ΑρχικήΨυχαγωγίαHenri Rousseau: Η ανάδειξη του Ρεαλισμού

Henri Rousseau: Η ανάδειξη του Ρεαλισμού

Στις αρχειοθετήσεις της ιστορίας της τέχνης συναντά κανείς το έργο του Rousseau (1844-1910) κάτω από τον τίτλο “ρεαλισμός”, στον οποίο επιπλέον ενέχεται και η κατηγορία του αφελούς. Πράγματι, πως θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος άστοχος χαρακτηρισμός τη στιγμή που η ρεαλιστική μορφική γλώσσα του Rousseau συμπίπτει χρονικά -όχι μόνο με την άνθιση του ιμπρεσσιονισμού στα τελευταία 15 χρόνια του 19ου αιώνα-, αλλά και με τη χαραυγή της καλλιτεχνικής avantgarde (βλέπε τους πρωτογονισμούς των Fauves αλλά και τα πρώτα δείγματα κυβιστικής γραφής με τις Les Demoiselles d’ Avignon του Πικάσσο της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα.

Από πρώτη άποψη ο αναχρονισμός του ρεαλιστικής εικονογραφίας του Rousseau είναι εμφανής. Σε αντίθεση με τον ιμπρεσσιονισμό, ο οποίος αντιδρά στην πιστή καταγραφή της πραγματικότητας από τη φωτογραφία καθώς επαναστατικοποιεί τα καλλιτεχνικά μέσα εισαγάγοντας στη σύνθεση του πίνακα τις ίδιες τις συνθήκες αντίληψης και πρόσληψης της πραγματικότητας, ο Rousseau σκοπεύει να γίνει ένας από τους καλύτερους ρεαλιστικούς ζωγράφους.

Πως εξηγείται η ανεπικαιρότητα του ρουσωικού ρεαλισμού με την τόσο προφανή εναντίωση στο ανήσυχο πνεύμα και τις μορφικές επαναστάσεις κυοφορούνται εκείνη την περίοδο; Μια πρώτη, αλλά και καθοριστική απάντηση βρίσκει κανείς στις συνθήκες, κάτω από τις οποίες ο Rousseau κάνει την εμφάνισή του στα εικαστικά δρώμενα. Τελωνειακός υπάλληλος στο επάγγελμα και αυτοδίδακτος στην τέχνη της ζωγραφικής ο Rousseau είναι αναγκασμένος να κρατηθεί μακριά από τον κόσμο των αισθητικών απαιτήσεων που χαρακτηρίζουν τις τακτικές ακαδημαϊκές σπουδές. Έτσι προσπαθεί να αναπληρώσει την έλλειψη πειθαρχημένης εικαστικής έκφρασης μέσω της ανάπτυξης προσωπικά τελεσφόρων στιλιστικών και εκφραστικών μορφών.

Αποφεύγει με αυτόν τον τρόπο την επιτηδευμένη μαεστρία της δόκιμης πινελιάς και τη μεθόδευση της προοπτικής του βάθους αντικαθιστώντας τις με μια προσέγγιση που βασίζεται στην αρχή της νατουραλιστικής, δισδιάστασης μορφοποίησης. Τη θέση της χωροκεντρικής προοπτικής καταλαμβάνει στο έργο του ένα αναπαραστατικό σύστημα κάθετων, οριζοντίων και διαγώνιων γραμμών σύνθεσης, οι οποίες αφαιρούν από τον πίνακα την ψευδαίσθηση τρισδιαστατότητας και καθιστούν την επιφάνεια του αναπαριστάμενου θέματος εκτενή σε εύρος.

Στην παρατακτική αυτή αρχή σύνθεσης αντιστοιχεί και η ιδιάζουσα στο έργο του Rousseau μεταχείριση της συνεργίας των μέσων φωτισμού. Οι παρατεταγμένες εικονιζόμενες μορφές είναι ισοδύναμα φωτισμένες. Αν και στο ρεπερτόριο του ζωγράφου συναντά κανείς συχνά τον χρωματικά τονισμένο κύκλο του ήλιου ή της σελήνης, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί, ότι λειτουργεί ως πηγή φωτισμού ή παραγωγικό μέσο για τη διαβάθμιση της χρωματικής έντασης και των σκιάσεων των απεικονιζόμενων προσώπων και αντικειμένων.

Όπως αυτά δεν υπόκεινται στους καταναγκασμούς τρισδιάστατης αναπαραστατικότητας, έτσι και ο τρόπος που φωτίζονται χαρακτηρίζεται από ισομερή ομοιογένεια. Το ίδιο ισχύει και στο χειρισμό του χρώματος, το οποίο ο Rousseau επιθέτει στον καμβά με όσο το δυνατόν πιο ισοδύναμη ένταση. Με αυτό τον τρόπο ενισχύεται η οπτική εντύπωση της “ισοπεδωμένης” επιφάνειας και της ισοβαρούς παράθεσης.

