Gustave Courbet: Ο επαναστάτης του ρεαλισμού

Gustave Courbet: Ο επαναστάτης του ρεαλισμού

Ένας μήνας και βάλε, με περίεργες βιογραφίες καλλιτεχνών που αντικειμενικά είναι σπουδαίες προσωπικότητες, αλλά θα έλεγα πως κατά βάθος είναι και διαταραγμένες προσωπικότητες. Ίσως αναρωτιέσαι αν ξέμεινα από δαύτους δηλαδή τους αγαπημένους σας ψυχακιδες. Μπα. Απλά επειδή τυχαίνει τον τελευταίο καιρό να παιδεύομαι ολημερίς με διαφορά τρεχάματα που αφορούν το Texnologia.Net , δεν μου μένει πολύ μυαλό για δύσκολα πράγματα και προσπαθώ να κάνω την κατάσταση πιο εύκολη για όλους μας, επιλέγοντας να σε μπουκώσω με κουλτουριάρηδες.

Έτσι εσύ τσιμπολογάς χαριτωμένες πληροφορίες, οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα που έχουν να κάνουν με ενδιαφέροντες κυρίους και εγώ έχω το παπίσιο μου κεφάλι ήσυχο, μιας και δεν χρειάζεται να ασχολούμαι με γκουρμεδιές. Ποιος είπε στο κάτω κάτω πως τα εύκολα πιάτα δεν μπορούν να είναι εύγευστα και ποιοτικά;

Σήμερα στη στήλη με τα αφιερώματα θα μας απασχολήσει η αφεντιά του Gustave Courbet (ελληνικά: Γκυστάβ Κουρμπέ), ένας Γάλλος ζωγράφος που ήταν πρωτεργάτης του ζωγραφικού κινήματος του Ρεαλισμού, ο οποίος είχε αγαπησιάρικες επαφές και με τον Ιμπρεσσιονισμό (όταν αυτός ήταν ακόμη στις αρχές του).

Ω ναι, το ξέρω αναγνώστη, αν είσαι από τους μόνιμους νοτοριολαϊφίτες μάλλον θα παρατήρησες πως είναι η τρίτη εβδομάδα που σου σερβίρω γαλλικό μενού. Σχώρνα με, δεν το κάνω από σκοπό, απλά έτυχε να μου καρφωθούν πολλοί Γάλλοι μπαρμπάδες τώρα τελευταία. Αν έχεις πρόβλημα με αυτό, δυστυχώς για εσένα, δεν μπορείς να απευθυνθείς πουθενά. Το μόνο που θα μπορούσες να κάνεις είναι να κλείσεις το tab και να κάψεις ότι γαλλικό υπάρχει εύκαιρο τριγύρω σου. Αν πάλι είσαι βολικός με το φαγητό και η γαλλική κουζίνα δεν σε χαλάει, βγάλε πιρούνι, αναφώνησε “Bon appétit!” και έλα να φας Courbet.

Ο Jean Désiré Gustave Courbet γεννήθηκε στις 10 Ιουνίου του 1819 στο χωριό Ornans της Γαλλίας. Ήταν ο πρωτότοκος και το μόνο αγόρι από τα τέσσερα παιδιά της φαμίλιας Courbet.

Η οικογένεια Courbet, παρά τις αστικές της καταβολές ασχολούνταν με την γεωργία και ο πατέρας του Gustave είχε αρκετές εκτάσεις ώστε να μην πεινάσει ποτέ η οικογένεια του. Ο Gustave από μικρή ηλικία έδειξε την κλίση του στη ζωγραφική και γύρω στα 14 του άρχισε να μαθαίνει “τα μυστικά του επαγγέλματος” από τον “θείο” Baud, ο οποίος ήταν δάσκαλος στο Ornans και πρώην μαθητής του ζωγράφου Gros. Το 1837 πήγε στο Besancon, όπου συνέχισε να το παλεύει τεχνικά ώστε να γίνει άρτιος ζωγράφος.

Παρά τον μεγάλο και αγιάτρευτο έρωτα του Gustav για τη ζωγραφική όμως, ο μπαμπάς Courbet ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει ακαδημαϊκές σπουδές και να γίνει δικηγόρος. Με βαριά καρδιά λοιπόν, ο τότε εικοσάρης Courbet πάει κατά Παρίσι μεριά για να σπουδάσει νομική. Μόνο που το να στέλνεις έναν wannabe ζωγράφο στο Παρίσι για να τον κάνεις δικηγόρο, είναι σαν να στέλνεις μπαφάκια στο Άμστερνταμ για αποτοξίνωση.

