Η αρσενική Σταχτοπούτα (Παραμύθι από τον Γιάννη)

Η αρσενική Σταχτοπούτα (Παραμύθι από τον Γιάννη)

Πίνακας περιεχομένων

Μέρος 1ο

Θα σας διηγηθώ εν συντομία ένα περίεργο περιστατικό, που ήταν ταυτόχρονα ο,τι ομορφότερο έχει συμβεί στη ζωή μου μέχρι τώρα! Ξέρω ότι οι μεγαλύτεροι θα έχετε ζήσει και του λόγου σας απίστευτες καταστάσεις, δεν λέω, αλλά ο καθένας τα βλέπει τα πράγματα απ’ τη δική του σκοπιά και εγώ προσωπικά, στα είκοσι δύο μου χρόνια, δεν έχω δει και ακούσει κάτι παρόμοιο. Θα μπορούσα να πω ότι μοιάζει με παραμύθι, αλλά δεν είναι ακριβώς παραμύθι, γιατί φαντάζομαι ότι στην αληθινή ζωή λίγα πράγματα μοιάζουν με παραμύθια.

Το λοιπόν, όλα ξεκίνησαν ακριβώς κάτω απ’ το σπίτι μου το μεσημέρι μιας ωραίας ανοιξιάτικης Παρασκευής που δεν δούλευα, γιατί οι προϊστάμενοι της εταιρίας στην οποία εργαζόμουν είχαν αποφασίσει λέει να κάνουμε όλοι μας απεργία για κάτι περικοπές στα φράγκα μας, όταν εκείνο το βλήμα, η Φωτεινή, πέρασε ξυστά από δίπλα μου με το ποδήλατό της κι αφού μου έριξε μια γρήγορη ματιά κι ένα κλεφτό χαμόγελο, πήγε και στούκαρε με τη μάπα πάνω στη μεταλλική κολόνα μιας πινακίδας, πέντε μέτρα μακριά μου. Μιλάμε το “ντανγκ” που ακούστηκε όταν η αθεόφοβη πήγε και τράκαρε την κολόνα – δεν σου λέω τίποτα, ακόμα βουίζει μέσα στο κεφάλι μου. Εγώ μέχρι τότε δεν την ήξερα ούτε και την είχα ξαναδεί ποτέ, αλλά μάγκα μου, τρόμαξα πολύ όταν την είδα μες στα αίματα και τα έτσι, πεσμένη χάμω στο έδαφος, να πιάνει το πρόσωπό της με τα χέρια της και με τα πόδια της μπλεγμένα στα σίδερα του ποδηλάτου. Αν ήταν κάνας τόρνος στην ηλικία μου πάνω σ’ εκείνο το ποδήλατο θα ‘χα ξεράσει τα σωθικά μου απ’ τα γέλια, αλλά για όνομα, ήταν μια γυναίκα, κι εκείνο το “ντανγκ” ήταν τόσο δυνατό που με τάραξε κι εμένα και μ’ έκανε να ανησυχήσω γι’ αυτήν και να τη συμπονέσω. Γιατί μ’ αρέσει να κάνω χαβαλέ με τα πάντα και δεν παίρνω και πολλά πράγματα στα σοβαρά, αλλά είναι και στιγμές που νοιάζομαι πολύ τους άλλους και γίνομαι πολύ ψυχοπονιάρης, πανάθεμα.

Εγώ τα ‘χασα προς στιγμή γιατί ήθελα να τη βοηθήσω, όμως βιαζόμουν πολύ να προλάβω την τράπεζα που σε κάνα δεκάλεπτο θα έκλεινε τις πόρτες της και η ριμάδα απείχε κάνα οκτάλεπτο απ’ το σπίτι μου. Αλλά δεν μπορούσα να την αφήσω έτσι την καημένη την κοπέλα, με είχε πιάσει το ευσυγκίνητό μου. Στο τέλος λοιπόν, αποφάσισα να μείνω. Την έπιασα απαλά απ’ τον αριστερό αγκώνα κι έκανα να την σηκώσω αργά-αργά.

  • Είσαι καλά; τη ρώτησα, αλλά αμέσως το μετάνιωσα, γιατί μάλλον δεν ήταν και πολύ έξυπνη ερώτηση.
  • Όχι, απάντησε πνιχτά αυτή καθώς σηκώνονταν. Kι αφού τράβηξε την δεξιά παλάμη της απ’ το πρόσωπό της και την είδε κόκκινη απ’ τα αίματα που τρέχαν απ’ τη μύτη της, έβαλε τα κλάματα.
  • Για να σε δω, της είπα ήρεμα. Στάθηκα μπροστά της και την έβγαλα μια γρήγορη ακτινογραφία. Τελικά δεν είχε πάθει και τίποτα, ευτυχώς, κι εγώ σαν καθαρματάκι που είμαι ώρες-ώρες, άρχισα να βαθμολογώ τα κάλλη της. Παρόλο τον πόνο και το φόβο που σίγουρα την έδερναν, ήταν ομορφούλα η άτιμη, γλυκιά πιο πολύ, αλλά δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν του γούστου μου γιατί μέχρι τότε ποτέ δεν με τραβούσαν οι ξανθιές. Πάντως θα πρέπει να ‘ταν κάπου στην ηλικία μου, ίσως κάνα-δύο χρόνια μικρότερη. Το άσπρο μπλουζάκι της είχε γεμίσει αίματα κάτω απ’ το λαιμό της και είχε τρέξει και το μολύβι γύρω απ’ τα μάτια της μαζί με τα δάκρυά της.
  • Έλα, μην κλαις, δεν είναι τίποτα, απλώς άνοιξε η μύτη σου κι έχεις κι ένα καρούμπαλο στο μέτωπο, αυτό είναι όλο (“μάγκα μου, πότε πρόλαβε και φύτρωσε αυτή η καρουμπαλάρα στην κούτρα της;” σκέφτηκα). Ευτυχώς κουτούλησες με το μέτωπο και δεν έσπασες τη μύτη σου – κ’ είχε όμορφη μύτη, στ’ αλήθεια. Κρίμα θα ‘ταν.

