Georges Méliès: Ας βάλουμε λίγη φαντασία στον κινηματογράφο

Georges Méliès: Ας βάλουμε λίγη φαντασία στον κινηματογράφο

Όπως θα παρατήρησες, στα τελευταία δύο άρθρα καταπιάστηκα με τη βιογραφία ενός παλαβιάρη μουσικού και το βίο ενός περίεργου καλλιτέχνη. Σήμερα θα σε ταΐσω κινηματογραφιστή, και όχι, ότι κι ότι, αλλά έναν από τους πρωτεργάτες των εφέ και του κινηματογραφικού νταβαντουριού — αυτό σημαίνει πως θα πάμε πίσω, τότε που η βιομηχανία των ταινιών ήταν ακόμα μικρή, αγνή, παρθένα και αμίλητη.

Ο τυπάκος που θα μας απασχολήσει στο σημερινό άρθρο λοιπόν, λέγεται Georges Méliès (ελληνικά: Ζωρζ Μελιές). Ωραίος κυριούλης, ξεκίνησε την καριέρα του ως ταχυδακτυλουργός και κατέληξε ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους στον χώρο της σκηνοθεσίας.

Μη σου τα πολυλογώ όμως και σε spoil-αρω, πάμε να τα πάρουμε όλα από την αρχή:

Ο Marie -Georges- Jean Méliès γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1861 στο Παρίσι. Ήταν ο τρίτος γιος της φαμίλιας Méliès η οποία τον καιρό που γεννήθηκε ο Georges είχε πιάσει τη καλή, έχοντας στην κατοχή της κοτζάμ εργοστάσιο παραγωγής παπουτσιών.

Το αστείο είναι πως και οι δύο γονείς του ξεκίνησαν σαν εργάτες σε εργοστάσιο με παπούτσια, αλλά εκείνοι οι καιροί ήταν γεμάτοι με ευκαιρίες για όποιον τις κυνηγούσε. Βλέπεις, οι βιομηχανικές κοινωνίες και ο καπιταλισμός ήταν εξίσου μικρά παιδάκια τότε, με αποτέλεσμα να μπορεί ο οποιοσδήποτε να τα χειριστεί με μεγάλη ευκολία — μετά μεγάλωσαν, κωλοπαίδεψαν, ξεκίνησαν την κόκα, τα όργια και όποτε πάμε να τους την πούμε μας χτυπάνε με buzzer. Ας μην ξεφεύγω από το θέμα όμως.

Αφού οι γονείς το μικρού Georges ήταν ματσωμένοι, φρόντισαν το βλαστάρι τους να σπουδάσει στα καλύτερα σχολεία της εποχής: στα 7 του το έστειλαν στο Lycée Michelet, αλλά δαύτο βομβαρδίστηκε κατά τον Γαλλό-Πρωσικό Πόλεμο και έτσι τελείωσε το σχολείο στο Lycée Louis le Grand.

Παρά την αποστειρωμένη και κλασσική εκπαίδευση που δέχτηκε, ο μικρός Georges ήταν ένα πλάσμα που ξεχείλιζε από δημιουργικότητα. Σκέψου πως πολύ συχνά, ενώ μελετούσε, παράλληλα ζωγράφιζε μηχανικά με τη πένα του πορτραίτα ή καρικατούρες καθηγητών και συμμαθητών του ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να κατέβαζε η κούτρα του.

Κατά τον ίδιο, το δημιουργικό του κομμάτι ήταν πολύ πιο ισχυρό από το διανοητικό του. Μπορεί να μην τον χαλούσαν τα Λατινικά ή η κλασσική μουσική, αλλά το να δημιουργεί ήταν για αυτόν μια πράξη ολοκλήρωσης. Μάλιστα, από τα δέκα του άρχισε να φτιάχνει δικές του φιγούρες για κουκλοθέατρο και πατώντας την εφηβεία το έριξε στην κατασκευή μαριονετών.

Τελειώνοντας το σχολείο εν έτη 1880 και με πολύ καλό βαθμό, αντί να πάει σε κάποια καταραμένη σχολή καλών τεχνών -ή τέλος πάντων να χωθεί σε κάποιο δημιουργικό τομέα που θα τον ενέπνεε-, αναγκάστηκε να αναλάβει το μερίδιο και τις ευθύνες του στην οικογενειακή επιχείρηση. Σαν να μην έφτανε αυτό, αναγκάστηκε να φάει τρία χρόνια στο στρατό και έπειτα οι γονείς του τον έστειλαν να δουλέψει ως υπάλληλος σε έναν γνωστό τους στο Λονδίνο.

