ΑρχικήΑφιέρωμαErnst Lubitsch (Ερνστ Λούμπιτς): Αφιέρωμα και πληροφορίες

Ernst Lubitsch (Ερνστ Λούμπιτς): Αφιέρωμα και πληροφορίες

Ο Ernst Lubitsch (Ερνστ Λούμπιτς) είναι ένας σκηνοθέτης που προτιμούν και αναγνωρίζουν πρώτα οι ίδιοι οι κινηματογραφιστές (το εύρος των θαυμαστών του εκτείνεται από τους συμπατριώτες του William Wyler και Billy Wilder μέχρι τον Cameron Crowe) ενώ οι αρετές του δεν είναι τόσο εμφανείς όχι γιατί δεν είναι αρκετές, αλλά γιατί όπως και άλλοι μεγάλοι σκηνοθέτες σαν τον Howard Hawks είχε ενσωματώσει απολύτως την τεχνική στην ίδια την αφήγηση της ταινίας, με την έννοια ότι στο κλασικό αφηγηματικό μοντέλο του Hollywood η απόλυτα ομαλή και αληθοφανής αφήγηση μιας ιστορίας είναι το επιθυμητό αποτέλεσμα και όχι η έμφαση στην τεχνική και τεχνολογική πλευρά του μέσου.

O απόλυτα προσαρμοστικός σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του Lubitsch κατάφερε να τελειοποιήσει αυτού του είδους το σινεμά (πολλοί θεωρούν και όχι άδικα ότι από εκείνη την περίοδο, δηλαδή μεταξύ της έλευσης του ήχου και του τέλους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο κινηματογράφος παρά τη νεότητά του ως μέσο άγγιξε τον κλασικισμό). Κι αυτό παρά τους περιορισμούς στο περιεχόμενο και ειδικότερα δε στις κινηματογραφικές αναπαραστάσεις της σεξουαλικότητας και του εγκλήματος που επέφερε η υιοθέτηση του κώδικα ηθικής (γνωστότερου ως Κώδικα Hays), ο αντίκτυπος του οποίου είναι προφανής στη σύγκριση της τολμηρότητας των ταινιών του σκηνοθέτη πριν και μετά το 1934, οπότε και υιοθετήθηκε πλήρως από τα στούντιο ο κώδικας. Εξίσου αξιοσημείωτο για την ισχύ και το σεβασμό που απολάμβανε ο σκηνοθέτης είναι το γεγονός ότι στην εποχή της απόλυτης παντοδυναμίας των μεγάλων στούντιο υπήρξε από τους λίγους σκηνοθέτες που είχε το credit και για την παραγωγή των ταινιών του, ενώ βρέθηκε έστω και για μόλις ένα χρόνο στη θέση του επικεφαλής παραγωγού για την Paramount (1935).

Ο Lubitsch ξεκίνησε ως θεατρικός ηθοποιός δίπλα στον Max Reinhart, για να περάσει σύντομα στο σινεμά κυρίως σε κωμικούς ρόλους και έπειτα ως σκηνοθέτης των ταινιών του, ενώ προς το τέλος της δεκαετίας του ’10 και στις αρχές του ’20 έγινε γνωστός στην Αμερική με τα δράματα εποχής και τις κωμωδίες που σκηνοθέτησε. Μετακόμισε ήδη από το 1922 στο Hollywood, πριν από το μεγάλο κύμα μετανάστευσης των Ευρωπαίων (και κυρίως Γερμανών) κινηματογραφιστών λόγω της ανόδου του ναζισμού και του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Αποτέλεσε, όπως είπαμε και πιο πάνω ένα απόλυτα προσαρμοστικό σκηνοθέτη, όχι μόνο σε σχέση με τη μετανάστευσή του από την UFA στο Ηollywood αλλά και γιατί ήταν ένας από τους σκηνοθέτες με σημαντική καριέρα στο βωβό κινηματογράφο που καλωσόρισαν την έλευση του ήχου και εκμεταλλεύτηκαν πλήρως τις νέες δυνατότητες που πρόσφερε.

Ο Lubitsch είναι ένας από τους θεμελιωτές του κινηματογραφικού μιoύζικαλ, αφού σε μεγάλο βαθμό χάρη σ’ αυτόν εξελίχθηκε από απλή κινηματογράφηση επιτυχιών του Broadway ένα είδος με καθαρά κινηματογραφικά χαρακτηριστικά, στο οποίο η μουσική και το τραγούδι χρησιμοποιείται ως όχημα στην αφήγηση, παρά σαν απλό ιντερμέδιο της πρόζας. Δεν είναι τυχαίο ότι από τις πρώτες ηχητικές ταινίες του Lubitsch oι περισσότερες ήταν μιούζικαλ, δύο εκ των οποίων θα προβηθούν στο φεστιβάλ.