Μου έριξε μια πλάγια ματιά κι αμέσως κοίταξε κάτω και στο πλάι με ντροπή· το κατάλαβα απ’ τα μάτια της ότι ντράπηκε, γιατί οι γυναίκες έχουν ένα θέμα με την ομορφιά τους και σίγουρα δεν γούσταρε καθόλου που την έβλεπε ένας άντρας σε τέτοιο χάλι. Αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι, σε κανέναν δεν αρέσει να τον βλέπουν οι άλλοι να τρώει σαβούρντες. Εμένα βέβαια δεν με πείραζε η τσαλακωμένη η όψη της, γιατί, για να πω την αλήθεια, έχω κι εγώ στιγμές που είμαι πολύ λέτσος άμα λάχει και είναι και κάποιες φορές που ξυπνάω μετά από το πιόμα της χθεσινής νύχτας με τη φάτσα μου χειρότερη απ’ τη δική της -και χωρίς να έχω φάει μπίστο σε καμιά κολόνα- και καθώς με κοιτάζω στον καθρέφτη, μου λέω “πώς είσαι έτσι ρε;” κι αρχίζω τα βρισίδια στον ίδιο μου τον εαυτό. Μερικές φορές δεν πάω καλά, τ’ ορκίζομαι.

  • Μήπως ζαλίζεσαι; Αν ζαλίζεσαι πρέπει να καλέσουμε ασθενοφόρο.
  • Όχι, καλά είμαι, απάντησε αυτή κι έκανε να με ξανακοιτάξει, αλλά μόλις θυμήθηκε ότι δεν ήθελε να με βλέπει να την κοιτώ στο χάλι που ήταν, έκανε να φύγει μουρμουρίζοντας -με το αριστερό της χέρι απλωμένο στον αέρα σαν υπνοβάτης- θέλω μόνο κάπου να πλυθώ κι άρχισε να κάνει οχτάρια προς το παντοπωλείο του κυρ-Τάσου παραδίπλα, αλλά πριν προλάβω να την πιάσω για να την σταματήσω, πήγε και ξαπλώθηκε με το πλάι σαν ψόφιο άλογο πάνω στις κάσες με τα στάρκιν και τα ξινόμηλα κ’ ύστερα γκρεμίστηκε μαζί τους ξανά χάμω στο πεζοδρόμιο. Τα ‘χε ρημάξει όλα μιλάμε, πανάθεμά τη.

Αφού καθησύχασα τον φραγκοφονιά τον κυρ-Τάσο που πετάχτηκε έξω πανικόβλητος, τη σήκωσα, την πήρα αγκαζέ και την οδήγησα στην είσοδο της πολυκατοικίας μου κι όταν την έβαλα μέσα, μάζεψα και το ποδήλατό της και το έβαλα μέσα κι αυτό, ενώ ο κυρ-Τάσος, που μέχρι εκείνη τη στιγμή μας κοιτούσε απορημένος ξύνοντας το κεφάλι του, άρχισε με νευρικές κινήσεις να μαζεύει την σκορπισμένη του πραμάτεια απ’ το πεζοδρόμιο. Μετά μας ανέβασα με το ασανσέρ στον τέταρτο και μπήκαμε στο σπίτι μου. Το ποδήλατό της το άφησα στο χολ. Ήταν η πρώτη γυναίκα που έμπαινε στο σπίτι μου απ’ τη στιγμή που άρχισα να μένω μόνος, πέντε μήνες πριν, όταν οι γονείς μου έφυγαν στο χωριό λόγω συνταξιοδότησης του πατέρα μου.

Την πήγα στο σαλόνι και την έβαλα να καθίσει στη μονή πολυθρόνα. “Έρχομαι αμέσως” της είπα κι έτρεξα στην κουζίνα για να γυρίσω με ένα μπουκάλι νερό κι ένα ποτήρι, που τα ακούμπησα στο τραπέζι μπροστά της. Της έφερα και πάγο τυλιγμένο σε μια λεπτή πετσέτα για το καρούμπαλο στο μέτωπό της. Μετά έτρεξα στο μπάνιο και πήρα απ’ το φαρμακείο ό,τι θα μου φαίνονταν χρήσιμο για να τη σουλουπώσω λιγάκι και σε λίγο στάθηκα σκυμμένος μπροστά της κι άρχισα να την καθαρίζω με μιαν άσπρη βρεγμένη πετσέτα. Είχα ξεπεράσει τον εαυτό μου μιλάμε, γιατί είμαι αρκετά σιχασιάρης, αλλά εδώ που τα λέμε μ’ άρεσε πολύ που τη φρόντιζα! Δεν είχα φροντίσει ποτέ ξανά μια γυναίκα μ’ αυτό τον τρόπο και, όπως ήδη προείπα, ήταν πολύ νόστιμη η τσίφτισσα, άξιζε τον κόπο.

Όταν την είχα καθαρίσει από τα αίματα και τα μολύβια, έκλεισα μια μικρή πληγή πάνω στη μύτη της μ’ ένα αντισηπτικό αυτοκόλλητο κι έβαλα στα ρουθούνια της δύο κομμάτια χαρτί υγείας, που τα ρόλαρα και τα έκανα σαν ταμπόν.

Ύστερα της είπα να κρατήσει το κεφάλι της γερμένο πίσω για λίγο και πήγα στο μπάνιο να πλύνω καλά τα χέρια μου, γιατί σιχαίνομαι πολύ μιλάμε να πιάνω τα αίματα των άλλων και τις αηδίες τους. Τέλος, πήγα στο δωμάτιό μου και πήρα τον καφέ μου που είχα ξεκινήσει να τον πίνω πριν φύγω για την τράπεζα κι έπειτα επέστρεψα στο σαλόνι και κάθισα δίπλα της στον μεγάλο καναπέ, για να απολαύσω περήφανα τη δημιουργία μου: μια όμορφη ξανθιά τύπισσα στην πολυθρόνα μου, με ματωμένο άσπρο μπλουζάκι, με το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω, το ένα χέρι να στερεώνει την πετσέτα με τον πάγο στην κούτρα της και δύο άσπρα ταμπόν να ξεπροβάλλουν από τα ρουθούνια της!