Εκεί, πέρα από την υγρασία, το μαύρο τσάι και τη σάπια κουζίνα, ο νεαρός Georges γνώρισε και τον κόσμο των ταχυδακτυλουργών, συχνάζοντας στο Egyptian Hall στο οποίο έδινε παραστάσεις ένας από τους γνωστότερους ταχυδακτυλουργούς της εποχής, ο John Maskelyne. Αυτή την περίοδο λοιπόν, έφαγε την πρώτη του πετριά με τα show των ταχυδακτυλουργών. Πετριά που τον έψηνε να ακολουθήσει σαν επάγγελμα αν του δινόταν η ευκαιρία.

Το 1885 γύρισε πίσω στο Παρίσι και αποφάσισε να μπει στην καλών τεχνών του Παρισιού. Για κακή του τύχη όμως ο πατέρας του δεν ήταν διαθέσιμος να τον στηρίξει οικονομικά, με αποτέλεσμα ο Georges να φάει για ακόμα μια φορά στα μούτρα τη δουλειά στο εργοστάσιο, ως υπεύθυνος για τις μηχανικές εγκαταστάσεις.

Πέρα από τον ανασκολοπισμό της σταδιοδρομίας και των ονείρων του, η φαμίλια του ήθελε να τον κλείσει και σε άλλα ανεπιθύμητα κουτάκια, προξενεύοντάς του την κουνιάδα του αδερφού του. Σε αυτό το θέμα ο Georges όμως πάτησε πόδι — νταξ’, ήδη τον σφαγίασαν στα επαγγελματικά του, το να τον αναγκάσουν να νοικοκυρευτεί και να ξυπνάει κάθε πρωί δίπλα σε μια γυναίκα που δεν διάλεξε ο ίδιος παραπήγαινε. Έτσι τους έβγαλε κοροϊδευτικά τη γλώσσα και παντρεύτηκε την γυναίκα που ήθελε αυτός, την Eugénie Genin, που ήταν κόρη οικογενειακών φίλων, νωρίς ορφανεμένη και με πολύ παρά από πίσω — Georges, Georges, μήπως είσαι προικοθήρας;

Παράλληλα με την δουλειά και τον γάμο του, συνέχισε να εξασκεί την μία από τις αγάπες του, τα ταχυδακτυλουργικά, κάνοντας μαθήματα με τον Emile Voisin, ο οποίος εν τέλει του έδωσε την ευκαιρία να αρχίσει να κάνει παραστάσεις (πρώτα στο Cabinet Fantastique του Grèvin Wax Museum και μετέπειτα στη Galerie Vivienne).

Μια χαρά λοιπόν, κατέκτησε τα πρώτα του vent outs και έκανε τα πρώτα του βηματάκια προς της ελευθερία — τα οποία έγιναν σπριντάρισμα το 1888, όταν ο πατέρας του αποσύρθηκε από την οικογενειακή μπίζνα. Ο Georges τότε πούλησε το μερίδιο του στα αδέρφια του και με τα λεφτά που πήρε (καθώς και με την προίκα της Genin) αγόρασε το θέατρο Robert Houdin, το οποίο ίδρυσε ο ομώνυμος ταχυδακτυλουργός.

Και τώρα αρχίζουν τα ωραία! Δαύτο το θέατρο, μιας και ήταν φτιαγμένο από ταχυδακτυλουργό, είχε ήδη τις εγκαταστάσεις που χρειαζόταν ο Georges: φώτα, καταπακτές, μοχλούς που όταν τους τραβούσες έκαναν διάφορες ζουζουνιές και μερικά αυτόματα που θα έκαναν κάθε πωρωμένο steampunk μπαρμπαδέλι να πάθει πριαπισμό για πάρτη τους. Πέρα από αυτά τα καλούδια, ο Georges φρόντισε να εξοπλίσει το θέατρο του με παραπάνω καλούδια, πιο πρωτοποριακά και φαντασμαγορικά, ώστε να ανεβάσει την πελατεία του που στην αρχή ήταν λίγο στα κάτω της.

Για τα επόμενα 9 χρόνια ο Georges συνέχισε να κάνει τα δικά του. Dημιούργησε γύρω στα 30 νέα μαγικά τρικ, καθώς και έμπασε πολύ έντονα το θεατρικό στοιχείο στις παραστάσεις του. Επίσης, πέρα από το να τρελαίνει τον κόσμο όντας πάνω στη σκηνή, του άρεσε να δουλεύει και στα παρασκήνια, φτιάχνοντας σκηνικά, κουστούμια και οργανώνοντας τις παραστάσεις άλλων συναδέλφων του.

