GG Allin: Μία ακραία περίπτωση τραγουδιστή που ευωδιάζει καφρίλα

GG Allin: Μία ακραία περίπτωση τραγουδιστή που ευωδιάζει καφρίλα

Στο άρθρο της παραπροηγούμενης εβδομάδας έγινε demand από κάποιον αναγνώστη (όχι τον γνωστό και πολυαγαπημένο μας με το ψευδώνυμο “Αναγνώστη“) να γράψω για τον GG Allin. Από κάτω πετάχτηκαν και άλλοι δυο – τρεις νοματαίοι (συμπεριλαμβανομένου και του φίλτατου Κατσέα) επικροτώντας αυτή τη πρόταση.

Σοβαρά τώρα ρε παιδιά. Σας γράφω κατά καιρούς για τόσο ωραία ατομάκια και εσείς μου ζητάτε τη βιογραφία του GG Allin; Σας ταϊζω πανσέτες και βαρβατοσαλάτες και εσείς ζητάτε να φάτε στη μούρη προσωπικότητες που ευωδιάζουν καφρίλα; Εντάξει θα πεις, ο καθένας με τα φετίχ του, αλλά τέτοιος καημός να δείτε τη βιογραφία του GG Allin γραμμένη από τον υποφαινόμενο;

Ουφ. Κομμάτια να γίνει. Θα γράψω για τον GG Allin. Θα σας βουτήξω μέσα σε ένα περίεργο κόσμο, βουτηγμένο στον ρατσισμό, την κοπροφαγία, τον σεξισμό, τα ντρόγκια, την παιδοφιλία και άλλα τέτοια αφού γουστάρετε. Αισθάνεστε λίγο πιο μαζόχες τώρα; Δεν είναι κακό. Που θα βγάζαμε αλλιώς το άχτι μας και εμείς οι σαδιστές;

Προς ενημέρωση ανυποψίαστων αναγνωστών: ο GG Allin αποτελεί πεντάστερο κάφρο ο οποίος κινήθηκε στην αμερικάνικη punk μουσική σκηνή στις δεκαετίες ’70 με ’90. Πέρασε από πολλά σχήματα και έμεινε γνωστός κυρίως για την κακοηχογραφημένη μουσική του, όσο και για την, σε τόσα επίπεδα, απαράδεχτη συμπεριφορά του.

Όσα σου ανέφερα για κοπροφαγίες, ρατσισμούς και τα ρέστα, ισχύουν και με το παραπάνω. Κατά βάση αν δεν υπήρχαν αυτά η ανθρωπότητα θα είχε ξεχάσει τον Allin, γιατί σαν καλλιτέχνης δεν είχε και τίποτα αξιόλογο να πει. Ναι, ο τύπος έγινε γνωστός κυρίως λόγω της καφρίλας του. Κατά την άποψή μου είναι ανάξιος λόγου όμως θα μιλήσουμε για αυτόν όχι μόνο γιατί μας ζητήθηκε, αλλά γιατί σήμερα έχω ορεξούλες για κραξίδια και κάποιος πρέπει να τη πληρώσει. Και καλό είναι να τη πληρώνουν τύποι σαν και του λόγου του.

Δε θα δώσω παραπάνω έκταση, προς στιγμήν. Την υπόλοιπη χολή θα την φτύσουμε σταδιακά κατά τη διάρκεια του άρθρου — μη μου πάθετε και δηλητηρίαση, δε θα το ήθελα να σας χάσω, άσχετα αν μου ζητάτε να γράφω μαλακίες.

Πάρτε μια πλαστική σακούλα να υπάρχει εκεί δίπλα καλού κακού και πάμε να υποστούμε την αχρειότητα του GG Allin:

Γεννήθηκε το 1956 στις 29 Αυγούστου. Τα βλαμμένα νταχτιρντί ξεκίνησαν από τη στιγμή που ο Allin γεννήθηκε.

Γιατί; Επειδή ο βαρεμένος του μπαμπάκας ισχυρίστηκε πως, λίγο πριν γεννηθεί ο μούλος του, είδε τον Ιησού σε όραμα να του λέει πως το βλαστάρι του θα γίνει μεγάλο και τρανό και ότι το αίμα του τραβάει από τη φλέβα του Μεσσία(sic). Οπότε αποφάσισε να τον ονομάσει “Jesus Christ” για να πείθει ως μεσσιανική φιγούρα μεγαλώνοντας.

Έλα όμως που τα παιδάκια με περίεργα ονόματα -και δη τόσο προβοκατόρικα- γίνονται σχεδόν πάντα στόχος τραμπουκίσματος από τα άλλα παιδάκια στο σχολείο και o μικρός μας Ιησούς έπρεπε να γίνει 6 ετών για να τον μετονομάσει η μάνα του σε Kevin Michael – αλλά η ζημιά είχε ήδη γίνει.

