Εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα μετά το 1974

Εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα μετά το 1974

Η Επταετία του Παπανούτσου

Η ειλικρινής και εκ βαθέων απόπειρα εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1964 που έμεινε στην ιστορία ως «μεταρρύθμιση Παπανούτσου» ακυρώθηκε μετά την πολιτειακή κρίση του 1965, όταν η κυβέρνηση της αποστασίας αποφασίζει τη σύσταση επιτροπής για την κρίση των βιβλίων της μεταρρύθμισης, με σκοπό είτε να τα διατηρήσει είτε να τα στείλει προς πολτοποίηση. Λίγο μετά τα «Ιουλιανά» έρχεται η επταετής δικτατορία των συνταγματαρχών για να σβήσει ό,τι είχε απομείνει με τον ΑΝ 129/67, ενώ ο νόμος 59/67 καταργεί το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (είχε ιδρυθεί με το Βασιλικό Διάταγμα 827/65), ως «διαβρωτικό θεσμό».

Το βήμα μπροστά του στρατιωτικού καθεστώτος ήταν η ίδρυση το 1970 των ΚΑΤΕΕ που θα αποτελέσουν το πρώτο στάδιο ανώτερης εκπαίδευσης και «προπάτορα» των σημερινών ΑΤΕΙ.

Μεταπολίτευση – Μεταρρύθμιση 1976

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976 αντικατόπτριζε το κλίμα που επικρατούσε στον εκπαιδευτικό κόσμο μετά την αντιδραστική αντιμεταρρύθμιση της χούντας. Αρχικά, επανέρχεται η δημοτική ως γλώσσα διδασκαλίας (η δικτατορία είχε επαναφέρει την καθαρεύουσα) με τον νόμο 309/76 επί υπουργίας Παναγιώτη Ζέππου με εισηγητή τον Κωνσταντίνο Αποσκίτη.

Η μέση εκπαίδευση σπάει σε δύο τριετείς βαθμίδες, το γυμνάσιο και το λύκειο. Η τριετής γυμνασιακή βαθμίδα γίνεται υποχρεωτική για όλα τα παιδιά, εισάγεται η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από μετάφραση και προβλέπεται η συνεκπαίδευση των δύο φύλων σε όλα τα στάδια της εκπαίδευσης.

Περαιτέρω, ο 309/76 καταργεί τις εισαγωγικές εξετάσεις από το δημοτικό στο γυμνάσιο, τις προαγωγικές στο γυμνάσιο, την αριθμητική βαθμολογία στο δημοτικό, ενώ καθιερώνει εισαγωγικές εξετάσεις από το γυμνάσιο στο λύκειο.

Ο απόφοιτος γυμνασίου, βάσει του νόμου 576/1977 επί υπουργίας Γεωργίου Ράλλη, έχει πολλές δυνατότητες: είτε να πάει στο τριετές γενικό λύκειο, είτε στο τριετές τεχνικό επαγγελματικό λύκειο (με εξετάσεις), είτε να εισαχθεί χωρίς εξετάσεις σε μια τεχνική επαγγελματική σχολή που θα του προσφέρει μονοετή ή διετή φοίτηση και από εκεί θα τον εξάγει στην αγορά εργασίας.

Η επιλογή σπουδαστών στην Ανώτατη Εκπαίδευση ρυθμίζεται με το νόμο 1035/80. Βάσει αυτού, οι σχολές χωρίζονται σε θεωρητικής και πρακτικής κατεύθυνσης και τα μαθήματα στις δύο τελευταίες τάξεις του λυκείου σε «κορμού» και «επιλογής». Οι εξετάσεις («Πανελλήνιες») σε αυτές τις τάξεις γίνονται σε πανελλαδικό επίπεδο με κοινά θέματα. Ο βαθμός των εξετάσεων και οι βαθμοί προαγωγής (Β’ λυκείου) και απολυτηρίου (Γ’ λυκείου) αποτελούν το βαθμό του θεωρητικού ή πρακτικού απολυτηρίου. Οι υποψήφιοι έπειτα εισάγονται στα Ιδρύματα κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας μέχρι να συμπληρωθεί το numerus clausus σε κάθε σχολή.