Ήταν σαν πίνακας ζωγραφικής εκείνου του μόρτη τύπου, του Πικάσο, που ζωγράφιζε πάντα κάτι πολύ παράξενες ζωγραφιές! Τότε μου ‘κοψε και της έφερα κι ένα μικρό καθρεφτάκι για να τσεκάρει τον εαυτό της και να της φύγει λίγο ο ζαβλαμάς, όπως κάνει ο μπαρμπέρης όταν τελειώνει το κούρεμα και σου δείχνει μ’ ένα μικρό καθρέφτη την πίσω μεριά του κεφαλιού σου στον μεγάλο καθρέφτη.

Και καθώς αυτή κοιτούσε στον καθρέφτη τι σου κάνει μια στιγμή απροσεξίας με το ρημάδι το ποδήλατο, εγώ παρατήρησα για πρώτη φορά πόσο ωραία πόδια είχε -φορούσε ένα κοντό γαλάζιο σορτσάκι- κι όταν το παρατήρησα αυτό, πήρα νευρικά μια τζούρα απ’ τον καφέ μου κι άναψα “χαλασμένος” ένα τσιγάρο, γιατί τα ωραία πόδια των γυναικών με χαλάνε πραγματικά, θα μπορούσα να τα χαζεύω για ώρες, το ‘χω χρόνια αυτό το κουσούρι.

  • Πώς σε λένε; άκουσα για πρώτη φορά ήρεμη τη φωνή της να με ρωτάει. Είχε ακόμα το κεφάλι της προς τα πίσω, αλλά τα μάτια της με κοιτούσαν πάνω απ’ τη μύτη της.
  • Γιώργο, αλλά όλοι με φωνάζουν Τζώρτζη. Εσένα;

“Φωτεινή. Χαίρομαι“, είπε και άπλωσε το ελεύθερο χέρι της, που ήταν ακόμα μες στα σιχαμένα τα αίματά της και που είχα ξεχάσει ο ηλίθιος να το καθαρίσω με τη βρεγμένη την πετσέτα, την οποία τώρα είχα ήδη πετάξει αφού είχε γίνει σαν χρησιμοποιημένη σερβιέτα και δεν ήθελα να χαλαλίσω άλλη, γιατί μετά οπωσδήποτε θα την πετούσα κι εκείνη. Της έκανα χειραψία κι άρχισα να βρίζω από μέσα μου, που μόλις πριν λίγα λεπτά είχα πλύνει τα χέρια μου και τώρα ντρεπόμουν να σηκωθώ για να πάω να τα ξαναπλύνω, φοβούμενος μήπως καταλάβει τη σιχαμάρα μου. Ωστόσο, αυτό που μ’ έβγαλε από τη δύσκολη θέση μου ήταν ένας οξύς ήχος, σαν χλιμίντρισμα, που ακούστηκε από μέσα μου. Μάγκα μου τι ήταν εκείνο το πράγμα, νόμιζες ότι έκρυβα εκεί μέσα κάνα αλλόκοτο πλάσμα, όπως εκείνο το εξωγηινάκι στην ταινία, που θα πετιόταν άξαφνα μέσ’ απ’ το στομάχι μου και θα τα ‘κανε όλα γης Μαδιάμ. Ήταν ο καφές, και το στομάχι μου βάρεσε συναγερμό ότι πρέπει επειγόντως να πάω να χέσω!

Θα πρέπει να σας πω, ότι σε μένα ο πρώτος καφές της ημέρας λειτουργεί σαν ένα τέλειο καθαρτικό. Μόλις ξυπνήσω το πρωί, φτιάχνω τη σερμπέτικη τη φραπεδούμπα μου κι όσο να κάνω το πρώτο μου τσιγάρο με δυο-τρεις γουλιές καφέ, έχω φύγει σφαίρα στην τουαλέτα για ν’ αδειάσω. Αυτό λειτουργεί έτσι απαράβατα — ελβετικό ρολόι μιλάμε είναι ο κώλος μου. Τώρα, γνωρίζοντας το προηγούμενο βράδυ ότι την επομένη δεν θα πάω στη δουλειά, το ‘ριξα έξω με κάτι παλιόφιλους και κοιμήθηκα αργά, σκεπτόμενος ότι το μόνο που έχω να κάνω την επομένη, είναι απλώς να πάω κάποια στιγμή στην τράπεζα.

Ξύπνησα λοιπόν το επόμενο μεσημέρι, έφτιαξα τον καφέ μου, άναψα το τσιγάρο μου και ρούφηξα τις καθιερωμένες μου δυο-τρεις γουλιές καφέ, όταν όμως είδα την ώρα και πήρα χαμπάρι ότι σε λίγο η τράπεζα θα έκλεινε, ντύθηκα αμέσως κι έφυγα απ’ το σπίτι χωρίς να έχω ενεργηθεί, για να πέσω πάνω στη γλυκιά και απρόσεκτη Φωτεινή, που μου τα ακύρωσε όλα. Τώρα όμως το ελβετικό μου βιολογικό ρολόι δεν σήκωνε άλλη καθυστέρηση κ’ είχε έρθει η ώρα της αλήθειας.

  • Ωραίο το σπίτι σου. Μόνος μένεις εδώ;
  • Ναι, απάντησα μονολεκτικά και κοίταξα το στέρεο πάνω στο σκρίνιο.

Ήμουν σε πολύ κρίσιμη φάση μιλάμε, προλάβαινα δεν προλάβαινα να φτάσω μέχρι τη χέστρα. Ενώ η Φωτεινή μια με ευχαριστούσε και μου ‘λεγε πόσο καλός άνθρωπος είμαι, και μια μου ζητούσε συγγνώμη για το επεισόδιο κλαίγοντας τη μοίρα της και κάνοντας νευρικές χειρονομίες, εγώ σηκώθηκα αργά-αργά όρθιος και πλησίασα το στέρεο. Κάθε ανθρώπινη έκφραση είχε εξαφανιστεί από το πρόσωπό μου κι έμοιαζα με ψυχρό ανθρωποειδές ρομπότ που εκτελεί μηχανικά μια εργασία. Ένας κρύος ιδρώτας άρχισε να με λούζει, καθώς συνειδητοποίησα ότι υπήρχε μέγας κίνδυνος να χέσω τα βρακιά μου μπροστά στην κοπέλα και να γίνω η απόλυτη ξεφτίλα του πλανήτη, ίσως και του σύμπαντος.