Ο Gustave πολύ σύντομα έστειλε στον βρόντο τη νομική και άρχισε να συχνάζει στα στούντιο διαφόρων άσημων καλλιτεχνών, μα και στο μουσείο του Λούβρου.

Μέρα έμπαινε, μέρα έβγαινε εκεί στο Λούβρο ο Gustave έφτιαχνε μανιωδώς αντίγραφα από πίνακες μεγάλων καλλιτεχνών — βλέπεις, ένας αρκετά ασφαλής τρόπος ώστε να αντιληφθείς τι εστί ζωγραφική και να πάρεις κάποιες σταθερές βάσεις για το δικό σου έργο (εφόσον θέλεις να ασχοληθείς σοβαρά με την ζωγραφική και το σχέδιο) είναι η αντιγραφή έργων άλλων καλλιτεχνών. Γιατί; Επειδή αντιγράφοντας κάτι, μπαίνεις στη διαδικασία να κατανοήσεις την αντίληψη και την τεχνική του εκάστοτε καλλιτέχνη που έφτιαξε το πρωτότυπο και να τα χρησιμοποιήσεις σαν μέρη του δικού σου δημιουργικού οπλοστασίου.

Βέβαια το να εμμένεις στις αντιγραφές είναι επικίνδυνο, γιατί μπορείς εύκολα να μετατραπείς σε καλλιτεχνικά στείρο αντιγραφέα. Στην περίπτωση του Courbet όμως δεν έχουμε ούτε στο ελάχιστο να κάνουμε με κάτι τέτοιο. Ο δικός μας ήξερε τι ήθελε και πως το ήθελε. Επιζητούσε τεχνική αρτιότητα που θα τον οδηγούσε στην καταξίωση και μάλιστα όχι μπαίνοντας σε κάποια σχολή, αλλά δουλεύοντας αυτόνομα.

Πέρα από τις άπειρες αντιγραφές που έκανε σε κάθε πίνακα (πήγε μάλιστα ταξίδι στην Ολλανδία για να δει και να μελετήσει Roubens και Velazquez), δούλευε και “ζωντανό πράγμα”, συνθέσεις και μοντέλα. Μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία άρχισε να αναπτύσσει τις απόψεις και τις τεχνικές του πάνω στον Ρεαλισμό, ο οποίος τότε παραήταν πρωτοποριακός και άρα μη αποδεκτός στους ακαδημαϊκούς και εμπορικούς κύκλους.

Τι είναι όμως ο Ρεαλισμός σαν ζωγραφικό κίνημα;

Η απάντηση είναι αρκετά απλή, αλλά οφείλω να την αναφέρω: ο Ρεαλισμός στη ζωγραφική, είναι η προσπάθεια του καλλιτέχνη, όχι μόνο να απεικονίσει ο,τι βρίσκεται μπροστά του με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, αλλά να αποφύγει κάθε είδους θεατρικότητας και αναφοράς σε μη υπαρκτές καταστάσεις.

Αυτό σημαίνει πως ένας ρεαλιστής δεν ζωγραφίζει ειδυλλιακές εικόνες, δεν εμπνέεται από προγενέστερη μυθοπλασία, θρησκευτική και μη, και αποφεύγει την ωραιοποίηση. Η έμπνευση του ρεαλιστή ζωγράφου είναι ο κόσμος τριγύρω του, με τις ομορφιές και τις ασχήμιες του, με τους πέρα για πέρα αληθινούς του ανθρώπους, τα πάθη και τις χαρές τους.

Όλη αυτή η αντίληψη βέβαια την εποχή που έκανε “κούκου” ξένισε τον κόσμο της τέχνης, αλλά δαύτος ο κόσμος αργούσε πάντα να χωνέψει τις πρωτοπορίες, so why bother?

Και μετά αυτό το σύντομο ιντερλούδιο, ας ξαναπεράσουμε στον Courbet:

Παρά το αμφισβητήσιμο ύφος του, o ζωγράφος μας είχε την εμμονή να στέλνει δουλειές του στο ετήσιο Salon του Παρισιού. Όπως ήταν φυσικό, οι διοργανωτές του Salon, ως τέκνα και υποστηρικτές της “καθιερωμένης τέχνης“, τον είχαν του κλότσου και του μπάτσου. Σκέψου πως μέσα σε μια επταετία έστειλε 25 έργα του εκεί, εκ των οποίων εκτέθηκαν μόνο τα 3. Βέβαια παρά τις δυσκολίες, ο Gustave ήταν υπομονετικός, εργατικός και ο χρόνος ήταν αυτός που θα τον δικαίωνε σαν καλλιτέχνη.

