Η έκθεση μαθητή για την Ελληνική επανάσταση του 1821

Η έκθεση μαθητή για την Ελληνική επανάσταση του 1821

Στις 25 του Μαρτίου γιορτάζουμε την επέτειο της 25ης Μαρτίου, πράγμα που μου φαίνεται λογικό, επειδή αν ήταν η επέτειος της 26ης Μαρτίου, θα τη γιορτάζαμε στις 26 του μήνα. Αλλά η μάνα μου μετά μου είπε ότι δεν την λένε έτσι την επέτειο και ότι είναι η μέρα που γιορτάζουμε την έναρξη της Επανάστασης του 1821.

Όταν τη ρώτησα γιατί επαναστατήσαμε, μου είπε ότι μας είχαν σκλαβώσει οι Τούρκοι για 400 χρόνια και αποφασίσαμε να ξεσηκωθούμε και εγώ το βρήκα πολύ φυσιολογικό διότι μια μέρα έκατσα να δω Σουλεϊμάν στην τηλεόραση με τη μάνα μου και βαρέθηκα τη ζωή μου, οπότε φαντάσου πόσο θα είχαν μπαφιάσει εκείνοι που πρέπει να τον βλέπουν 400 χρόνια σερί.

Απόρησα που μας πήρε τόσο να επαναστατήσουμε κι εκείνη μου είπε ότι ήμασταν λιγότεροι και δεν είχαμε όπλα και στρατιώτες και άλογα κι έπρεπε να προτοιμαστούμε πρώτα και μου φάνηκε κι αυτό φυσιολογικό, διότι ως λαός πάντα πηγαίναμε με το πάσο μας. Εδώ το κτίριο στο Φιξ μας πήρε 30 χρόνια να το ανακαινίσουμε κι ακόμα μερεμέτια κάνουμε, ε, δεν θα μας έπαιρνε 3-4 αιώνες να σχεδιάσουμε μια επανάσταση;

Ο μπαμπάς μου είπε ότι την επανάσταση του 1821 άρχισε να την οργανώνει μια φιλική εταιρεία και τον κοίταξα με μισό μάτι, γιατί τις προάλλες που τον απολύσανε από τη δική του εταιρεία, μόνο φιλικοί δεν ήταν κι όταν ο πατέρας μου πήρε στο κυνήγι το αφεντικό του με μια καρέκλα και τον φώναζε «μνημονιακό», στείλανε κάτι σεκιουριτάδες και τον βγάλανε έξω σηκωτό. Αλλά μετά μου είπε ότι εκείνη η εταιρεία δεν είχε σχέση με τις τωρινές — μάλλον ήταν πιο σοσιαλιστές όλοι τότε, αν και ο μπαμπάς μου έχει πει να μην τη λέω αυτή τη λέξη γιατί φοβάται μη μας περάσει η γειτονιά για ΠΑΣΟΚους και μας κρεμάσουν κουδούνια.

Ρώτησα κι άλλες πληροφορίες τους γονείς μου, αλλά δεν θυμόντουσαν και πολλά, πέρα από μερικά ονόματα: τον Κανάρη, τον Καραϊσκάκη, τον Κολοκοτρώνη, τον Μπότσαρη και τη Μπουμπουλίνα – λες και μου διάβαζαν τον τηλεφωνικό κατάλογο αλφαβητικά ήταν.

Αποφάσισα, λοιπόν, να μπω στο ίντερνετ και να ψάξω στο Google πληροφορίες, αλλά ο αδελφός μου προσπαθεί εδώ κι ένα μήνα να περάσει την πίστα 147 στο Candy Crush και δεν αφήνει κανέναν να πλησιάσει το κομπιούτερ. Θα δοκίμαζα να ρωτήσω ξανά τον υπερήλικα γείτονά μας, που είναι διακοσίων ετών, αλλά έχουμε έξι μήνες να τον δούμε και η μάνα μου παραπονιέται, επειδή το σπίτι του έχει αρχίσει να μυρίζει περίεργα και όποτε του χτυπά το κουδούνι για να του το πει, εκείνος δεν ανοίγει.