Σφιγγόμουν σαν αρσιβαρίστας τη στιγμή του αρασέ, όταν σήκωσα το καθαρό μου χέρι κι έβαλα έναν σταθμό στο ραδιόφωνο, με σχετικά δυνατή ένταση, προκειμένου να καλύψω τους δυσάρεστους ήχους που εντός ολίγου θα έβγαιναν απ’ το μπάνιο. Κι ενώ η Φωτεινή συνέχιζε να λέει λόγια που μέσα στην αγωνία μου ποτέ δεν πρόσεξα για να τα θυμάμαι, την διέκοψα και της είπα με ψυχρό τόνο:

  • Φωτεινή. έρχομαι σε λίγο.

Πήγα στο μπάνιο και μετά βίας πρόλαβα να ξαναπλύνω τα χέρια μου, πριν καθίσω να ξαλαφρώσω. Εντέλει όμως, όλα πήγαν καλά. Μετά από λίγο γύρισα και πάλι στο σαλόνι, έχοντας ξαναβρεί τον παλιό μου καλό εαυτό! Το ραδιόφωνο έπαιζε κάτι ελληνικά κλαψιάρικα του ογδόντα.

  • Συγγνώμη που σε διέκοψα. Τι έλεγες; είπα με ευθυμία κι άναψα ξανά ένα τσιγάρο, σκέτη απόλαυση αυτή τη φορά.
  • Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω, είπε με φωνή που έβγαινε μόνο απ’ το στόμα της, καθώς τα ρουθούνια της ήταν ακόμα στουμπωμένα με τα ταμπόν.
  • Δεν τρέχει τίποτα. Θα με κεράσεις μια μέρα έναν καφέ ή καμιά μπύρα και είμαστε πάτσι.

Άρχισε να πειράζει τα χαρτιά στη μύτη της κι εγώ βρήκα ευκαιρία όταν δεν κοιτούσε, να ρίξω άλλο ένα βλέφαρο στα πόδια της! Είχε πολύ ωραία πόδια, πανάθεμα.

  • Λες να τα βγάλω τώρα; ρώτησε.
  • Αμέ, της λέω. Δοκίμασε και βλέπουμε.

Όσο να βγάλει τον πάγο και τα ταμπόν, εγώ έφερα ένα κομμάτι χαρτί κουζίνας και τα τύλιξα εκεί μέσα για να τα πετάξω. Ύστερα κάθισα ξανά στον καναπέ δίπλα της.

  • Λοιπόν; Πώς αισθάνεσαι; τη ρώτησα.
  • Λίγο καλύτερα. Αλλά… μπορώ να καθίσω λίγο ακόμα; είπε διστακτικά. Ελπίζω να μην σε βγάζω απ’ το πρόγραμμά σου. Συγγνώμη κιόλας.
  • Μην το σκέφτεσαι. Κάτσε όσο θες.

Προσπάθησα να σκεφτώ τίποτα έξυπνο για να την κάνω να γελάσει και να εκτονώσει λίγο τον νταλκά που τράβηξε, αλλά δεν μου ‘ρχόνταν κάτι κι έτσι αντί αυτού τη ρώτησα:

  • Μπορώ να κάνω τίποτε άλλο για σένα; Θες ένα χυμό; Ή αν θες, πετάγομαι και σου παίρνω τίποτα να τσιμπήσεις για να στανιάρεις λίγο, καμιά μπουγάτσα και τέτοια. Μη μασάς για τα φράγκα, κερνάω εγώ.

Καθώς εγώ απορούσα με τα κρυμμένα μέσα μου αποθέματα υπέρμετρου φιλότιμου, αυτή χαμογέλασε γλυκά και αρνήθηκε με ευγένεια. Ύστερα περάσαμε στις ερωτήσεις που κάνουν δύο άνθρωποι όταν γνωρίζονται. Κατάγονταν απ’ τη Βέροια και είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη γιατί είχε περάσει στα Τεφά· ήταν φοιτήτρια. Και, καθώς είχα ορθά υπολογίσει, ήταν όντως δύο χρόνια μικρότερή μου, στα είκοσι.

Είχε λιώσει μέσα στην πολυθρόνα και μ’ άρεσε η άνεσή της, έτσι που είχε απλώσει τις ποδάρες της σχεδόν μπροστά μου. Οι βραχίονές της ακουμπούσαν πάνω στα μπράτσα της πολυθρόνας και οι παλάμες της κρέμονταν στον αέρα απ’ τον καρπό και κάτω, αλλά κάποιες φορές που έκανε χειρονομίες κι έπειτα έβαζε τα χέρια της πάλι πίσω στα μπράτσα της πολυθρόνας, κινδύνευε ν’ αγγίξει το ένα μπράτσο με το ματωμένο το χέρι της και άρχισα να αγχώνομαι. Αυτή μιλούσε κι εγώ έριχνα κλεφτές ματιές στο χέρι της και σκεφτόμουν ότι αν αγγίξει το μπράτσο και μου λερώσει την αναθεματισμένη την πολυθρόνα, θα την αρπάξω έτσι όπως κάθεται και θα την πετάξω απ’ το μπαλκόνι μαζί με την πολυθρόνα.

