Γιατί έχει αποτύχει το Winamp, ενώ κάποτε ήταν βασιλιάς

Γιατί έχει αποτύχει το Winamp, ενώ κάποτε ήταν βασιλιάς

Σου έχω μια ενδιαφέρουσα ερώτηση: μπορεί κάποιος να νοσταλγήσει μερικές χιλιάδες γραμμές κώδικα προγραμματισμού; Ναι, μπορεί, απ’ ό,τι φαίνεται: το Winamp πριν μία εβδομάδα ανακοίνωσε πως στις 20 του Δεκεμβρίου θα τραβήξει τις πρίζες από τους servers του και δεν θα κυκλοφορήσει άλλη έκδοση του προγράμματος, και οι τώρα τριαντάρηδες, τότε έφηβοι και φοιτητές αναστέναξαν όπως ακριβώς αναστενάζανε οι πατεράδες τους μαθαίνοντας πως το “ηλεκτρονικάδικο” της γειτονιάς δεν φέρνει πλέον Walkman.

Βλέπεις, αυτό που συμβόλιζαν οι δίσκοι βινυλίου στα ’60′s και ’70s, οι κασέτες ήχου MC στα ’80s και τα CD στα ’90s, το συμβόλιζαν τα αρχεία MP3 στα ’00s: την κατανάλωση μουσικής, με τα όσα όμορφα και ευεργετικά αυτή φέρνει. Και ο βασιλιάς της κατανάλωσης, το πρόγραμμα που όλοι είχαν πετύχει κάπου -αν δεν το χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι ως media player της επιλογής τους- ήταν το Winamp.

Η επιτυχία του οφείλεται σε κάμποσους παράγοντες, αλλά ορισμένοι απ’ αυτούς ξεχωρίζουν αμέσως: ήταν εκεί από τις πρώτες μέρες της μαζικοποίησης του MP3, για την ακρίβεια από το 1997 όταν τα δύο κολλεγιόπαιδα-ιδρυτές του το δημιούργησαν ως εργαλείο που ικανοποιούσε τις δικές τους ανάγκες πρώτα απ’ όλα. Είχε την ιδανική ισορροπία δυνατοτήτων και “βάρους“.

Τώρα που ανάφερα τις δυνατότητες: μπορούσε να δημιουργήσει λίστες αναπαραγωγής, κάτι που σήμερα ακούγεται τόσο απλό που να καταφέρνει να το σκατώνει μόνο ο Windows Media Player, ενώ τότε ήταν ακόμα σχετικά “ψαγμένη” λειτουργία. Μπορούσε επίσης -σε φάση ουάο, δικέ μου- να δημιουργήσει όμορφα γραφικά με βάση τον ήχο των τραγουδιών που έπαιζες, και σου έδινε την δυνατότητα ν’ αλλάξεις τα φώτα -δηλαδή τα χρώματα, τα σχήματα και την λειτουργικότητα- στο περιβάλλον εργασίας του, αυτό που η κοινότητα αποκαλεί “skinning“.

Ήταν, τέλος, από κάθε άποψη… δωρεάν! Μπορεί επίσημα να στοίχιζε $10, αλλά το πρόγραμμα δούλευε άριστα και με καμία λειτουργία του κλειδωμένη ακόμη κι αν επέλεγες να μην πληρώσεις — ούτε και σου έσπαγε τα νεύρα με διάφορα τσαλίμια για ν’ αρπάξει τα χρήματα, όπως παραθυράκια, banners, διαφημίσεις ή συνοδευτικά κακόβουλα προγράμματα. Κι όμως, από τον πρώτο κιόλας μήνα άρχισε να έχει έσοδα, και λίγο καιρό πριν η Nullsoft, η εταιρεία που το κυκλοφορούσε αγοραστεί από την AOL για περίπου $80 εκ. το 1999, το Winamp έβγαζε $100.000 ανά μήνα.