Πιο συγκεκριμένα, θα προβληθεί το Monte Carlo (1930) και το One Hour with You (1932) και τα δύο με την αγαπημένη του πρωταγωνίστρια στο είδος Jeanette Mac Donald. Πιο συγκεκριμένα, στο Monte Carlo υποδύεται την κακομαθημένη κόμισσα που παρατά τον μέλλοντα συζυγό της και απολαμβάνει την χλιδάτη ζωή στη Ριβιέρα και όπως είναι αναμενόμενο ο έρωτας της χτυπά την πόρτα. Βασικά μοτίβα που επαναλαμβάνονται στο έργο του Lubitsch είναι διακριτά ήδη.

Καταρχήν πολύ συχνά οι πλοκή εκτυλίσσεται σε μια φανταστική ευρωπαϊκή χώρα (εν προκειμένω στο βασίλειο της Ruritania), ενώ και τα υπαρκτά μέρη που παρουσιάζονται (είτε πρόκειται για το Μόντε Κάρλο, είτε για το Παρίσι είτε για την Βενετία για παράδειγμα) λειτουργούν περισσότερο σαν σύμβολα ευρωπαϊκής φινέτσας, κομψότητας και χλιδής αλλά και σαν τόποι που προσφέρουν μεγαλύτερη ελευθεριότητα στα σεξουαλικά ήθη και δίνουν την ευκαιρία στους πρωταγωνιστές να επιθοδούν στο φλερτ και το ερωτικό παιχνίδι.

Στο Monte Carlo η Jeanette MacDonald είναι καταφανώς η ψυχή της ταινίας, που ερμηνεύει και την μεγάλη ραδιοφωνική επιτυχία της εποχής “Βeyond the Blue Horizon”, σε ένα υπέροχα γυρισμένο μουσικό νούμερο με την πρωταγωνίστρια στο τρένο. Επίσης συναντούμε ένα άλλο κλασικό αφηγηματικό στοιχείο, όχι μόνο του Lubitsch αλλά πολλών ρομαντικών ταινιών και screwball: τις παρεξηγήσεις και την απόκρυψη ή την υιοθέτηση διαφορετικής ταυτότητας από τους πρωταγωνιστές που κινούν την πλοκή μέχρι το αναπόφευκτο happy end. Σίγουρα το σενάριο στο Monte Carlo βρίθει απιθανοτήτων και αφηγηματικών στερεοτύπων (αυτό συμβαίνει εξάλλου σε πολές ταινίες του Lubitsch), αλλά πέρα από την προφανή διαπίστωση ότι ο κινηματογράφος δεν είναι απαραίτητο να έχει σαν ζητούμενο του τον ρεαλισμό θα πρέπει να σημειώσουμε ότι βρισκόμαστε στην εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, οπότε ο κινηματογράφος αποτελούσε ένα προσιτό μέσο απόδρασης από την δύσκολη καθημερινότητα σε ένα κόσμο φανταστικού πλούτου και παράλογης πολυτέλειας, στον οποίο τα μόνα προβλήματα είναι τα ερωτικής φύσεως.

Το One Hour with You (1932) είναι το τελευταίο μιούζικαλ του Lubitsch για την Paramount και το προτελευταίο σε όλη τη φιλμογραφία του αφού μετά γύρισε μόνο το The Merry Window (1934). To project είχε αρχικά αναλάβει ο George Cukor, όμως ο Lubitsch, ανικανοποίητος από τον νέο τότε σκηνοθέτη, τελικά ανέλαβε και την σκηνοθεσία εκτός από την παραγωγή. Η Jeanette McDonald και ο κλασικός παρτενέρ της επί της οθόνης Maurice Chevalier υποδύονται το παριζιάνικο ζευγάρι που επιδίδεται σε απιστίες και ψέματα αλλά τελικά καταλήγει ξανά μαζί και ευτυχισμένο, η ταινία όμως είναι τολμηρή για την εποχή της στην σχετική απαξίωση της συζυγικής πίστης και των ιδανικών του γάμου.