Αυτές οι στιλιστικές και μορφικές ιδιοτυπίες του έργου του Rousseau πηγάζουν από τη στοχοθεσία του ζωγράφου να απεικονίσει τα πράγματα όχι όπως αυτά παρουσιάζονται στο οπτικό πεδίο, αλλά όπως θα άξιζαν κατά τον καλλιτέχνη να ιδωθούν. Κάνοντας την ανάγκη αρετή ο Rousseau παραβλέπει την εμφανή καταστρατήγηση των όρων της προοπτικής, τις μορφικές δυσαναλογίες και τις ακαδημαϊκά απαγορευμένες υπερβολές δημιουργώντας μια εικαστική γλώσσα που βασίζεται στη θέληση για ένα ρεαλισμό του οπτικά προφανούς. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι η παραστατική έκφραση του Rousseau χαρακτηρίζεται από έλλειψη του φαντασιακού στοιχείου. Ίσα-ίσα η αμετροέπεια που δείχνει απέναντι στις κατεστημένες αισθητικές φόρμες αποδεικνύεται ιδιαίτερα επιτυχής στο συγκερασμό ρεαλιστικής προσέγγισης και αναβάθμισης της παράστασης στο επίπεδο μιας “εξωπραγματικής πραγματικότητας”.

Εκφραστική ωριμότητα αποκτά αυτός ο συνδυασμός δισδιάστατης απεικόνισης και στοιχείων “μαγικού ρεαλισμού” στο ονειρικό τοπίο του πρώτου μεγάλων διαστάσεων πίνακα του Rousseau “Ένα βράδυ καρναβαλιού” (1885-1886). Ο Rousseau αίρει εδώ την καρναβαλική πεζότητα του αρλεκίνου και της συνοδού του στη σφαίρα μιας μαγικής νυκτερινής ατμόσφαιρας κάτω από το ισχνό, αλλά πέρα από κάθε παραστατική λογική για την προβολή της ενδυμασίας στο καίριο φως της σελήνης.

Ο μαγικός ρεαλισμός του Rousseau δεν περιορίζεται βέβαια στη εικαστική σκηνοθεσία ονειρικών τοπίων. Αντίθετα, η είσοδος του φανταστικού στη σφαίρα της δισδιάστατης αναπαράστασης θα λάβει σε λιγότερο διάστημα από μια δεκαετία εφιαλτική μορφή. Στην ειδυλλιακή ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει τα εξοχικά τοπία του πρώιμου έργου εισέρχεται με δυναμισμό, και την ανάλογη ασέβεια απέναντι στις συμβάσεις των αναλογιών, ο πόλεμος. “Ο πόλεμος ή η ιππεύουσα διχόνοια” (1894) μεταφέρει τη στατικότητα της νατουραλιστικής απεικόνισης στο πεδίο της μάχης αίροντας την ανθρωποσφαγή στη σφαίρα ενός υπεριστορικού πεπρωμένου.

Καμιά αναφορά σε ιστορικά και γεωγραφικά εντοπίσιμα πολεμικά συμβάντα, καμιά ένδειξη για την ταυτότητα των πεσόντων. Ακόμα και η ίδια η αποστροφή ενάντια στο μακελειό εκφράζεται με χαμηλούς τόνους: μόνο η φιγούρα στα αριστερά προσπαθεί στην επιθανάτια αγωνία της να αντιτάξει μια απεγνωσμένη έκφραση εναντίωσης υψώνοντας το χέρι και σφίγγοντας τη γροθιά.

Ο Rousseau δεν ενδιαφέρεται προφανώς για λογικές αιτιολογίες, ιστορικές πιστοποιήσεις και μομφές ιστορικής ευθύνης. Επιθέτοντας πάνω από τον όγκο των πτωμάτων την καλπάζουσα μαινάδα του πολέμου με μορφή κοριτσιού φαρσοκωμωδεί κάθε ιστορικιστική νομιμοποίηση του πολέμου ως προάγγελου ειρήνης.

Η συγκεκριμένη παράσταση του πολέμου δεν έχει καμιά σχέση με τον αισθητικό εξωραϊσμό π. χ. ενός Ernst Juenger, ο οποίος θα μεταμορφώσει λογοτεχνικά τη φρίκη των χαρακωμάτων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σε φαντασμαγορία βιοφιλοσοφικής έξαρσης. Ο τρόμος της ανελέητης καταστροφής αποδίδεται στο κεντρικό για το Oeuvre του Rousseau έργο αυτό ως μνημειώδες όραμα αποκαλυπτικού τέλους.

Στέλιος Θεοδωρίδης
Στέλιος Θεοδωρίδης
Ο ήρωας μου είναι ο γάτος μου ο Τσάρλι και ακροάζομαι μόνο Psychedelic Trance
RELATED ARTICLES

Σχολίασε το άρθρο

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα άρθρα

Dreamgirls: Music From the Motion Picture

Smokin’ Aces (soundtrack)

The Good German (soundtrack)

Tηλέφωνα έκτακτης ανάγκης

Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος: 11188
Ελληνική Αστυνομία: 100
Χαμόγελο του Παιδιού: 210 3306140
Πυροσβεστική Υπηρεσία: 199
ΕΚΑΒ 166