Η αγορά αυτή ήταν το πιο βαρύ χτύπημα στην ανάπτυξη και διάδοσή του, κι έκτοτε έχασε την ορμή του — βλέπεις, τα γκικιά πίσω από τέτοιες προσπάθειες τείνουν να είναι ακραία δημιουργικά όσον αφορά την δουλειά τους, αλλά και ελαφρώς αντισυμβατικά ταυτόχρονα, δεν εργάζονται ιδιαίτερα καλά σε συνθήκες μεγάλων εταιρειών. Αυτό έγινε ακριβώς και στην περίπτωση της εξαγοράς της Nullsoft: η AOL αγόρασε μια κότα που γεννούσε χρυσά αυγά και μπορούσε ν’ αποτελέσει όντως “το μέλλον” στην κατανάλωση μουσικής — το Winamp με την ήδη μεγάλη βάση χρηστών του και την επιμονή των ιδρυτών του σε νέες ενδιαφέρουσες λειτουργίες για το πρόγραμμα θα ‘ταν εύκολα ένα iTunes στη θέση του iTunes ή ένα Spotify στη θέση του Spotify, αρκεί η μαμά-AOL να είχε περισσότερη εφευρετικότητα στο management και λιγότερες εμμονές με προϊόντα και τεχνολογίες που πεθαίνανε ήδη, όπως για παράδειγμα οι υπηρεσίες internet-διαμέσω-τηλεφώνου της.

Άλλωστε, παρέα με το Winamp αγόρασε και το Spinner, ένα πρόγραμμα streaming όχι πολύ μακριά τεχνικώς ως ιδέα απ’ τον τρόπο που λειτουργούν σήμερα τα δύο προαναφερθέντα, και λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα ενώθηκε με την Time Warner, ένα μεγαθήριο των αμερικάνικων media – δεν μπορούσε να υπάρχει καλύτερη στιγμή για ένα μεγάλο μπαμ και οι δυνατότητες ήταν πολλές.

Μπαμ δεν υπήρξε. Η φούσκα των ιντερνετικών επιχειρήσεων (“dot-com bubble” την λένε τα Αμερικανάκια) έσκασε, η AOL τα πήγαινε όλο και χειρότερα στις υπηρεσίες και η κρίση του 2001 δεν βοήθησε καθόλου. Οι υπάλληλοι του Winamp, παρέα με τους πολυπληθέστερους του Spinner συστεγάστηκαν, παρά τις διαφορές τους σε κουλτούρα και λειτουργία, και αφέθηκαν ουσιαστικά στην τύχη τους. Με την διαχείριση να ‘χει πέσει στο Spinner, το παράδοξο της υπόθεσης είναι εύκολα κατανοητό αν συγκρίνουμε δύο σετ από νούμερα από αυτή τη ζόρικη χρονιά: το Winamp είχε 4 υπαλλήλους και 60.000.000 χρήστες και το Spinner είχε 60 υπαλλήλους και 6.000.000 χρήστες. Μάντεψε ποιος έφερνε τα φράγκα.

Όχι πως προσπάθειες δεν έγιναν: η AOL θέλησε όντως να δημιουργήσει ένα συνδρομητικό μοντέλο μουσικής, όπως τα σημερινά, με κύριο υπεύθυνό του έναν από τους 4 του Winamp — και εσωτερικές διαμάχες, μικροπροβλήματα και ξεροκεφαλιές το καθυστέρησαν δύο έτη, κατά την διάρκεια των οποίων το Rhapsody με αντίστοιχο μοντέλο είχε προλάβει να κυριαρχήσει. Κατά βάσει: τα γνωστά προβλήματα που έχουν μεγάλες εταιρείες όταν δεν καταλαβαίνουν καν το κοινό τους, στην μουσική/ιντερνετική τους χροιά εδώ.

Η AOL προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί τους τρελαμένους με τη μουσική και την ανταλλαγή της geeks με τους πιο ακατάλληλους τρόπους, όπως για παράδειγμα ενώνοντας τους λογαριασμούς για την παροχή Internet μέσω τηλεφώνου και τους αντίστοιχους για την… κατανάλωση μουσικής, ή προσθέτοντας τον web browser Netscape και το δικό της πρόγραμμα στον υπολογιστή κατά την εγκατάσταση του Winamp. Και πρόσεξε: μιλάμε για ένα κοινό που έτσι κι αλλιώς αντιπαθούσε εταιρείες σαν κι αυτήν!