1982-1985

Η ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ και η άνοδος στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου δρομολογούν σειρά μεταρρυθμιστικών κινήσεων σε όλες τις βαθμίδες της ελληνικής εκπαίδευσης. Είναι ενδεικτικό ότι την τριετία 1982-1985 εκδόθηκαν για τη γενική εκπαίδευση από το δημοτικό μέχρι το λύκειο συνολικά 110 βιβλία.

Το ΠΔ 297/82 καταργεί το πολυτονικό και καθιερώνει το μονοτονικό σύστημα, ο νόμος 1304/82 καταργεί τον «Επιθεωρητή» και εισάγει τον «Σχολικό Σύμβουλο», ενώ με το άρθρο 46 του νόμου 1268/82 δίνεται το πράσινο φως για την ίδρυση πανεπιστημιακών παιδαγωγικών τμημάτων που θα στελεχώσουν τα νηπιαγωγεία και την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Επίσης, ο νόμος 1404/83 επί υπουργίας Απόστολου Κακλαμάνη καταργεί τα ΚΑΤΕΕ και θεσμοθετεί τα ΤΕΙ.

Επί υπουργίας Κακλαμάνη ψηφίστηκε και ο νόμος 1566/85, σύμφωνα με τον οποίο:

  • η υποχρεωτική εκπαίδευση είναι εννιαετής και περιλαμβάνει το δημοτικό και το γυμνάσιο και οι απόφοιτοι της υ.ε. μπορούν να εισαχθούν στο Γενικό Λύκειο, το Τεχνικό Επαγγελματικό Λύκειο, το Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο (πρωτολειτούργησε το 1984) ή σε Τεχνικές Επαγγελματικές Σχολές, από τις οποίες εξάγονται στην παραγωγή.
  • οι απόφοιτοι ΓΕΛ, ΤΕΛ και ΕΠΛ μπορούν να διεκδικήσουν την εισαγωγή τους μέσω των Γενικών Εξετάσεων σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ.

Η εισαγωγή των υποψηφίων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση γίνεται με τις από το 1983 θεσμοθετημένες «Γενικές Εξετάσεις», μέσω του συστήματος των τεσσάρων δεσμών, οι οποίες καθιερώνονται στην τελευταία τάξη του Λυκείου και αντιστοιχίζονται σε σχολές της τριτοβάθμιας. Τα μαθήματα της Γ’ λυκείου χωρίζονται σε «δέσμης» και «κορμού» (γενικής παιδείας) και οι υποψήφιοι εξετάζονται σε τέσσερα μαθήματα ανά δέσμη. Από το 1988 η βαθμολογία του λυκείου δεν παίζει ρόλο στην εισαγωγή στην τριτοβάθμια, ορίζεται ένα βασικό μάθημα σε κάθε δέσμη με ειδικό συντελεστή βαρύτητας και η βαθμολογία στις Γενικές Εξετάσεις γίνεται με 80βάθμια κλίμακα.

Η πολυτάραχη τριετία 1990-1993

Η δεκαετία του 1990 ξεκινά με το σχηματισμό κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας τον Απρίλιο με πρωθυπουργό των Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και υπουργό Παιδείας τον Βασίλη Κοντογιαννόπουλο. Ένα μήνα μετά ξεσπά κύμα κινητοποιήσεων στο χώρο της εκπαίδευσης, το οποίο σημαδεύεται από απεργιακές κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών και απειλές για καταλήψεις των εξεταστικών κέντρων, ενώ οι Γενικές Εξετάσεις αναβάλλονται για διάστημα ενός μηνός.

Το χειμώνα του 1990, επαναφέρονται με τρία προεδρικά διατάγματα (390/90, 392/90, 393/90) οι εξετάσεις και η αριθμητική βαθμολογία στο δημοτικό και οι εξετάσεις στο γυμνάσιο, ενώ καθιερώνονται οι μονάδες παιδαγωγικού ελέγχου που χαρακτηρίζουν τη διαγωγή των μαθητών. Τα ΠΔ δημοσιεύονται στις 22 Νοεμβρίου, ημέρα κατά την οποία οι μαθητές γυμνασίων και λυκείων στο Ηράκλειο, την Κέρκυρα, την Πάτρα και τη Θεσσαλονίκη προχωρούν σε καταλήψεις των σχολείων τους.