  • Κι εσύ με τί ασχολείσαι;
  • Είμαι εργάτης στα γεωτεχνικά έργα, φτιάχνω το μετρό της Θεσσαλονίκης, της είπα κι αυτή αμέσως κοίταξε τα χέρια και τα μπράτσα μου. Που να με πάρει η ευχή, με το που την είδα να με κοιτάζει έτσι, πήρα τα πάνω μου και κορδώθηκα σαν το παγόνι όταν ανοίγει την ουρά του, ο ανισόρροπος.
  • Πολύ ενδιαφέρον, έκανε αυτή. Τί γίνεται αλήθεια με το μετρό, προχωράει;

Εγώ απάντησα, αλλά το μυαλό μου ήταν στην πολυθρόνα. Σκέφτηκα να τη ρωτήσω αν θέλει να πάει στην τουαλέτα για να φρεσκαριστεί λίγο -πρόφαση βέβαια, για να πάει και να το πλύνει επιτέλους το ρημάδι το βρωμόχερό της- αλλά η τουαλέτα εκείνη τη στιγμή ήταν πιο απαγορευμένη κι από ναρκοπέδιο· έτσι κι έμπαινε η τύπισσα εκεί μέσα εκείνη τη στιγμή, θα λιποθυμούσε με τη μία απ’ τη σκατίλα. Είχα ανοίξει βέβαια το παραθυράκι, αλλά σίγουρα λίγα λεπτά καθαρού αέρα δεν έφταναν να ξεπλύνουν τη μπόχα απ’ τους χωνεμένους ρινόκερους που είχα κατεβάσει το χτεσινό βράδυ με την τσακαλοπαρέα, σε μια απ’ αυτές τις πολύ βρώμικες ψησταριές, που συνήθως όμως έχουν τα πιο νόστιμα κρέατα οι άτιμες.

  • Είναι σίγουρα δύσκολη δουλειά, έτσι δεν είναι;
  • Ναι. Και τα λεφτά είναι λίγα, είπα και κοίταξα αδέξια το χέρι της.

Και τότε, για κακή μου τύχη, προδόθηκα από εκείνο το αδέξιο βλέμμα μου, που το ακολούθησε η Φωτεινή με το δικό της, για να δει το χέρι της με το ξεραμένο αίμα. Ανακάθισε αλαφιασμένη.

  • Πρέπει να πάω να πλυθώ, είπε κι αλαφιάστηκα κι εγώ με τη σειρά μου.
  • Ε, λυπάμαι, δεν μπορείς τώρα. Σε λίγο, της είπα, ευχόμενος να μην κάνει την ερώτηση που φοβόμουν ότι θα κάνει και που δυστυχώς την έκανε:
  • Γιατί;

Ένας ατέλειωτος αριθμός από ανθρώπινα “γιατί“, είναι που λάξευσε το υπέροχο άγαλμα του πολιτισμού μας, από τον βράχο της άγνοιας και της στασιμότητας. Αλλά τώρα τι να της έλεγα; Ότι αν πάει στο μπάνιο εκείνη τη στιγμή, θα δει τα σιφόνια ανάποδα;

  • Είναι κατειλημμένη αυτή τη στιγμή η τουαλέτα, δυστυχώς – δεν ξέρω κι εγώ τι σκεφτόμουν και το ‘πα αυτό.
  • Μα, εσύ δεν είπες ότι μένεις μόνος;
  • Ναι, αλλά. είχα κιόλας αρχίσει να εκνευρίζομαι με την επιμονή της.
  • Αλλά τί;
  • Περίμενε λίγο, έκανα αμήχανα κι έριξα τα μάτια μου χαμηλά, προσπαθώντας να σκεφτώ την επόμενη βλακεία που θα ξεστόμιζα. Μάγκα μου, είχε πολύ ωραία πόδια μιλάμε, ξάφνου μου ‘ρθε να πέσω κάτω και να τα δαγκώσω σαν κάνας κανίβαλος.
  • Τί να περιμένω;

Τότε τα πήρα άγρια στο κρανίο. Έγειρα μπροστά, την κοίταξα συνοφρυωμένος μια ψιλή, και της είπα αργά και με στόμφο:

  • Γιατί πριν λίγο έριξα ένα τρελό χέσιμο, και τώρα θα βρωμοκοπάει σαν τους στάβλους του Αυγεία, γι’ αυτό.

Στην αρχή έμεινε ανέκφραστη για λίγο. Μετά γέλασαν τα μάτια της κ’ ύστερα άρχισε φανερά να σφίγγει τα χείλη της να μη γελάσουν. Και προτού να πεις “κυκλάμινο“, ξέσπασε σε ασυγκράτητα χαχανητά, διπλωμένη στα δύο μέσα στην πολυθρόνα μου κι εγώ να μην ξέρω πού να κρυφτώ απ’ τη ντροπή μου. Μάγκα μου, μου ‘ρθε να την βαρέσω σου λέω. Σε λίγο όμως πήρε σιγά-σιγά να ηρεμεί, ώσπου κάποτε, μετά από δευτερόλεπτα που ‘κρύβαν μέσα τους αιώνες, επιτέλους κόπασε κι απόμεινε απλώς να με κοιτάζει, κόκκινη και με τα μάτια της βουρκωμένα απ’ το γέλιο, εξακολουθώντας ακόμα να χαμογελάει έντονα. Κ’ είχε πολύ ωραίο χαμόγελο, πανάθεμά τη.

Σηκώθηκε με αργές κινήσεις κ’ ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Εγώ απόρησα. Κι εκεί που νόμιζα ότι τα ‘χα δει όλα από την τύπισσα, έγειρε προς το μέρος μου, πέρασε το χέρι της γύρω απ’ το λαιμό μου και με φίλησε στο στόμα. Ύστερα σηκώθηκε με αργές κινήσεις και πάλι, πήγε στο χολ, άνοιξε την πόρτα, έβγαλε το ποδήλατό της έξω, και χωρίς να πει τίποτα, έκλεισε ήρεμα την πόρτα πίσω της κι εξαφανίστηκε.

Μάγκα μου, μιλάμε έμεινα χαζός!

Μέρος 2ο

Τις επόμενες μέρες όλο αυτήν σκεφτόμουν, δεν ξέρω γιατί. Εγώ δεν είμαι ρομαντικός και τέτοια, αλλά κάθε φορά που έμπαινα στο σαλόνι, την έβλεπα να κάθεται στην πολυθρόνα μου κι άκουγα τη φωνή της και το γέλιο της και μερικές φορές χαμογελούσα που την άκουγα μες στο μυαλό μου να γελάει! Κι όποτε κατέβαινα απ’ το σπίτι μου, πάντα θα ‘ριχνα μια ματιά σ’ εκείνη τη μεταλλική κολόνα που στο παρελθόν δεν είχα προσέξει καν ότι υπήρχε εκεί. Νομίζω ότι μάλλον ήμουν ερωτευμένος!