Η χρονιά που πήρε τα πάνω του ήταν το 1848 όπου, για αρχή, οι ομοϊδεάτες φίλοι του τον έκαναν αρχηγό του κινήματος του Ρεαλισμού, από εκεί που δεν το περίμενε. Μετέπειτα, μιας και έπαιξε το τρίτο γαλλικό επαναστατικό ματς, το Salon έμεινε χωρίς κριτική επιτροπή και τα έργα του Courbet (10 στον αριθμό) εκτέθηκαν ανεμπόδιστα. Όταν οι διάφοροι μπαρμπάδες της τέχνης είδαν την δουλειά του Gustave ενθουσιάστηκαν και τον επόμενο χρόνο πήρε το χρυσό μετάλλιο του Salon.

Από τα αλώνια στα σαλόνια πήγε ο δικός μας και με το χρυσό του μετάλλιο, είχε δικαίωμα να εκθέτει κάθε χρόνο στο Salon χωρίς να τον λογοκρίνει ούτε στο ελάχιστο η κριτική επιτροπή. Αυτός ο κανονισμός έδωσε τη δυνατότητα στον Gustave να εκθέσει έργα του, που υπό άλλες συνθήκες δεν θα έβλεπαν το φως της μέρας.

Έτσι, ανενόχλητος εξέθεσε το “Burial at Ornans” και πολλά άλλα έργα του, που “προκαλούσαν την κοινή γνώμη” και “σόκαραν“, χωρίς κανένας να μπορεί να τα κατεβάσει. Σκέψου πως μέχρι και στο μάτι του Ναπολέων του Τρίτου έμπαινε ο Gustave, αλλά παρά την αποδοκιμασία του έργου του από τον Αυτοκράτορα, οι πίνακές του κοτσάρονταν ετησίως στο Salon μέχρι το 1857. Εκείνη την χρονιά η επιτροπή αποφάσισε να δώσει πόδι στον κανονισμό που έλεγε πως όσοι είχαν χρυσό μετάλλιο μπορούσαν να εκθέτουν άκριτα στο Salon, να κυκλοφορούν εκεί με τις παντόφλες τους και να τρώνε πασατέμπος.

Κατά την δεκαετία του ’60, το ύφος του γύρισε στα ερωτικά γυμνά, τις σκηνές κυνηγιού, τα τοπία και τις θαλασσογραφίες. Ακόμα και σε αυτά όμως ο Gustave είχε το κατιτίς του — ας πούμε οι θαλασσογραφίες του, είχαν κάτι από Ιμπρεσιονισμό, πριν αυτός αρχίσει να γυρνοβολάει αγκαζέ με τον Monet στους δρόμους του Παρισιού. Και μπορεί το Salon να έπαιρνε το αίμα του πίσω, απορρίπτοντας αρκετούς πίνακες του, αλλά ο Gustave αγρόν αγόραζε και συνέχιζε να στέλνει δουλειές του.

Καλλιτεχνικά, η δεκαετία αυτή έκλεισε με δύο θαλασσογραφίες που ζωγράφισε στο Etretat, οι οποίες ήταν για τους ανθρώπους του Salon ένα πολύ ευχάριστο διάλειμμα από τις καφρίλες που τους είχε συνηθίσει.

Το 1870 η αυτοκρατορία του Ναπολέοντα κατέρρευσε και ο Courbet, εξαιτίας των συγκυριών, το 1871 βρέθηκε να ηγείται την Republican Arts Comission της Paris Commune. Όσο βρισκόταν στην εν λόγω θέση και η κομμούνα ήταν στα καλά της, είχε την φαεινή ιδέα να γκρεμιστεί η στήλη του Vendôme, η οποία αποτελούσε σύμβολο της εξουσίας του Ναπολέοντα.