Ευτυχώς, όμως, που είχε η τηλεόραση κάτι ταινίες αφιερωμένες στη μέρα, οπότε έμαθα μερικά πραγματάκια, όπως για έναν από τους αγωνιστές του 1821, τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, που ήταν παπάς και νίκησε έναν Δράμα Λη στα Δερβενάκια. Και μου φάνηκε περίεργο αυτό, διότι τι δουλειά είχε ο Κινέζος με τους Τούρκους;

Μετά είχε στο καπάκι μια ταινία για τη Μαντώ Μαυρογένους που ήταν πλούσια και πούλησε την προίκα της για ν’ αγοράσει καράβια κι έγινε η πρώτη εφοπλίστρια. Και μετά ερωτεύτηκε τον Υψηλάντη Φυσσούν ή κάτι τέτοιο, γιατί στο ενδιάμεσο είχε ξεκινήσει και η Ελληνοφρένεια και έκανα συνέχεια ζάπινγκ, ώσπου στο τέλος εμφανίστηκε κι ο Αποστόλης ντυμένος τσολιάς και μπέρδεψα τελείως τα προγράμματα.

Η μάνα μου, όμως, μου είπε να μην παίρνω στα σοβαρά τις ταινίες, διότι δεν δείχνουν τα γεγονότα όπως ακριβώς έγιναν. Έτσι εξηγείται και ο Κινέζος στα Δερβενάκια, αλλά κι εκείνα τα Ορκ που είδαμε τις προάλλες στο «300» και ψαχνόμασταν.

Η μάνα μου είπε ότι αν θέλω να μάθω την αλήθεια, θα πρέπει να ψάξω σε μια εγκυκλοπαίδεια. Τη ρώτησα αν έχουμε καμία να μου δώσει να διαβάσω, αλλά το τελευταίο βιβλίο που μας είχε μείνει σπίτι το πέταξε τις προάλλες ο πατέρας μου σε κάτι γάτες που νιαούριζαν κάτω από το μπαλκόνι μας. Βρήκα κάτι περιοδικά της μάνας μου και ξεφύλλισα, αλλά κανένα δεν είχε ιστορικά θέματα, εκτός από ένα που έλεγε «Δέκα τρόποι να κάνετε σεξ που θα μείνει στην Ιστορία».

Έχει κι ο πατέρας μου κάτι περιοδικά, αλλά τα κλειδώνει στο γραφείο του και δεν μ’ αφήνει να τα δω. Βασικά, δεν αφήνει κανέναν να τα δει κι όποτε είναι να τα διαβάσει, τον βλέπω που τα παίρνει κρυφά μαζί του στο μπάνιο και κλειδώνεται μέσα.

Ευτυχώς που ο αδελφός μου έχασε όλες τις ζωές του στο Candy Crush και βρήκα ευκαιρία να κάτσω για μισή ώρα στον υπολογιστή. Οπότε, πληκτρολόγησα «Ελληνική Επανάσταση» στο Google και μου βγήκε πρώτη πρώτη η σελίδα στη Βικιπαίδεια και πολύ χάρηκα που δεν κουράστηκα.

Μπορεί να φταίει και το γεγονός ότι είναι η μοναδική περίπτωση που έκαναν ποτέ επανάσταση οι Έλληνες, οπότε δεν είχε και πολλά αποτελέσματα να βρει το Google. Αλλά μετά μπήκα στο άρθρο και μου κόπηκε μαχαίρι η χαρά, γιατί είχε οχτώ εκατομμύρια λέξεις και σιγά μην καθόμουν να διαβάσω όλο αυτό το μακρυνάρι — εγώ τα βασικά ήθελα να μάθω, οπότε έκατσα και είδα τις εικόνες μόνο.