Την ίδια χρονιά ο Lubitsch γύρισε την ακόμη πιο τολμηρή ερωτική κωμωδία, χαρακτηριστικό δείγμα του σινεμά πριν τον κώδικα, Trouble in Paradise, η οποία όσο και αν φανεί αδιανόητο στο σημερινό θεατή είχε απαγορευτεί μετά την εφαρμογή του κώδικα ηθικής και ξαναπροβλήθηκε το 1968. Στο κέντρο της βρίσκεται ένα ερωτικό τρίγωνο ενός διάσημου κλέφτη, της επίσης κλέφτρας ερωμένης του και μιας πλούσιας παριζιάνας που επιθυμούν να ληστέψουν. Παρά την ελαφριά αντιμετώπιση του Lubitsch στο θέμα του η ταινία έχει στο κέντρο της την ανθρώπινη επιθυμία, τόσο την ερωτική όσο και την επιθυμία για χρήμα. Να σημειώσουμε ότι συνεργάτης και αγαπημένος σεναριογράφος του Lubitsch σε αυτήν όπως και σε άλλες οκτώ ταινίες ήταν ο Samson Raphelson, πατέρας του πολύ γνωστού σκηνοθέτη Bob Raphelson (Five Easy Peaces κ.λπ.).

Σε αυτό το αφιέρωμα θα ήταν αδιανόητο να παραλείψουμε μία ακόμη από πιο προκλητικές ταινίες του, το Design for Living (1933). To φιλμ ναι μεν βασίζεται στο θεατρικό έργο του Noel Coward, αλλά ο κορυφαίος σεναριογράφος Ben Hecht δεν κράτησε τίποτε από το αρχικό κείμενο. Η ιστορία διαδραματίζεται στο Παρίσι, όπου τρεις Αμερικανοί καλλιτέχνες, δύο άντρες και μία γυναίκα εμπλέκονται σ’ ένα γοητευτικό ménage à trois. H Μiriam Hopkins κρατά στην ταινία, όπως και στο Trouble in Paradise το ρόλο της ανεξάρτητης μοντέρνας γυναίκας, ενώ την πλαισιώνουν ο Fredric Μarch και ο υπέροχος σε ρομαντικές κομεντί Gary Cooper (πολύ πριν ταυτιστεί με την αντικομουνιστική υστερία και την υστερική ηθικολογία).

Η επόμενη χρονολογικά ταινία του αφιερώματος είναι το Angel του 1937, που αξίζει της προσοχής μας καταρχήν γιατί αποτελεί μία από τις ξεχασμένες ταινίες στην φιλμογραφία της Μarlene Dietrich, στην οποία υποδύεται την απατημένη σύζυγο που περιπλανάται στο Παρίσι, γνωρίζει κάποιον άγνωστο και γοητεύεται αλλά τελικά γυρνά στην αγκαλιά του διπλωμάτη συζύγου της. Συμπρωταγωνιστές της Dietrich είναι ο Herbert Marshall και ο Μelvyn Douglas, δύο ηθοποιοί που συνεργάστηκαν με Lubitsch σε αρκετές ταινίες με θαυμάσια αποτελέσματα, αποδεικνύοντας ότι η εμπειρία του ίδιου του σκηνοθέτη στη σκηνή και μπροστά από την κάμερα του έδωσε ιδιαίτερη άνεση στη σκηνοθεσία των ηθοποιών, που στα χέρια άλλων σκηνοθετών θα έδιναν μετριότατες ερμηνείες.

Η Ninotchka του 1939 με πρωταγωνίστρια την θρυλική Greta Garbo είναι σίγουρα η γνωστότερη ταινία του Lubitsch, λόγω φυσικά και της μεγάλης ντίβας για την οποία αυτή η ταινία υπήρξε η προτελευταία πριν την πρόωρη απόσυρσή της από το σινεμά και μία από τις ελάχιστες κωμωδίες της.

Σίγουρα επισκιάζει τους συμπρωταγωνιστές της στο ρόλο της αυστηρής μπολσεβίκας που ερωτεύεται έναν αριστοκράτη και προδίδει το Κόμμα για τον έρωτα και τις υλικές απολαύσεις που στερείται στη Ρωσία, αλλά η οικονομία, το κωμικό timimg και η φινέτσα του Lubitsch δίνουν τελικά στην ταινία την διαχρονική γοητεία της, ενώ άξια αναφοράς είναι φυσικά η συνεργασία του κορυφαίου σκηνοθέτη/σεναριογράφου Billy Wilder στο σενάριο.

Είναι αυτονόητο ότι η ταινία λόγω της αρνητικής απεικόνισης του σοβιετικού συστήματος απαγορεύτηκε αμέσως στη Σοβιετική Ένωση. Σίγουρα πρόκειται για ένα φιλμ που κάθε σινεφίλ οφείλει να έχει δει, αφού αν κάποιος ισχυριστεί ότι οι ταινίες του Lubitsch έχουν παλιώσει άσχημα, ίσως απλά δεν διαθέτει τα μέσα για να αποκωδικοποιήσει μια παλιότερη αλλά εξίσου, αν όχι περισσότερο, σημαντική κινηματογραφική γλώσσα και τεχνική από την σημερινή. H φευγαλέα γοητεία των ταινιών του Lubitsch, το περιβόητο “Lubitsch touch” είναι εύκολο να διαφύγει από τον σημερινό θεατή.