Πέρα από το τραμπούκισμα, κράτα κατά νου πως η φαμίλια Allin μέχρι το 1961 ζούσε σε μια καμπίνα στο δάσος, δίχως ρεύμα και νερό, με τον μπαμπά Allin να απαγορεύει την ομιλία μετά τη δύση του ηλίου. Μετά η μαμά χώρισε πήρε τα παιδιά της (είχαν και έναν μεγαλύτερο γιο) και πήγε στον πολιτισμό.

Στο σχολείο ήταν κακός μαθητής, με μαθησιακές δυσκολίες που τον ανάγκαζαν να παρακολουθεί ειδικά μαθήματα και να επαναλαμβάνει τάξεις. Όπως καταλαβαίνεις αυτό αποτέλεσε πηγή άγχους και απογοήτευσης για τον μικρό Allin, ο οποίος άρχισε να βρίσκει την όποια παραβατική συμπεριφορά ως “coping mechanism” για τα ζόρια που τραβούσε.

Στο γυμνάσιο το έριξε στο cross dressing λέγοντας πως πηγή έμπνευσης για αυτή του την εμφάνιση αποτελούσαν οι New York Dolls. Κάπου στα 15 με 16 άκουσε Alice Cooper, οπότε το γλυκό αναφορικά με το ζήτημα “ψάχνω έμπνευση για καφριλίκια” ήρθε και έδεσε.

Σε εκείνη την ηλικία επίσης ξεκίνησε να κοπανάει drums και μαζί με τον αδερφό του έκαναν ένα γκρουπάκι, το Little Sister’s Date, στο οποίο έπαιζαν διασκευές από Aerosmith, KISS και άλλα τέτοια ποπρόκια. Το εν λόγω γκρουπάκι παρέμεινε ζωντανό για κάτι παραπάνω από ένα χρόνο — σοβαρά τώρα, πόσο να αντέξεις διασκευές, ακόμα και τότε, χιλιοπαιγμένων ποπροκιών;

Δεύτερη σοβαρή μουσική προσπάθεια του καφρούκου μας έγινε το 1975 μετά το λύκειο, μαζί με κάτι φιλαράκια του από το σχολείο, υπό το όνομα Malpiece. Και πάλι εδώ ο δικός μας δεν έπιασε μικρόφωνο στα χέρια αλλά βαρούσε χαρούμενα τα τυμπανάκια του. Το 1977 το σχήμα χτύπησε διάλυση, ο Allin έκανε ένα γρήγορο πέρασμα από τους Stripsearch και κατέληξε στους Jabbers. Εκεί, πέρα από τα κρουστά του, άρχισε να χρησιμοποιεί και τη κρουσταλένια του φωνούλα.

Είχε αρχίσει να μεγαλοπιάνεται εκεί στους Jabbers και παράλληλα να παρεκκλίνει σα μαλάκας από άποψη συμπεριφοράς, με αποτέλεσμα να τα κάνει όλα χάλια και η μπάντα να τα σπάσει.

Στη συνέχεια άρχισε να γυροφέρνει σε διάφορες μπάντες κάνοντας φωνητικά και στα μέσα της δεκαετίας των 80s άρχισε να γίνεται γνωστός ως “ο τρελός του Manchester“. Περιττό να αναφέρουμε πως ήδη είχε παραδοθεί στον εθισμό από το αλκοόλ, την ηρωίνη και σε ότι άλλο μπορούσε να είναι εθιστικό τέλος πάντων — κράτα εδώ πως οι καταχρήσεις σταδιακά του κατέστρεψαν τη φωνή.

Παράλληλα τα σόου που έδινε σε underground πανκοστέκια έκαναν πολλούς shock rockers να πετάνε την ταμπέλα του “shock” από πάνω τους και να κάνουν εξαγνισμό.

Δικαιολογημένα. Το ότι έκανε επί σκηνής δεν περιγράφεται. Ή μάλλον περιγράφεται και χαρίζει φρίκη σε όσους δε σηκώνουν να βλέπουν gor-ιες μπροστά στα μάτια τους, χωρίς το τζάμι μιας οθόνης να τους χωρίζει από αυτές.

Τι έκανε ο Τζίτζης επί σκηνής; Έχεζε, κατουρούσε, κυλιόταν στα σκατά του, τα έτρωγε, κοβόταν, χτυπιόταν, βαρούσε ενέσεις, έσπαγε τον εξοπλισμό, εξανάγκαζε μέλη από το κοινό να του κάνουν στοματικό, έκανε επιθέσεις στο κοινό και σχεδόν πάντα κατέληγε να τον μαζεύουν οι μπάτσοι ή να μεταφέρεται σε κάποιο νοσοκομείο — και μετά να τον μαζεύουν οι μπάτσοι.