Το 1895 έτυχε να βρεθεί στην πρώτη παρουσίαση ταινίας των αδερφών Lumiere και χάζεψε άσχημα με αυτό που είδε — γιούπι! Καινούριο εκφραστικό μέσο! Γιούπι! Αμέτρητες δυνατότητες χρήσης του! Ας ζητήσουμε μία κάμερα από τους Lumiere!

Δυστυχώς όμως για τον Georges, οι Lumiere δεν πουλούσαν τις κάμερές τους, παρά τα 10.000 φράγκα που τους πρόσφερε ο Georges για μία από δαύτες. Και αφού οι κινηματογραφικοί φωτεινούληδες του έριξαν άκυρο, ο Georges πήγε στο Λονδίνο για να αγοράσει μερικές ταινίες και έναν προτζέκτορα.

Με τα ταινιάκια και τον προτζέκτορα εμπλούτισε το πρόγραμμα του θεάτρου του, καθώς και έκανε μια πολύ ωραία μαμουνιά: βασισμένος στην κατασκευή του προτζέκτορα και με την βοήθεια δύο μηχανικών, έφτιαξε τη δική του κάμερα χρησιμοποιώντας εξαρτήματα από τα αυτόματα του θεάτρου του — creative success! Έχουμε την κάμερα λοιπόν, έχουμε και άδεια λονδρέζικα φιλμ για να καταγράψουμε ότι κατεβάζει το δημιουργικά οργασμικό μας κεφάλι. Ναι, αλλά δεν έχουμε εξειδικευμένους μπαρμπάδες να μας εμφανίσουν τα φιλμ. So what? Κάνουμε τους πειραματισμούς μας -που τόσο τους αγαπάμε άλλωστε- και τα εμφανίζουμε μόνοι μας!

Δύο χρόνια αργότερα, έδωσε δρόμο στην βαβούρικη κάμερά του(που χαϊδευτικά αποκαλούσε “coffee grinder” ή “machine gun“) και αγόρασε μερικές καινούριες κοκόνες για να γυρνάει τα ταινιάκια του.

Από το 1896 μέχρι το 1913 ο Méliès γύρισε 531 ταινίες, με διάρκεια ενός ως σαράντα λεπτών. Τα περισσότερα από αυτά δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη πλοκή, μιας και αυτό δεν πολυένοιαζε τον Georges. Αυτό που τον έτρωγε ήταν τα ειδικά εφέ, οι ψευδαισθήσεις που μπορούσε να δημιουργήσει χρησιμοποιώντας μία κάμερα. Ένας καινούριος κόσμος οπτικών εμπειριών ανοιγόταν μπροστά του και τι πιο γαμάτο από το να μοιράζεσαι αυτές τις εμπειρίες με άλλους ανθρώπους και να τους κάνεις να παραληρούν!

Μαζί με τον Lucien Reulos (τον ένα από τους δύο μηχανικούς που τον βοήθησαν να φτιάξει την πρώτη του κάμερα) ίδρυσαν προς τα τέλη του 1896 την Star-Film Company.

Πολλά από τα πρώτα έργα της Star-Film ήταν αντιγραφές έργων των Lumiere, αλλά όπως είπαμε, ο δικός μας σε αντίθεση με τους Lumiere (που ήταν κάπως πιο αποστειρωμένοι και φανς των ντοκιμαντέρ) είχε την τάση να ποντάρει στη θεατρικότητα και το νταβαντούρι. Άσε που ακόμα και τα “ατυχήματα” δούλευαν για πάρτη του. Σε κάποια φάση ας πούμε, είχε κολλήσει η κάμερα κατά τη λήψη και μετά ξαναπήρε μπρος, πράγμα που ο Georges χρησιμοποίησε ώστε να κάνει πράγματα να “εμφανίζονται” ή να “εξαφανίζονται” από τη σκηνή.

Τον ίδιο καιρό που ιδρύθηκε Star-Films, ξεκίνησε στο Montreuil και το κτίσιμο του στούντιο για τα γυρίσματα. Το εν λόγω στούντιο ήταν κατασκευασμένο κυρίως από τζάμι, ώστε να εκμεταλλεύεται κυρίως το ηλιακό φως για τα γυρίσματα.