Και έπειτα σκεφτόμουν, γιατί στην ευχή δεν έκανα να την σταματήσω όταν πήγε να φύγει, για να της κλείσω κάνα ραντεβού ή έστω για να της ζητήσω το νούμερο του κινητού της. Αλλά φαντάζομαι, ήμουν κι εγώ τόσο αποσβολωμένος απ’ όλα αυτά που είχαν συμβεί, που δεν λειτουργούσα όπως συνήθως. Ακόμα και οι μόρτες τα φιλαράκια μου ξεράθηκαν στα γέλια όταν τους τα διηγήθηκα όλα αυτά και απόρησαν κι αυτοί πώς την άφησα την τσαπερδόνα να μου ξεφύγει έτσι αμαχητί.

Έτσι κύλησαν οι επόμενες μέρες, ώσπου το απόγευμα της Τετάρτης, γυρνώντας από τη δουλειά, βρήκα περασμένο κάτω από την πόρτα μου έναν άσπρο φάκελο, χωρίς διακριτικά, ανάμεσα σε κάτι διαφημιστικά φυλλάδια από πιτσαρίες. Τον άνοιξα μες στην περιέργεια. Σ’ ένα άσπρο χαρτάκι, έγραφε με πολύ ωραία γράμματα:

“Τί θα ‘λεγες για κείνη τη μπύρα που σου χρωστάω; Αν θέλεις να με ξαναδείς, έλα αύριο το βράδυ μετά τις εννιά, στον ‘Ανεμόμυλο’, στο λιμάνι. Θα χαρώ πολύ να σε δω. Φωτεινή!”

Μάγκα μου, κόντεψε να σπάσει η καρδιά μου απ’ τη χαρά! Το διάβαζα και το ξαναδιάβαζα και δεν χόρταινα να το διαβάζω κ’ ήδη είχα πάρει να σκέφτομαι τι θα φορέσω και τι μπορώ να κάνω για να δείχνω όσο καλύτερα γίνεται. Σήκωσα αμέσως το τηλέφωνο κι έκλεισα ένα επείγον ραντεβού στη Βούλα την κομμώτρια κι έπειτα άνοιξα τη ντουλάπα κι άρχισα να δοκιμάζω συνδυασμούς ρούχων.

Προτίμησα κιόλας να ξυριστώ απ’ την Τετάρτη ώστε να προλάβει το δέρμα μου να συνέλθει μέχρι το βράδυ της Πέμπτης, αφού ούτως ή άλλως δεν είμαι από κείνους τους Βησιγότθους με την τρελή τεστοστερόνη που ξυρίζονται το πρωί και το βράδυ έχουν γένια. Επίσης αποφάσισα να μείνω μέσα και να κοιμηθώ νωρίς, για να είμαι ξεκούραστος την αύριο. Έκανα και κάτι ψιλοκαθαριότητες, όχι ότι χρειάζονταν -γιατί είμαι αληθινό φρικιό με την καθαριότητα και το σπίτι το ‘χω πάντα τζιτζιλόνι- αλλά αν τελικά καταλήγαμε στο σπίτι μου μετά τον Ανεμόμυλο, θα αισθανόμουν πολύ καλύτερα. Σ’ αυτή τη σκέψη, θεώρησα ότι θα ‘ταν επίσης καλύτερο να εξοπλίσω και το ντουλάπι την κάβα μου με κάνα έξτρα κρασί, κι έτσι, γυρνώντας απ’ το κομμωτήριο, έκανα και μια επίσκεψη στο παντοπωλείο του κυρ-Τάσου από κάτω.

Την επομένη, με την προσμονή ενός όμορφου γεγονότος, οι ώρες της δουλειάς πέρασαν εύκολα και το ίδιο εύκολα πέρασαν οι ώρες μέχρι το ραντεβού, γιατί περιλάμβαναν εκείνη την ιεροτελεστία της ετοιμασίας. Τελικά ντύθηκα “ημιεπίσημα” θα ‘λεγε κανείς, γιατί δεν ήξερα τι να περιμένω· ένα τζινάκι, μια άσπρη πουκαμισιά και το μαύρο σακάκι μου. Παλτό δεν φόρεσα, γιατί ήταν μια πολύ ζεστή νύχτα για Μάη μήνα. Είχα τέτοιονε ενθουσιασμό, που μέχρι κι ένα τριανταφυλλάκι σκέφτηκα ο αθεόφοβος να της πάρω -παρόλο που εγώ δεν κάνω τέτοια ξενέρωτα πράγματα- αλλά μετά ήρθα στα συγκαλά μου κι έδωσα αμέσως άκυρο σ’ αυτή τη σκέψη.

Πήρα ύφος και πέρασα την είσοδο του Ανεμόμυλου στις εννιά και πέντε ακριβώς. Το μαγαζί αυτό είναι τεράστιο, αλλά δεν είχε πολύ κόσμο εκείνο το βράδυ κι έτσι δεν άργησα να διαπιστώσω ότι το ραντεβού μου δεν είχε έρθει ακόμα. Όμως πριν καθίσω σ’ ένα τραπέζι, είπα την τελευταία στιγμή να τσεκάρω και το πατάρι, έτσι για να ‘μαι σίγουρος.

Εκεί ήταν η Φωτεινή και εκεί ήταν που με περίμενε μια μεγάλη έκπληξη!

Από τον τοίχο φάτσα-κάρτα στις σκάλες, κρέμονταν ένα μεγάλο άσπρο πανό που έγραφε “Σχολές Χορού, Τζέιμς Άνταμς, βραδιές χορού, κάθε Πέμπτη στις 21:00, στον Ανεμόμυλο”, και μπροστά του, σ’ ένα χώρο απ’ όπου είχαν αφαιρεθεί οι καρέκλες και τα τραπέζια και είχαν στοιβαχτεί σε μια γωνιά της ημισκότεινης αίθουσας ώστε να δημιουργηθεί ένα μέρος για πίστα, γύρω στα εφτά-οχτώ ζευγάρια, άντρες και γυναίκες, χόρευαν αγκαλιασμένοι εκείνους τους επίσημους χορούς, σαν ταγκό και τέτοια, που στα δικά μου τα μάτια και τα αυτιά μοιάζουν όλα ίδια.

