση.

Τι είναι Human multitasking

Αυτό που ορίζουμε ως multitasking, είναι στην ουσία ένας όρος που χρησιμοποιείται για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και αναφέρεται στην δυνατότητα των μικροεπεξεργαστών να εκτελούν ταυτόχρονα πολλές εργασίες. Με αυτή την ίδια έννοια αναφερόμαστε και στο θέμα των ανθρώπινων διεργασιών με τον αγγλικό όρο Human multitasking.

Ένα απλό παράδειγμα για το τι εστί Human multitasking είναι το να μπορεί κάποιος να γράφει μια εργασία σε χαρτί και την ίδια ώρα να βλέπει μια ταινία. Όπως και εσείς θα το έχετε φανταστεί, όμως, πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι οι πολλαπλές εργασίες δημιουργούν μια πληθώρα λαθών, μικρών η μεγάλων, που αδυνατίζουν το ποιοτικό αποτέλεσμα.

Γιατί μας αρέσει η μουσική;

Η απόλαυση της αγαπημένης μας μουσικής απελευθερώνει τις αισθήσεις και τον εγκέφαλό μας μέσω διεργασιών που προκαλούν έκκριση περισσότερης ντοπαμίνης, που είναι υπεύθυνη για το αίσθημα τις ευχαρίστησης που μας διακατέχει ακόμα και στις πιο απλές μας συνήθειες όπως φαγητό, διασκέδαση κτλ. Τι γίνεται όμως με την κατηγορία των ανθρώπων που η μουσική δεν είναι απλώς στα πλαίσια του lifestyle τους, αλλά αποτελεί το μεγαλύτερο κομμάτι της εκπαίδευσης, της παιδείας τους και είναι άρρηκτα πλέον συνδεδεμένη με το κάθε τι που αισθάνονται και αντιλαμβάνονται;

Κάθε τι που θεωρείται ένα ευχάριστο άκουσμα απ’ έναν άνθρωπο που τυγχάνει να είναι ένας ακόμα λάτρης τις μουσικής, είναι ένα rollercoaster ηχητικής αντίληψης και ερεθισμάτων για το αυτί ενός μουσικού. Αυτό που αλλάζει, δηλαδή, είναι ο τρόπος αντίληψης κατά το άκουσμα της μουσικής, όπως επίσης και τα δεδομένα που επεξεργάζονται στις δυο περιπτώσεις και δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Ας δούμε όμως γιατί συμβαίνει αυτό και ποια είναι τα κριτήρια που κατατάσσουν τους μουσικούς στην κατηγορία των ανθρώπων με επίκτητη καλύτερη αντίληψη, νοημοσύνη και άλλες εγκεφαλικές διεργασίες.

Το συναισθηματικό φορτίο που μας μεταφέρεται βλέποντας κάποιον να παίζει μουσική ή ακούγοντας ένα μουσικό κομμάτι περιλαμβάνει όλη την γκάμα συναισθημάτων και αισθήσεων που μπορεί ένας άνθρωπος να βιώσει ανάλογα πάντα με το πόσο το απολαμβάνει.

Στον εγκέφαλο μας, λοιπόν, την ώρα που “γευόμαστε” την μουσική εμπειρία, ξεκινάει ένα πανέμορφο ταξίδι ακουστικών ερεθισμάτων, από το τύμπανο του αυτιού μέχρι τον εγκέφαλο, που συναντούμε τους κοιλιακούς πυρήνες που είναι πάνω στον εγκεφαλικό φλοιό και γειτονεύουν με τα κέντρα ρύθμισης τις αναπνοής και κυκλοφορίας, έχοντας ως συνέπεια τον συγχρονισμό αυτών των γειτονικών πυρήνων και κατ’ επέκταση παράλληλη διεργασία, που μπορεί αμέσως να εξηγήσει τις αυξημένες συχνότητες αναπνοής και καρδιακών παλμών σε ένα γρήγορο μουσικό κομμάτι αλλά και τις μειωμένες αντιδράσεις σε ένα αργό.

Μόνιμες και καθοριστικές επιδράσεις έχει στην ευφυΐα ή εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου και η εκπαίδευση στην μουσική θεωρία. Μετά την ηλικία των έξι ετών οι μικροί μουσικοί παρουσιάζουν ανεπτυγμένες επιδόσεις σε περισσότερα πεδία από ότι οι μη-μουσικοί, καθώς και υψηλότερα σκορ σε τεστ ευφυΐας που έχουν γίνει κατά καιρούς σε ερευνητικά προγράμματα πανεπιστημίων και ψυχολογικών-ψυχομετρικών ερευνών.