Τα πρώτα χρόνια, όταν οι δουλειές πήγαιναν καλά, το πρόγραμμα του Georges ήταν φισκαρισμένο με το να περνάει τα πρωινά του στο στούντιο (όπου σκηνοθετούσε, κατασκεύαζε σκηνικά και κουστούμια ενώ ενίοτε πρωταγωνιστούσε στις ταινίες του), τα απογεύματα να πηγαίνει στο θέατρό του (όπου αναλάμβανε τις προβολές ταινιών και σκίτσαρε τις ιδέες του για κουστούμια και σκηνικά) και τα βράδια γυρνούσε στο στούντιο για να κοιμηθεί. Τσίτες και workaholic-κια ο κύριος, αλλά όσο περισσότερο αγαπάς τη δουλειά σου, τόσο πιο πωρωμένος είσαι με αυτή — πράγμα το οποίο δεν είναι πάντα κακό.

Μιας και, όπως είπαμε, ο κινηματογράφος ήταν κάτι πολύ φρέσκο για εκείνο τον καιρό, οι ελάχιστες εταιρίες παραγωγής ταινιών που υπήρχαν, παρήγαγαν “λίγο απ’ όλα“: κωμωδίες, ντοκιμαντέρ, ιστορικές αναπαραστάσεις, δράματα, ταινίες φαντασίας (η ειδικότητα του Méliès) αλλά και πορνό. Ναι, φυσικά και η Star-Films έβγαλε 2-3 τέτοια ταινιάκια. Μην φανταστείς τίποτα τρελό βέβαια και η πορνογραφία τότε παιδούλα ήταν, την φώναζαν “αισθησιακή” και το πολύ-πολύ να έδειχνε λίγη παραπάνω γυμνή σάρκα. Κάτι τέτοιο ας πούμε.

Και όπως σου ανέφερα παραπάνω επίσης, ο δικός μας ήταν μανίτσα στα ειδικά εφέ, τα οποία μπορεί την σήμερον ημέρα να φαντάζουν παιδαριώδη, αλλά τότε ήταν μεγάλη μαγκιά να βγάζεις τέτοια αποτελέσματα έχοντας στην διάθεση σου τόσα λίγα μέσα. Μην σε πρήζω όμως, see for yourself!

Εδώ ο Georges μας δείχνει έναν παλαβιασμένο αστρονόμο και το όνειρο του…

Όλα όμορφα -και λίγο παρανοϊκά- λοιπόν με τις ταινίες του Georges. Οι εισπράξεις πήγαιναν καλά, το κοινό τον αγαπούσε και όλα φαινόταν ρόδινα.

Μόνο που ο διαβολικός Edison -ο γνωστός-, άρχισε να μονοπωλεί στο χώρο του κινηματογράφου, κλέβοντας το κοινό του Méliès και των υπόλοιπων κινηματογραφιστών. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κυρίως με τις ταινίες του Méliès που προβαλλόταν στο Αμέρικα είχε μεγάλο θέμα και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποτρέψει τη δημόσια προβολή τους. Έτσι ο δικός μας και διάφοροι άλλοι Ευρωπαίοι κινηματογραφιστές είπαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους στις ξένες αγορές, ιδρύοντας την Chambre Syndicale des Editeurs Cinématographiques. Μέχρι το 1912 ο Georges ήταν ο πρόεδρος του συνδικάτου.

Το 1902 γύρισε το “Trip to the Moon“, τη πιο γνωστή και επιτυχημένη του ταινία, η οποία του έδωσε διεθνή αναγνώριση. Βέβαια, στην αρχή προβλήθηκε παράνομα από τον Edison και κάποιους άλλους Αμερικάνους παραγωγούς που έβγαλαν πολύ ρευστό εκμεταλλευόμενοι την δουλειά του Méliès. Φυσικά αυτός το έμαθε και έστειλε τον αδερφό του τον Gaston στις Η.Π.Α., ώστε να ανοίξει παράρτημα της Star-Films και να ελέγχει τι παίζει στον Νέο Κόσμο — διάβασε περισσότερα και δες στο άρθρο “A Trip to the Moon: Η πρώτη ταινία Επιστημονικής Φαντασίας” ολόκληρη την ταινία.

Για μια 5ετία ακόμα το πράγμα πήγαινε καλά, με πολλές καινούριες ταινίες και εισπρακτικές επιτυχίες. Από το 1907 και μετά όμως, άρχισε να παρακμάζει. Tα θέματα των ταινιών και τα εφέ του άρχισαν να επαναλαμβάνονται σε απελπιστικό βαθμό, ενώ παράλληλα ο ίδιος δυσκολευόταν να κάνει “catch up” με το πνεύμα των νεώτερων κινηματογραφιστών και το αποτέλεσμα ήταν απλά να τους αντιγράφει και μάλιστα άσχημα πολλές φορές.