Πρώτο πρώτο είχε τον Παλαιών Πατρών Γερμανό που ευλογούσε τη σημαία και πολύ μπερδεύτηκα, διότι νόμιζα ότι οι Γερμανοί είχαν έρθει το 1940 εδώ — τι θέλανε τώρα και μπλεκόντουσαν και στις άλλες επετείους και μας τα έκαναν μαντάρα;

Η μάνα μου μου είπε ότι δεν ήταν κανονικός Γερμανός, αλλά έτσι τον λέγανε. Κάπως σαν τη Ναταλία Γερμανού, δηλαδή, που είναι ελληνίδα κι από τους Γερμανούς έχει πάρει μόνο το όνομα και την ξινίλα στη μούρη.

Αυτός ο Γερμανός, λοιπόν, ευλόγησε τη σημαία, αλλιώς δεν θα μας καθόταν νίκη που να κωλοχτυπιόμασταν στο πάτωμα. Και μετά είχε μια εικόνα με τον Υψηλάντη -όχι τον Φυσσούν της Μαυρογένους, έναν συνονόματο- που πήγε να ξεκινήσει την επανάσταση στη Μολδαβία και κάπου εκεί ξαναμπερδεύτηκα διότι αφού ήταν Ελληνική η Επανάσταση, τι δουλειά είχαμε να τρέχουμε στη Μολδαβία και να πλακωνόμαστε — λες και δεν είχαμε κι εδώ Τούρκους κι έπρεπε να δανειστούμε και των ξένων.

Στο καπάκι, όμως, άρχισε κι η επανάσταση στην Πελοπόννησο και κατάλαβα γιατί ξεκίνησαν από τη Μολδαβία τελικά: διότι εμείς περιμένουμε πρώτα να δούμε κάτι να γίνεται στο εξωτερικό για να το αντιγράψουμε μετά, το ίδιο κάνουμε και με τα ριάλιτι. Αφού πήρανε μπρος στην Πελοπόννησο, μετά πήρε σειρά και η υπόλοιπη Ελλάδα κι έγινε της μουρλής.

Και μετά ήρθε πάλι ο αδελφός μου να παίξει Candy Crush και έγινε της μουρλής και στο σπίτι γιατί με έδιωξε από τον υπολογιστή κακήν κακώς και πλακωθήκαμε στις κλωτσιές και τον φώναξα «Κιουταχή» -που τον είχα και πρόσφατο- κι εκείνος νόμιζε ότι τον φώναξα «Ι.Χ.» — τόσο ντουβάρι είναι. Τουλάχιστον είχα ήδη πάρει μια κεντρική ιδέα και θα γέμιζα τα υπόλοιπα κενά με αυτοσχεδιασμό. Ο πατέρας μου μου είπε ότι είναι καλό να μαθαίνουμε ιστορία, ώστε να μην επαναλαμβάνουμε τα λάθη του παρελθόντος.

Ήθελα να τον ρωτήσω αν το γεγονός ότι αυτός ψηφίζει τους ίδιους εδώ και τριάντα χρόνια και μετά κλαίγεται σημαίνει ότι δεν ξέρει καθόλου ιστορία, αλλά κάτι μου έλεγε ότι θα έπεφτε σφαλιάρα και το βούλωσα. Μετά ξεκίνησαν οι ειδήσεις και ο πατέρας μου άρχισε να βρίζει τον Ερντογάν που δεν αφήνει τους Τούρκους να μπούνε στο Twitter και μου είπε ότι οι Τούρκοι έχουν επαναστατήσει και ότι κάποια στιγμή θα ξυπνήσουμε κι εμείς και θα επαναστατήσουμε πάλι ενάντια σε όσους μας κυβερνάνε και πολύ το φοβάμαι αυτό, διότι με το ζόρι έμαθα για τη μία ελληνική επανάσταση, αν πρέπει μετά να διαβάσω και για καινούργια θα μου φύγει ο τάκος.

Αλλά, ευτυχώς, οι δικοί μας πολιτικοί δεν είναι τόσο ηλίθιοι και ξέρουν ότι όσο δεν μας κόβουν το Twitter και το ίντερνετ καθόμαστε στ’ αυγά μας.»