Guy Ritchie: Ο χαρισματικός κινηματογραφικός σκηνοθέτης

Guy Ritchie: Ο χαρισματικός κινηματογραφικός σκηνοθέτης

Το Λονδίνο του υποκόσμου («Δύο καπνισμένες κάνες», «Rocknrolla»), του ψυχροπολεμικού 1960 («Κωδικό όνομα U.N.C.L.E.»), του βικτοριανού 19ου αιώνα («Sherlock Holmes»).

Αν και γεννημένος στο Χάρτφορντσαϊρ, ο 51χρονος κινηματογραφιστής Guy Ritchie μεγάλωσε και ανδρώθηκε στην πόλη που αποκαλεί το συναρπαστικότερο χωνευτήρι εθνικοτήτων και ήταν πάντα ο κύριος πρωταγωνιστής των ταινιών του.

Είστε κινηματογραφικός σκηνοθέτης, αν και τόσο η χρήση της μουσικής στις ταινίες σας όσο και ο προηγούμενος γάμος σας με τη Μαντόνα θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ένα πάθος για τη μουσική. Έχει κάποια βάση αυτό;

Με το σινεμά ήθελα να ασχοληθώ από μικρό παιδί και όχι με τον ακαδημαϊκό τρόπο. Πάντως, η πρώτη μου δουλειά ήταν ως κλητήρας στην Island Records και ήταν μονά-ζυγά για μένα αν θα ακολουθήσω τη μουσική ή τον κινηματογράφο. Κατά κάποιον τρόπο, η πάλη ακόμα συνεχίζεται μέσα μου και η μουσική εξακολουθεί να με ενδιαφέρει πάρα πολύ σε συνάρτηση με την εικόνα. Προσπαθώ να παίρνω κι από τα δύο το καλύτερο. Στο «Κωδικό όνομα U.N.C.L.E.», ας πούμε, ξόδεψα πολύ χρόνο στη μουσική και προσπάθησα να πείσω τον συνθέτη μας πως η ταινία θα πρέπει να υπηρετεί τρόπον τινά τη μουσική επένδυση.

Η πρώτη φορά που πιάσατε την κάμερα στα χέρια σας ποια ήταν;

Εδώ και πάνω από 20 χρόνια, όταν μου ανέθεσαν να γυρίσω ένα μουσικό βίντεο για 250 στερλίνες. Θυμάμαι το άγχος μου. Ήταν τόσο αφόρητο που πήγα εκεί με κάποιον συν-σκηνοθέτη απλώς για να μπορώ να του φορτώνω την ευθύνη αν κάτι πήγαινε στραβά! Αλλά έκτοτε τα νεύρα μου έχουν ηρεμήσει φυσικά.

Σαφώς και η ζωή σας, με δεδομένο πόσο ατίθαση υπήρξε η μετεφηβεία σας στο Ανατολικό Λονδίνο…

Ναι, πέρασα μια πολύ ταραχώδη περίοδο κάποτε. Κάπνιζα πολύ χόρτο, έπινα συνέχεια, έμπλεκα σε καβγάδες στα καλά καθούμενα. Την πάτησα πολλές φορές. Έψαχνα απλώς για αδρεναλίνη. Αλλά αν κάποιος μου φερόταν με αγένεια τώρα, απλώς θα το δεχόμουν. Το να κουτρουβαλάς στους δρόμους στα σαράντα τόσα σου, και μάλιστα ως σύζυγος και οικογενειάρχης, μοιάζει γελοίο.

Έχει να κάνει με την ηλικία λοιπόν ή με το κοινωνικό στάτους περισσότερο;

Την ηλικία κυρίως. Βλέπω και τους παλιούς μου φίλους που δεν είναι πλέον ενεργοί ταραξίες. Όλοι εξευγενίστηκαν. Όσο γερνάς, ανταλλάσσεις την εμφάνιση και τα νιάτα σου με σοφία. Και ένα από τα πράγματα που θυσιάζονται σε αυτήν τη διαδικασία είναι η βία.

Εσείς πότε περίπου αρχίσατε να ελέγχετε τα πάθη σας;

Γύρω στα 20, χάρη στην ενασχόλησή μου με το καράτε. Το έκανα για αρκετά χρόνια, και εκείνη την εποχή ήταν η μόνη μου θρησκεία. Εκεί έμαθα πειθαρχία. Να σου φωνάζουν και να συνειδητοποιείς πως ο μόνος εχθρός σου είναι ο εαυτός σου.

Μολαταύτα, «στα γεράματα», ανοίξατε μία παμπ στο Λονδίνο, το «The Punch Bowl». Έναν χώρο «επιρρεπή», θα λέγαμε, σε παρεκτροπές…

Πράγματι. Δεν την έχουμε πια, εγώ και οι συνεταίροι μου, την έχουμε δώσει, αλλά ομολογώ πως μου βελτίωσε τη ζωή αυτή η ιστορία. Σκεφτήκαμε πολλές φορές να την «εξυγιάνουμε», αλλά δεν το κάναμε. Η έννοια της αγγλικής παμπ, που δεν τη βρήκα πουθενά αλλού στον πολιτισμένο κόσμο, είναι η φασαρία και οι τσακωμοί, να ξερνάνε διάφοροι στη γωνία και να ξεφτιλίζονται. Είναι η ποικιλία των χαρακτήρων που μαζεύονται εκεί. Πόρνες, ροκ σταρ και κανονικοί άνθρωποι που κάνουν κεφάλι μέσα στον ίδιο χώρο. Το λατρεύω αυτό.

Στο ίδιο το Λονδίνο, τι είναι εκείνο που σας αρέσει περισσότερο;

Είναι μια πόλη που εξελίσσεται εδώ και δυο χιλιετηρίδες σχεδόν, με εθνικότητες και κουλτούρες απ’ όλο τον πλανήτη. Και η τραχιά με την απαλή πλευρά της ζωής βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής, από το ένα σοκάκι στο επόμενο. Αυτό που ουσιαστικά με εμπνέει στη λονδρέζικη κουλτούρα είναι ο πλούτος των ξεχωριστών κοινωνικών στρωμάτων και νοοτροπιών που συγχωνεύονται.

Θα λέγατε πως είναι αυτή η ποικιλία των αντιθέσεων που ψάχνετε και στη δουλειά σας;

Σίγουρα. Εκείνο που επιδιώκω είναι μια συνωμοσία στοιχείων. Μια γερή πλοκή, δυνατοί χαρακτήρες, πλούσιος διάλογος, αισθητική. Πιστεύω πως το «συμπαθές» μπορεί να καταστρέψει μια ταινία. Ένα συμπαθές θέμα με συμπαθείς χαρακτήρες να φέρονται με συμπάθεια ο ένας στον άλλον είναι ανιαρό. Δεν υπάρχει σύγκρουση, και το σινεμά τρέφεται από συγκρούσεις.