Λίγο αργότερα κινητοποιούνται και οι μαθητές της Αθήνας και σε λιγότερο από ένα μήνα εκατοντάδες σχολεία σε όλη την επικράτεια τελούν υπό κατάληψη. Η κρίση οδηγεί σε παραίτηση τον Βασίλη Κοντογιαννόπουλο και στη θέση του τοποθετείται ο Γιώργος Σουφλιάς, ο οποίος παρουσιάζει μεταξύ άλλων τα ΠΔ 429/91 και 462/91 με τα οποία επαναθεσμοθετούνται οι γραπτές προαγωγικές εξετάσεις από την Ε’ στην ΣΤ’ δημοτικού και στις τρεις τάξεις του γυμνασίου, καθώς και οι γραπτές απολυτήριες εξετάσεις στο τέλος του δημοτικού.

Παράλληλα, επιχειρείται η σε μεγαλύτερο βαθμό σύνδεσης της σχολικής ζωής με την καθημερινότητα με την εφαρμογή των Προαιρετικών Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων που είναι πιο γνωστά ως «Περιβαλλοντική Αγωγή» και κατοχυρώνονται θεσμικά με το νόμο 1946/91.

Ένα χρόνο μετά με τον νόμο 2009/92 ιδρύεται ο Οργανισμός Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΟΕΕΚ).

Αξίζει να σημειωθεί ότι στη διάρκεια της τριετίας αυτής γίνεται για πρώτη φορά λόγος για πανεπιστήμια ιδιωτικού χαρακτήρα, καθώς συγκροτήθηκε ομάδα εργασίας που θα ερευνούσε ενδεχόμενα νομικά κωλύματα. Στα συμπεράσματα συμπεριλαμβάνεται και η φράση ότι το Σύνταγμα επιτρέπει την ίδρυση ΑΕΙ από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΟΤΑ, επιμελητήρια, δικηγορικοί και ιατρικοί σύλλογοι κ.α.) που θα τα οργανώνουν και θα τα χρηματοδοτούν, ενώ το υπουργείο Παιδείας θα έχει την εποπτεία τους.

1993-2006

Η αξιολόγηση των μαθητών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση αλλάζει με το ΠΔ 409/94, το οποίο παρουσιάζεται από τον τότε υπουργό Παιδείας Γιώργο Παπανδρέου, καθώς από τον Οκτώβριο του 1993 έχει επανέλθει στην κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ. Σύμφωνα με το νέο σύστημα, οι μαθητές γυμνασίου υποβάλλονται σε γραπτές εξετάσεις στο τέλος της σχολικής χρονιάς, σε ένα ωριαίο διαγώνισμα ανά πρώτο και δεύτερο τρίμηνο και σε ολιγόλεπτα τεστ. Εισάγονται οι δημιουργικές εργασίες και η περιγραφική αξιολόγηση. Επίσης, με το νόμο 2327/95 ιδρύεται το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας (ΕΣΥΠ).

Στις τότε προτάσεις του υπουργείου περιλαμβάνεται και η αλλαγή του τρόπου εισαγωγής στην τριτοβάθμια με τη καθιέρωση του «Εθνικού Απολυτηρίου», κάτι που θα εφαρμοστεί τελικά με το νόμο 2525/97 που θεσμοθετεί το Ενιαίο Λύκειο και καταργεί την επετηρίδα για το διορισμό των εκπαιδευτικών, οι οποίοι πλέον τοποθετούνται μέσω εξετάσεων που διενεργεί το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού.