Τι ακριβώς συμβαίνει όμως στο μυαλό ενός μουσικού κατά την ώρα της σύνθεσης ή της ακρόασης ενός μουσικού κομματιού;

Διαχωρίζει τον εαυτό του από τους απλούς ακροατές και καταλήγει ως μια υπολογιστική μηχανή επεξεργασίας τονικών και ρυθμικών αναπτύξεων η ακόμα και ως ψυχρός επεξεργαστής ψηφιακών ήχων με τετράγωνη κρίση αποβάλλοντας κάθε στοιχείο απλής ευδαιμονίας και απόλαυσης του καταληκτικού ήχου; Πολύ απλά, από την δεδομένη στιγμή που έχεις εκπαιδευτεί να γίνεις μουσικός και λειτουργείς ως ένας, τα όρια σου υπερβαίνουν κατά πολύ τα γνωστά όρια αντίληψης των ηχοχρωμάτων και ο αλγόριθμος που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλος σου για να αντιληφθεί τον ήχο ξεπερνούν τον εαυτό τους.

Με απλά λόγια, υπάρχει ένα τεράστιο αντιληπτικό χάσμα στον τρόπο επεξεργασία μουσικής στον εγκέφαλο τον μουσικών και μη-μουσικών, με τους πρώτους να χρησιμοποιούν μια τεράστια ηχοχρωματική παλέτα επεξεργασίας δεδομένων κατά την ώρα της ακρόασης.

Το θέμα έγκειται στην ανάπτυξη του αριστερού εγκεφαλικού κροταφικού λοβού (planum temporale), των corpus callosum, primary motor cortex, cerebellum και Heschl’s Gyrus. Με την εκμάθηση ενός οργάνου και της μουσικής θεωρίας (μουσικής αρμονίας), αναπτύσσονται περισσότερο -και ιδιαίτερα σε ηλικίες προσχολικές (μικρότερες των 7 ετών)- με συνέπεια την καλύτερη λειτουργία της προφορικής μνήμης. Στον κλάδο της γνωστικής ψυχολογίας, σχετικές έρευνες που φέρουν ποζιτρονικές τομογραφίες (PET Scan), αποδεικνύουν περίτρανα πως υπάρχει ανάπτυξη περαιτέρω τμημάτων του εγκεφάλου μέσω μουσικής διαπαιδαγώγησης. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στην μελέτη του Andy Sarroff.

Καθόλου τυχαία δεν είναι η συσχέτιση που επικρατεί, ότι τα μαθηματικά και η μουσική είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και πορεύονται παράλληλα, σύμφωνα με τον Πυθαγόρα και την μελέτη του πάνω στα μαθηματικά και στο αρχαίο μονόχορδο. Στην -για πολλούς δυσνόητη- αυτή θετική επιστήμη, η θεωρία και η πράξη της μουσικής δίνεται μέσω φυσικών νόμων διατυπωμένων με μαθηματικές σχέσεις, οπότε η κατανόηση μαθηματικών σχέσεων και μουσικής είναι απολύτως συμβατές.

Οι μακροχρόνιες αλλαγές που υποβάλλεται ο εγκέφαλος, οι οποίες περιλαμβάνουν συντονισμό ανάμεσα στα χέρια, οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα, σε αλληλεπίδραση με την κινητική ανάπτυξη ανοίγουν ένα καινούργιο παράθυρο γνώσης, ιδιαίτερα όταν η ηλικία προσφέρει ένα πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της ανατομίας του εγκεφάλου. Τσέκαρε και το παρακάτω βίντεο, Μουσική και το Μυαλό — ένα ντοκιμαντέρ που ασχολείται με τον εγκέφαλο και την σχέση του με την μουσική.

Η πλαστικότητα του εγκεφάλου είναι εξαρτώμενη από την εμπειρία και επομένως ο ενήλικος εγκέφαλος είναι κατάλληλα ανεπτυγμένος όταν έχει διαμορφωθεί μέσω μιας παιδείας. Στην προκειμένη περίπτωση αναφερόμαστε στην παιδεία που έχει επηρεαστεί από την μουσική. Εξ ου και η μεγάλη ανάγκη των αρχαίων Ελλήνων να προσφέρουν εκπαίδευση στους νέους που βασιζόταν στην μουσική, τα μαθηματικά αλλά και την γυμναστική.

Με όλα αυτά καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου και η κατάκτηση του πεδίου της μουσικής μέσω της εκπαίδευσης δεν θα σε κάνουν απαραίτητα έναν καταξιωμένο και διάσημο μουσικό, αλλά σίγουρα θα σε κάνουν έναν πιο έξυπνο ενήλικα.

Η μουσική παιδεία που ξεκινάει από ηλικία μικρότερη των 7 ετών δεν δημιουργεί ιδιοφυΐες ή child prodigies, αλλά προσφέρει ένα ανεπτυγμένο αντιληπτικό πεδίο, χρήσιμο για τον άνθρωπο, λόγω του ότι οι πληροφορίες που μεταφέρονται από το αριστερό προς το δεξί ημισφαίριο είναι ταχύτερες και περισσότερες σε όγκο (μέσω ενός ανεπτυγμένου corpus callosum) απ’ ό,τι σε εγκέφαλο που δεν έχει δεχτεί μουσική παιδεία.