Αν σας φάνηκε πρωτότυπη η κωμική «πλαστογράφηση» της ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο Inglourious Basterds του Quentin Tarantino τότε πρέπει να σπεύσετε στο To Be or Not to Be (1942). O Lubitsch σκηνοθετεί κάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ναζί-φάρσα, εν μέσω του πολέμου, με φόντο την κατεχόμενη Βαρσοβία και πρωταγωνιστές μια ομάδα θεατρικών ηθοποιών, που δίνουν το τέλειο άλλοθι για πλαστοπροσωπείες και παρεξηγήσεις σε όλη τη διάρκεια της ταινίας.

Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε στο μεταξύ ότι όσο προχωράμε από τη δεκαετία του ’30 προς τη δεκαετία του ’40, ο κυνισμός και η ανάλαφρη επιφανειακότητα του Lubitsch διαποτίζονται από έναν διακριτικό ανθρωπισμό ο οποίος βέβαια συνοδεύεται από μία προφανή συντηρητικοποίηση στη θεματολογία.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Heaven Can Wait (1943) η πρώτη ταινία του Lubitsch σε technicolor διαδραματίζεται πια στις Η.Π.Α., με ήρωα ναι μεν έναν αδιόρθωτο καζανόβα, αλλά έχοντας στον πυρήνα της τις οικογενειακές αξίες μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Δεν είναι τυχαία και η επιλογή του Don Ameche, μιας all-american φιγούρας για τον κεντρικό ρόλο, και της απαστράπτουσας Gene Tierney στον ρόλο της συζύγου του.

Το καστ αποδεικνύεται κάπως αδύναμο όμως, με εξαίρεση τον Charles Coburn στον ρόλο του παππού, ενώ και η σκηνοθεσία του Lubitsch υπό το βάρος ίσως της ακριβής παραγωγής με τα σκηνικά και τα κοστούμια εποχής, λουσμένα στην κορεσμένη χρωματική παλέτα του technicolor φαίνεται να έχει χάσει κάτι από την σπιρτάδα της. Το κύριο ενδιαφέρον στο φιλμ για έναν προσεκτικό θεατή μπορεί εντοπίζεται στην ιδιόμορφη ελλειπτικότητα της αναδρομικής αφήγησης (flashback) που χρησιμοποιείται.

Τέλος, αυτό το αφιέρωμα κλείνει με την διασκεδαστική Cluny Brown (1946) την τελευταία ταινία που ολοκλήρωσε ο Lubitsch πριν τον πρόωρο θάνατό του τον επόμενο χρόνο για την οποία ξαναγυρνά σε ευρωπαϊκό σκηνικό, αυτή τη φορά στην Αγγλία για να αφηγηθεί την ιστορία της Cluny Brown, μιας Αγγλίδας της εργατικής τάξης με πάθος για τα υδραυλικά που ενσαρκώνει η ιδιαίτερα σεξουαλική (ειδικά σε κάποιες από τις αρχικές σκηνές) Jennifer Jones.

Ο Lubitsch δεν διστάζει να ειρωνευτεί όχι μόνο την ακαμψία της βρετανικής αριστοκρατίας αλλά πολύ περισσότερο τον συντηρητικά ήθη της μεσαίας και της εργατικής τάξης. Kι ενώ η Cluny Brown φάινεται ότι θα συμβιβάσει την ανεξαρτησία της με αντάλλαγμα ένα καλό γάμο και την άνοδο από την εργατική στη μεσαία τάξη (με τον φαρμακοποιό του χωριού και ΟΧΙ με το πλούσιο αφεντικό της όπως λανθασμένα έχει γραφτεί στο πρόγραμμα του φεστιβάλ) τελικά διαλέγει έναν ξένο αντιναζιστή συγγραφέα και την περιπετειώδη ζωή που της υπόσχεται.

Στέλιος Θεοδωρίδης
Στέλιος Θεοδωρίδης
Ο ήρωας μου είναι ο γάτος μου ο Τσάρλι και ακροάζομαι μόνο Psychedelic Trance
RELATED ARTICLES

Πρόσφατα άρθρα

Tηλέφωνα έκτακτης ανάγκης

Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος: 11188
Ελληνική Αστυνομία: 100
Χαμόγελο του Παιδιού: 210 3306140
Πυροσβεστική Υπηρεσία: 199
ΕΚΑΒ 166