8 Μαΐου τα παλικάρια της κομμούνας έριξαν την στήλη και το άγαλμα, αλλά για κακή τους τύχη η γαλλική κυβέρνηση μέσα στον ίδιο μήνα κατάφερε να τους τσακίσει (αν σε ενδιαφέρει το όλο θέμα πάρε αρθράκι της wiki) με αποτέλεσμα ο Courbet να βρεθεί άσχημα μπλεγμένος. Πέραν του ότι πέρασε 6 μήνες στη ψειρού, το κράτος του επέβαλλε για αρχή ένα πρόστιμο των 7.350 φράγκων. Στη συνέχεια άρχισε να τον τρέχει στα δικαστήρια, μιας και αυτός θεωρούταν υπεύθυνος για το γκρέμισμα της Vendôme και κάποιος έπρεπε να πληρώσει τα σπασμένα.

Και εδώ αρχίζει η κακιά η κατρακύλα. Αναγκάστηκε να πληρώσει 323.091 φράγκα (ούτε μια στρογγυλοποίηση της προκοπής δεν έκαναν δαύτοι) και μετά σηκώθηκε και πήγε στην Ελβετία, μιας και στην πατρίδα του ήταν ακόμα στοχοποιημένος και ανά πάσα στιγμή μπορούσε να βρεθεί στη φυλακή.

Εκεί μην νομίζεις ότι τα πράγματα του ήρθαν καλά. Παρά την θερμή υποδοχή που βρήκε, είχε χαλαστεί τόσο πολύ που το έριξε στο αλκοόλ, με αποτέλεσμα να μην καταφέρει να ορθοποδήσει παρά του ότι του δόθηκε (κακήν κακώς βέβαια) η ευκαιρία.

Παράλληλα, πίσω στη Γαλλία η κυβέρνηση είχε κατασχέσει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του και κατέτρεχε την οικογένεια και τους φίλους του. Εξαιτίας όλων αυτών η κατάσταση του Courbet συνέχισε να χειροτερεύει και εν τέλει πέθανε από πρόβλημα στα νεφρά στις 31 Δεκεμβρίου του 1977, σε ηλικία 58 ετών. Η σωρός του μεταφέρθηκε και θάφτηκε στο Ornans.

Έτσι μας τελείωσε ο Courbet — πικρά όπως και οι κύριοι των προηγούμενων δύο άρθρων.

Εσύ κράτα στο κεφάλι σου -πέρα από την συνεισφορά του στην τέχνη- τον αγώνα του για κάτι καλύτερο και πιο δίκαιο για την χώρα του. Και μπορεί οι έννοιες της “χώρας” και της “πατρίδας” να είναι κουτάκια, ασταθή και ευμετάβλητα μέσα στο πέρασμα της ιστορίας, κουτάκια που πολλοί καταχράζονται και που συχνά δημιουργούν διαχωρισμούς και εχθρότητες σε μια ανθρωπότητα η οποία στην ουσία της είναι ένα ομοιογενές σύνολο, αλλά το να παλεύεις για κάτι καλύτερο δεν είναι σε καμία περίπτωση καταδικαστέο.

Δυστυχώς η ιστορία μας είναι γεμάτη με αποτυχημένους αγώνες και φαύλους κύκλους. Όμως εμείς σαν μικρά παιδιά μπορούμε πάντα να αποδίδουμε έναν μικρό φόρο τιμής σε όσους πολέμησαν για να σπάσει αυτός ο κύκλος, να ελπίζουμε, να προσπαθούμε, όσο βλάκες και αναποτελεσματικοί και αν είμαστε…

Επίσης παρακάτω σου έχω λίγες ακόμη χρήσιμες πληροφορίες για τον Gustave Courbet. Επομένως μη βιάζεσαι να φύγεις τόσο γρήγορα, γιατί δεν τελειώσαμε ακόμα.

Το 1855 στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού, 14 πίνακες του Courbet απορρίφθηκαν από τους κριτές — ω, τι περίεργο!

Ο δικός μας μπριζωμένος πήγε και έκανε κάτι που μόνο ένα καθαρόαιμο παιδί της Έριδας θα έκανε. Ο καράκαφρος πήγε και έστησε ένα κιόσκι ακριβώς έξω από τον εκθεσιακό χώρο, κότσαρε πίνακες από την αρχή της σταδιοδρομίας του ως ζωγράφος και από επάνω την ταμπέλα “Realism“.

Περιττό είναι το να αναφερθεί πως οι πίνακες του και η καφρίλα που σκαρφίστηκε προκάλεσαν περισσότερη αίσθηση και σούσουρο από την οποιαδήποτε σνομπ “παγκόσμια έκθεση“.

Εύγε κύριε Courbet, η Έριδα πρέπει να σας έχει φυλάξει πολλά μήλα για την μεταθανάτιο.