Με σχετική υπουργική απόφαση αλλάζει η δομή του ωρολογίου προγράμματος στο λύκειο. Η πρώτη τάξη ορίζεται ως τάξη προσανατολισμού και τα μαθήματα της δεύτερης χωρίζονται σε «Γενικής Παιδείας» (23 ώρες/εβδομάδα) και «Κατεύθυνσης» (6 ώρες/εβδομάδα). Στην Γ’ λυκείου τα μαθήματα διακρίνονται σε «Γενικής Παιδείας» (16 ώρες) και «Κατευθύνσεως» (12 ώρες). Σε μια προσπάθεια να αρθεί ο ρόλος του λυκείου ως «προθαλάμου» της τριτοβάθμιας, ο βαθμός εισαγωγή σε αυτήν καθορίζεται από τις προαγωγικές εξετάσεις σε πανελλαδική κλίμακα των μαθητών της Β’ λυκείου και από τις απολυτήριες της Γ’ λυκείου.

Παρά τις προσπάθειες μεταρρύθμισης, το σύστημα παραμένει εξεταστικοκεντρικό, καθώς οι μαθητές υποχρεούνται να εξετάζονται σε πάρα πολλά μαθήματα. Έτσι, από το 2006 οι υποψήφιοι για την τριτοβάθμια εκπαίδευση εξετάζονται στο τέλος του λυκείου σε πανελλαδική κλίμακα σε έξι μαθήματα, τα οποία καθορίζονται ανάλογα με την κατεύθυνση που έχουν επιλέξει (Θεωρητική, Θετική και Τεχνολογική). Επίσης όσοι μαθητές επιλέξουν ως δεύτερο πεδίο μαθημάτων το 5ο (Επιστήμες Οικονομίας και Διοίκησης) εξετάζονται υποχρεωτικά και σε ένα έβδομο μάθημα, στις Αρχές Οικονομικής Θεωρίας.

Επίσης ο νόμος 2525/97 ιδρύει τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, τα οποία αφορούν νέους άνω των 18 ετών που δεν έχουν ολοκληρώσει την υποχρεωτική εκπαίδευση, προκειμένου να αποφευχθεί ο κοινωνικός τους αποκλεισμός. Η εκπαίδευση στα ΣΔΕ διαρκεί 18 μήνες και στο πρόγραμμα σπουδών δίνεται έμφαση σε ομαδοσυνεργατικές μεθόδους διδασκαλίας και εκπόνηση σχεδίων εργασίας (projects). Με μεγάλη ανταπόκριση λειτουργούν σήμερα ΣΔΕ εντός των σωφρονιστικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο της κοινωνικής επανένταξης των κρατουμένων.

Στην παρούσα φάση…

Από την προηγούμενη μεταρρύθμιση έχουν ήδη παρέλθει 13 χρόνια, διάστημα που ανεπίσημα «φωνάζει» για μια νέα μεταρρύθμιση. Η εισαγωγή των νέων αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών υπό τη μορφή των curriculum, καθώς και της διαθεματικότητας στη σχολική πράξη προχωρά την εκπαίδευση αρκετά βήματα μπροστά, δίνοντας περισσότερο το λόγο στο μαθητή και τις ανάγκες του. Η εισαγωγή και η έμφαση σε μαθητοκεντρικές μορφές διδασκαλίας, βάζοντας τον εκπαιδευτικό περισσότερο σε ρόλο συντονιστή και λιγότερο σε απλό δίαυλο γνώσεων, όπως ήταν στα παλιότερα ερβαρτιανά συστήματα, ωθεί την εκπαίδευση σε μια νέα εποχή, η οποία θα βασίζεται περισσότερο στην πρόκληση του μαθητικού ενδιαφέροντος της μαθητικής αυτενέργειας.

Ωστόσο, ο κοινωνικός διάλογος για τη νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν έχει ξεκινήσει ακόμη, παρά τις όποιες διαρροές προς τα ΜΜΕ τόσο των εισηγήσεων του ΕΣΥΠ (της «επιτροπής Βερέμη») ήδη από το 2006 όσο και των κατευθύνσεων του υπουργείου Παιδείας και κατ’ επέκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που με τη διαδικασία της Μπολόνια επιχειρεί όλο και περισσότερο τη σύνδεση των εκπαιδευτικών βαθμίδων με την παραγωγή και τις νέες μορφές απασχόλησης.