Γύρω – γύρω στην αίθουσα κάποιοι τους κοιτούσαν, άλλοι όρθιοι, άλλοι καθισμένοι στις καρέκλες (ανάμεσά τους και η Φωτεινή, που δεν με είχε δει μέχρι τότε), ενώ κάποιοι τύποι με τις ντάμες τους κάθονταν στα σκαμπό του μπαρ με τα αναμμένα κεριά. Εκεί πήγα κι εγώ, όπου άναψα αμέσως τσιγάρο για να σκοτώσω την αμηχανία μου και παρήγγειλα ποτό απ’ τον φαρμακοτρίφτη τον μπάρμαν. Ήμουν εντελώς έξω απ’ τα νερά μου μιλάμε.

Όταν τέλειωσε το κομμάτι που έπαιζε, κάποια απ’ τα ζευγάρια που χόρευαν κάθισαν στις καρέκλες και κάποια άλλα σηκώθηκαν και πήραν τη θέση τους στην πίστα, ανάμεσά τους και η Φωτεινή με τον παρτενέρ της, έναν χτικιάρη ψηλολέλεκα με γλυμμένο μαλλί, που έδειχνε όμως πολύ φινετσάτος ο άτιμος! Και μόλις ξεκίνησε να παίζει το επόμενο κομμάτι κι άρχισε η Φωτεινή να χορεύει, ξεκίνησε και η μυσταγωγία μου σε κάτι άγνωστο για μένα μέχρι εκείνη τη στιγμή, που φώτισε όμως τον κόσμο μου και άλλαξε τη ζωή μου για πάντα!

Εγώ, όπως ήδη προείπα, δεν είμαι ρομαντικός και τέτοια, αλλά μάγκα μου, αν υπάρχουν άγγελοι, έτσι πρέπει να μοιάζουν! Τίποτα πάνω της δεν θύμιζε την τσαλακωμένη τύπισσα που είχα στο σαλόνι μου πριν λίγες μέρες, ίσως μόνο το καρούμπαλο στο μέτωπό της, που κι αυτό είχε ήδη υποχωρήσει αρκετά και διακρίνονταν μόνο όταν φωτίζονταν υπό γωνία. Ήταν ο,τι πιο όμορφο είχα δει ποτέ στη ζωή μου! Κάποτε το βλέμμα της συναντήθηκε τυχαία με το δικό μου για μια στιγμούλα κι έδειξε να εκπλήσσεται, μετά από λίγο με ξανακοίταξε, κι όταν είχε πια πιστοποιήσει ότι όντως ήμουν εγώ, μου χαμογέλασε με τα μάτια της και ξαναπήρε τη σοβαρή έκφραση που είχε καθώς χόρευε.

Μάγκα μου, εκείνο το τριανταφυλλάκι! Πόσο μετάνιωσα τελικά που δεν της το πήρα! Το άξιζε με τα χίλια, όλα τα λουλούδια της γης θα άξιζε, αν και θα ‘δειχναν φτωχά και άκομψα μπροστά της! Την κοίταζα μέσα στο ντελικάτο μαύρο φόρεμά της, με τα ξανθά μαλλιά της να λάμπουν σαν χρυσάφι κάτω απ’ τα πορτοκαλί προβολάκια που την φώτιζαν, αφημένη σε μιαν ακαθόριστη μαγεία, να διαγράφει εκείνες τις φιγούρες και τις ενάερες πιρουέτες, και θα ορκιζόμουν ότι δεν πατούσε στη γη!

Και τα υπέροχα πόδια της, μέσα στα μαύρα ψηλοτάκουνα που φορούσε, έδειχναν τώρα ακόμα πιο υπέροχα, αλλά δεν τα έβλεπα πια όπως πριν, κάθε σεξουαλική μου επιθυμία είχε αναχαιτιστεί και τα ‘νιωθα πλέον σαν κάτι ιερό, ανώτερο, απαγορευμένο στους κοινούς θνητούς. Και πήρα ξάφνου να μισώ εκείνο τον λιγδιάρη που την ακουμπούσε, όσο και να τον ζηλεύω και να τον θαυμάζω.

Και ένιωσα άξαφνα, ότι αν μπορούσα να ανταλλάξω τα μπράτσα μου και τις πλάτες μου με το αδύναμο και λεπτό του σώμα, θα το έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη, μόνο για να πλησιάσω περισσότερο σ’ αυτό που ήταν αυτή και ο κόσμος της. Κι άρχισαν τότε να με σφυροκοπάνε αμείλικτα σκέψεις που με κατέκριναν και με ήλεγχαν για ο,τι είμαι. Χαλάστηκα άσχημα, όχι από πίκρα όμως, αλλά από μια μελαγχολία, που ήταν ο,τι γλυκύτερο και ζεστότερο έχω νιώσει ποτέ!

Ήθελα ξάφνου να γίνω καλύτερος για πάρτη της, να της αξίζω, να σταματήσω να βρίζω και να μιλάω μάγκικα και ν’ αρχίσω να διαβάζω πού και πού κάνα βιβλίο, ίσως και να πάω στο νυχτερινό και να τελειώσω και την τελευταία τάξη του Λυκείου, ίσως ακόμα και να γίνω μια μέρα Ποιητής, για να της γράφω όμορφα πράγματα και να της τα αφιερώνω, γιατί αυτοί οι τσίφτες γράφουν πολύ όμορφα πράγματα και ξέρουν να χρησιμοποιούν πολύ όμορφες λέξεις για να πουν αυτό που θέλουν. Θαύμασα τον εαυτό μου για τις σκέψεις μου κι όταν κατάλαβα γιατί συνέβαινε αυτός ο πρωτοφανής εγκέλαδος μέσα μου, θαύμασα τον Έρωτα και τη δυνατή επιρροή που έχει στην καρδιά του ανθρώπου που κατακτά!