Κάπου εκεί εμφανίζεται και η Apple με το iPod της, στα τέλη του 2001 και ως το 2003 έχουμε και το iTunes Music Store, το πρώτο μεγάλο μαγαζί μουσικής στο Internet. Η Apple έπαιξε τα χαρτιά της πολύ πιο έξυπνα, πατώντας επάνω σε μια εύκολα αναγνωρίσιμη συσκευή που “απλά δούλευε” και κλείνοντας καλές συμφωνίες εκμετάλλευσης περιεχομένου (δηλαδή… μουσικής!) με μεγάλες δισκογραφικές, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσε τον έλεγχο κλείνοντας όλο και περισσότερους χρήστες στο “οικοσύστημά της“.

Η AOL, από την άλλη, ήταν διαχωρισμένη σε στρατόπεδα, το Winamp είχε φτάσει στην τρίτη του έκδοση και το πρόγραμμα ήταν πιο βαρύ και δύσχρηστο από ποτέ, με τους περισσότερους χρήστες του να το παρατάνε ή να επιστρέφουν στην δεύτερη έκδοση. Μέχρι την πέμπτη του έκδοση, το 2003 πλέον, η ομάδα του Winamp είχε απελπιστεί, με τον ιδρυτή να τσακώνεται με τους μανατζαρέους για το αν θα εμφανίζεται ένα τεράστιο λογότυπο της AOL κατά την εγκατάσταση του προγράμματος…

Το ίδιο το πρόγραμμα υπέφερε από βαρυστομαχιά: οι ημέρες που ήταν μια ελαφριά φαγάνα μουσικής είχαν περάσει προ πολλού, και πλέον μπορούσε να διαχειριστεί μουσική βιβλιοθήκη, να παίξει κάθε είδους αρχεία (και ταινίες!) αλλά και ιντερνετικό ραδιόφωνο, να γράψει CD και να RIP-άρει MP3s από αυτά (να μετατρέψει τη μουσική σε αρχεία, δηλαδή), και ένα σύμπαν από πρόσθετα μικροπρογραμματάκια -plugins- και αλλαγές εμφάνισης -skins- είχε αναπτυχθεί γύρω του. Για την περίοδο 2004-2007 δεν κυκλοφόρησε νέα έκδοση, η αυθεντική του ομάδα διαλύθηκε και ο ιδρυτής αποχώρησε. Κι όμως, παρά την στασιμότητα και την κακοδιαχείριση, το Winamp όχι μόνο διατηρούσε την θέση του, αλλά αύξανε και τους χρήστες του, φτάνοντας τα 90 εκατομμύρια το 2007.

Από εκεί και μετά η στάση έφερε τον θάνατο: οι 90 σύντομα έγιναν 50, με τους περισσότερους από αυτούς να βρίσκονται σε χώρες πλην της Αμερικής και το πρόγραμμα αλλά και τις υπηρεσίες γύρω του να μην αναπτύσσονται σωστά από μια διαλυμένη ομάδα στις Η.Π.Α. Κυκλοφόρησαν μεταφράσεις του, ειδικές και Pro εκδόσεις, ενσωματώθηκε σε browsers και μετέφερε μέρος της λειτουργικότητάς του στην ιστοσελίδα του, Winamp.com, όπως για παράδειγμα DIY ιντερνετικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς — οι διαφημίσεις εκεί απέδιδαν καλούτσικα. Αλλά ο ανταγωνισμός τρέχει, νέα και ενδιαφέροντα πράγματα συμβαίνουν συνέχεια -όπως το Spotify που πρόσφατα ήρθε στη χώρα μας- και οι δεινόσαυροι πεθαίνουν, ακριβώς επειδή δεν αλλάζουν αρκετά γρήγορα.

Αντίο, λοιπόν, Winamp! Μας έδωσες μια γαμάτη γεύση του μέλλοντος, τότε, και θα κρατάω για πάντα τις αναμνήσεις του κατουρλί περιβάλλοντος εργασίας σου, αλλά μάλλον η ώρα σου είχε έρθει εδώ και καιρό…