Όλα αυτά μαζί με το περιεχόμενο των στίχων της μουσικής του, όπου ήταν μισανθρωπικοί σε κάθε επίπεδο (κάτι λέγαμε για ρατσισμούς, σεξισμούς και παιδοφιλίες στην εισαγωγή αν θυμάσαι) τον έκαναν αξιομνημόνευτο και μάλιστα του έδωσαν την ευκαιρία να έχει και ένα πιστό cult following από πίσω του, από κάφρους που μάλλον ήθελαν να γίνουν Allin στη θέση του Allin.

Υποθέτω πως πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που ενθουσιάζονται με τέτοιες ηλιθιότητες παραπάνω από όσο θα έπρεπε — αν και για να λέμε του στραβού το δίκαιο γιατί να ενθουσιαστεί κανείς με αυτές εξ αρχής;

Ο ίδιος έλεγε πως με όλα αυτά ήθελε να κάνει το rock ‘n’ roll “και πάλι επικίνδυνο” και αντί-συστημικό. Και αναρωτιέμαι εδώ: κανένας δε του εξήγησε του Τζίτζη ότι δαύτες οι μαλακίες όσο και να σοκάρουν δεν έχουν κανένα ουσιαστικό και παραγωγικό αντίκτυπο σε μια κοινωνία που είναι ήδη επικίνδυνη με τόσους άλλους τρόπους; Μάλλον όχι, αλλά και να γινόταν κάτι τέτοιο, ο δικός μας μάλλον θα ήταν πολύ απασχολημένος με το να προσπαθεί να βάλει κόκα στο μάτι του ή να κάνει κάτι εξίσου αυτοκαταστροφικό και ανούσιο.

Το 1987 κατάφερε να αποκτήσει πραγματικά χοντρά μπλεξίματα με το νόμο. Έγινε τσακωτός με την κατηγορία βιασμού και την πρόθεση να προκαλέσει σοβαρή ζημιά, αν όχι θάνατο σε μια γνωστή του στο Ann Arbor.

Αρχικά τον περάσαν από ψυχολογικό έλεγχο βγάζοντας τον με μια ωραιότατη μικτή διαταραχή προσωπικότητας με μαζοχιστικά, ναρκισσιστικά και μεθοριακά στοιχεία. Στη δίκη δεν καταδικάστηκε για βιασμό αλλά για “εγκληματική επίθεση” και έμεινε στη ψειρού από το 1989 μέχρι το 1993.

Εδώ να αναφέρουμε πως από ένα σημείο και έπειτα διατυμπάνιζε το ότι θα αυτοκτονήσει επί σκηνής για να τον βρει ο θάνατος στα ντουζένια του και όχι στη παρακμή του. Μάλιστα είχε θέσει σαν ημερομηνία το Halloween του 1989, αλλά δε τα κατάφερε γιατί ήταν στη στενή.

Το τέλος τον βρήκε στις 27 Ιούνη του 1993 μετά από ένα live όπου βγήκε γυμνός στον δρόμο, λουσμένος με κακά και αίματα και ένα μικρό πλήθος από φανς του να τον ακολουθεί. Πήγε στο διαμέρισμα που έμενε παρέα με όλο αυτό το συρφετό, άρχισαν να πέφτουν το αλκοόλι και τα ντρόγκια βροχή και σε κάποια γωνιά ο δικός μας βάρεσε μια βαρβάτη πρέζα η οποία τον έστειλε αργά και βασανιστικά στα θυμαράκια.

Βέβαια μέχρι να τον πάρει χαμπάρι η μαστουρωμένη ομήγυρη έβγαζε φωτογραφίες με το ταβλιασμένο του κορμάκι. Τα ξημερώματα κατάλαβαν ότι κάτι δε πάει καλά μαζί του και κάλεσαν ασθενοφόρο. Το Τζίτζης ήταν ήδη νεκρός.

Η κηδεία του έγινε πανηγυράκι, όπου ο κόσμος έβγαζε φωτογραφίες με το λερωμένο και μη μακιγιαρισμένο πτώμα του αφού έβαζε ντρόγκια και ουίσκι στο στόμα του. Πριν τον σκεπάσουν με χώμα του έβαλαν ένα Jim Beam στην αγκαλιά και ο αδερφός του, του φόρεσε τα ακουστικά από ένα κασετοφωνάκι που έπαιζε το Suicide Sessions – ασχολίαστο.

Κάπου εδώ τελειώνουμε με τον Allin. Επικεντρώθηκα στη καφρίλα του και όχι στη μουσική του γιατί μάλλον η πρώτη σας ενδιέφερε, αν και από όσο τον έψαξα μουσικά τρώγεται, με λίγη μαγιονέζα ίσως για να καλύψεις την εμετίλα των στίχων. Το χρέος μου το έκανα. Τέτοιο ανούσιο άρθρο από του χρόνου πάλι.