Όταν τέλειωσε το κομμάτι κι ο χορός, η Φωτεινή σχεδόν έτρεξε προς το μέρος μου και στάθηκε μπροστά μου χαμογελώντας, ελαφρώς λαχανιασμένη.

  • Φωτεινή, είσαι πανέμορφη, της είπα, προσπαθώντας να κρύψω τα μέλια και τα σορόπια που έσταζα.
  • Ευχαριστώ! Κι εσύ είσαι κούκλος, μου είπε κι έσκυψε και με φίλησε στο μάγουλο. Μάγκα μου, καταστράφηκα όταν το ‘κανε αυτό.

Μετά από τρεις ακόμα χορούς της, τους καληνύχτισε όλους και φύγαμε. Πήραμε να περπατάμε ήρεμα στην παραλιακή, συζητώντας διάφορα πράγματα, γελώντας με τα χαζοαστεία που πετούσα κάπου-κάπου και χαζεύοντας τον υπόλοιπο κόσμο που είχε κατέβει να σουλατσάρει εκείνη τη ζεστή νύχτα στην παραλία της πόλης. Κάποια στιγμή, καθώς μιλούσε, μου έπιασε το χέρι και, στ’ αλήθεια μάγκα μου, νόμιζα ότι θα βγει η ψυχή μου από κείνη την έκσταση που ένιωσα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι αντιδρούσα έτσι, σαν κάνα άβγαλτο μόμολο που πρώτη φορά πλησιάζει ερωτικά μια γυναίκα και τρέμει το φυλλοκάρδι του μην κάνει και πει τα λάθος πράγματα.

Κάποτε συναντήσαμε ένα άδειο παγκάκι στο πάρκο πίσω απ’ το Βασιλικό Θέατρο, όπου και καθίσαμε, ανάμεσα στ’ ανθισμένα δέντρα και τα λουλούδια, που τα φώτιζαν απαλά στην ησυχία της νύχτας οι φανοστάτες! Κάθισε πρώτη αυτή κι έπειτα εγώ, όταν, προς μεγάλη μου έκπληξη, μετακινήθηκε προς το μέρος μου και κόλλησε το σώμα της στο δικό μου. Την κοίταξα με έκπληξη και με κοίταξε κι αυτή. Κ’ ύστερα σκύψαμε αργά τα χείλη μας στο πρώτο μας επίσημο φιλί, που σηματοδοτούσε την έναρξη της σχέσης μας!

Σε λίγο καθόμασταν σιωπηλοί -εγώ πράος όσο ποτέ άλλοτε- και κοιτούσαμε τα φώτα του λιμανιού απέναντι, ενώ η Φωτεινή ακουμπούσε το κεφάλι της στον αριστερό μου ώμο, όταν ξαφνικά και απροσδόκητα, χωρίς να ξέρω γιατί, πήρε να ξεκαρδίζεται στα γέλια.

  • Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω το τελευταίο πράγμα που μου είπες, λίγο πριν φύγω από το σπίτι σου, είπε χαχανίζοντας γλυκά!

Μέρος 3ο

Έτσι ξεκίνησε η ομορφότερη ιστορία της ζωής μου μέχρι τα είκοσι δύο μου χρόνια! Και τώρα, δύο χρόνια μετά, μπορώ να σας πω ότι τα πράγματα πηγαίνουν απ’ το καλό στο καλύτερο.

Η Φωτεινή τελείωσε τη γυμναστική ακαδημία, αλλά δεν κατάφερε να διοριστεί ακόμα κι έτσι έψαξε για πρωινή δουλειά και τη βρήκε σ’ έναν απ’ τους καλύτερους φούρνους της Θεσσαλονίκης. Μένουμε μαζί στο σπίτι μου και η συμβίωσή μας είναι άριστη. Εγώ πήγα όντως στο νυχτερινό και τέλειωσα το Λύκειο κι άρχισα να διαβάζω κάθε είδους βιβλίο που πέφτει στα χέρια μου. Δεν χρειάζεται να σας πω πόσο περήφανη είναι για μένα η Φωτεινή, θα σας πω μόνο, ότι μόλις της είπα πως όλα αυτά τα πυροδότησε εκείνη, την είδα κυριολεκτικά να λιώνει για μένα! Έτσι είναι η αγάπη, θέλει θυσίες! Γράφτηκα μάλιστα κι εγώ στη σχολή χορού και τώρα χορεύουμε μαζί (κι έχω γίνει τρελός καβαλιέρος μπορώ να σας πω)! Έκοψα και τις βρισιές και τη μάγκικη ορολογία, αλλά το “μάγκα μου” το κράτησα, γιατί μ’ αρέσει πολύ αυτή η έκφραση και δεν νομίζω να σταματήσω ποτέ να τη χρησιμοποιώ. Βέβαια, δεν κατάφερα ακόμα να γίνω Ποιητής -είναι πολύ δύσκολο πράγμα η άτιμη η Ποίηση- αλλά, να, αποφάσισα να κάνω τα πρώτα μου βήματα στο έδαφος της λογοτεχνίας μ’ αυτό το πενιχρό διήγημα, που το έγραψα με τον τρόπο που μιλούσα παλιά και που θα μπορούσα να πω ότι μοιάζει κάπως με παραμύθι, αλλά δεν είναι ακριβώς παραμύθι, γιατί φαντάζομαι ότι στην αληθινή ζωή λίγα πράγματα μοιάζουν με παραμύθια!

Ωστόσο, όπως τα παραμύθια, ίσως κρύβει κι αυτό ένα μήνυμα: ότι ο άνθρωπος αλλάζει, αλλά μόνο αν βρει έναν λόγο για να το κάνει και μόνο αν πραγματικά το θέλει, μόνο αν προσανατολιστεί ολοκληρωτικά προς αυτό τον ευγενή στόχο και είναι έτοιμος να θυσιάσει κάποια πραγματάκια για να το καταφέρει. Και μπορεί τότε, από ένας φτωχός πνευματικά άνθρωπος, να γίνει πλουσιότερος, να μεταμορφωθεί.

Περίπου σαν την Σταχτοπούτα του γνωστού μας παραμυθιού!

Ναι μάγκα μου!