Άσε που τον ίδιο καιρό ο Edison ίδρυσε την Motion Picture Patents Company, ζητώντας τη συνεργασία των λοιπών κινηματογραφικών εταιριών (συμπεριλαμβανομένης και στης Star-Films) ώστε να μπορεί να έχει τον έλεγχο της βιομηχανίας του κινηματογράφου σε Ευρώπη και Αμερική. Οι απαιτήσεις του Edison όμως από τους λοιπούς “συνεργάτες” του, ήταν λιγάκι υπερβολικές (ζητώντας ας πούμε από τον Méliès 1000 πόδια φιλμ την εβδομάδα), με αποτέλεσμα ο δικός μας να βγάλει 68 ταινίες μέσα σε ένα χρόνο για να φέρει εις πέρας αυτή την υποχρέωση. Πέραν του ότι η επιτυχία των ταινιών του είχε φύγει ανεπιστρεπτί, ο ίδιος σκοτωνόταν στη δουλειά χωρίς να το απολαμβάνει.

Μετά από πολλές στραβές, κατάρρευση και εν τέλει ξεπούλημα της Star Films από βλακεία του Gaston, ο Georges, χρεοκοπημένος πια και μετά από έναν Παγκόσμιο Πόλεμο που καταβρόχθισε πολλές ανθρώπινες ελπίδες (μαζί και τις δικές του), αποτραβήχτηκε από τα φώτα της δημοσιότητας και έβγαζε το ψωμί του πουλώντας γλυκά και παιχνίδια, και φυσικά ζώντας στο όριο της φτώχειας.

Το 1923 η εταιρία Pathé, στην οποία χρωστούσε ο Méliès, διεκδίκησε και κέρδισε το στούντιο στο Montreuil, ενώ πιο πριν τον ίδιο χρόνο, το θέατρο Robert-Houdin γκρεμίστηκε για να περάσει από εκεί η λεωφόρος Haussmann. Πόνος και θυμός για τον Méliès με τις δύο συμφορές που τον βρήκαν. Κυρίως αυτό με το στούντιο ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Μέσα στην απελπισία του μπούκαρε στο στούντιο και έκαψε όλα τα φιλμ των ταινιών που είχε κρατημένα καθώς και τα περισσότερα σκηνικά και κουστούμια.

Το 1925 παντρεύτηκε την Jean d’Alcy, η οποία υπήρξε συνεργάτης του από την αρχή της καριέρας του (τότε που ήταν ακόμα ταχυδακτυλουργός) και μετέπειτα ερωμένη του — παρεμπιπτόντως η Genin πέθανε το 1913.

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1920, κάποιοι δημοσιογράφοι ξέθαψαν τον Georges από την αφάνειά του, διοργάνωσαν gala προς τιμήν του, τον βράβευσαν με το Légion d’ honneur, αλλά από την φτώχεια του τον γλίτωσαν το 1932 όπου του παραχωρήθηκε σπίτι στο Maison du Retrait στο Orly. Εκείνη την περίοδο άρχισε να παίρνει κάπως τα πάνω του, βοηθώντας νέους σκηνοθέτες στην δουλειά τους, ζωγραφίζοντας και γράφοντας.

Το 1937 όμως η υγεία του άρχισε να παίρνει τη κάτω βόλτα -hello mister Cancer!- και μετά από ταλαιπωρία μερικών μηνών πήγε για διακοπές, σε κάποιον από τους ονειρόκοσμους που τόσο του άρεσε να φτιάχνει. Ήταν 21 Ιανουαρίου του 1938.

Πέθανε ο Méliès λοιπόν, ξεχάστηκε από τους πολλούς, έγινε ιστορικό ντοκουμέντο, ενώ που και που κάποιοι τον θυμούνται, καλή ώρα, η Ανό ή οι παραγωγοί του Hollywood, όπου γυρνάνε ξενέρωτες καλολουστραρισμένες ταινίες για την αφεντιά του -Hugo να με λες- και κάνουν τα κόκαλα του θείου να χορεύουν κλακέτες.

Τώρα θα τον θυμάσαι και εσύ αναγνώστη και άμα είσαι λιγουλάκι weirdo (για να μας διαβάζεις είσαι), θα αγαπήσεις και τα περίεργα ταινιάκια του.

Ελπίζω να σε έκαψα αρκετά, θα τα πούμε από βδομάδα.