Η ιδιότυπη συµµετοχή του θεατή σε ένα ταξίδι ονειροπόλησης

Η ιδιότυπη συµµετοχή του θεατή σε ένα ταξίδι ονειροπόλησης

Το Μέσα είναι ένα εσωτερικό, αφαιρετικό reality εξάωρης διάρκειας, µια παράσταση, ή πιο σωστά κατάσταση, όπως την ονοµάζει ο Δηµήτρης Παπαϊωάννου, ο οποίος επιζητά την ιδιότυπη συµµετοχή του θεατή σε ένα ταξίδι ονειροπόλησης και αναγνώρισης του εαυτού του µέσα από τους άλλους (και την παράλληλη συνειδητοποίησή του ότι είµαστε όλοι το ίδιο), χωρίς να τον αναγκάζει να µεταβληθεί σε αγχωµένο παρατηρητή ή αναλυτή των νοηµάτων πέρα από το σταθερό κάδρο και το περιεχόµενό του.

Όλα συµβαίνουν σε ένα διαµέρισµα µε µια πόρτα, µια κουζίνα µε τραπέζι και µερικές καρέκλες, ένα µπάνιο κι ένα κρεβάτι. Ο χώρος µοιάζει ενιαίος, αν και στη µέση υπάρχει µια µπαλκονόπορτα που οδηγεί στη θέα µια Αθήνας οικείας. Δε γινόταν να µη µε συναρπάσει το millefeuille από σεντόνια που τύλιγαν τα σώµατα λίγο πριν την υπόγεια διαφυγή τους, και το ποτήρι που άφηνε ο καθένας απ’ αυτούς πριν ξαπλώσει – τα ποτήρια αυτά θα µαζεύονται στο τέλος κάθε βραδιάς, και στο πέρας των παραστάσεων θα δηµιουργήσουν ένα κρυστάλλινο στίγµα, µια εύθραυστη µεταφορά της Αθήνας.

Κάθισα δίπλα στον Δηµήτρη, σ’ ένα ύψος που αντιστοιχεί στον εξώστη του Παλλάς, πίσω από µια βιντεοκάµερα που κατέγραφε, µε τον σκηνοθέτη να παρατηρεί και να ψιθυρίζει παρατηρήσεις, ενώ µετά τον χαιρετισµό µας µε προέτρεψε να βγω αν θέλω για ένα τσιγάρο ή οτιδήποτε άλλο, και να επιστρέψω όποτε θέλω.

Δεν είναι περιπτωσιολογικό το διαµέρισµα του Δηµήτρη Παπαϊωάννου: δεν είναι έτσι οι Έλληνες όλοι, ούτε τα σώµατά τους, ούτε αντιπροσωπεύονται όλες οι ηλικίες – είναι η δική του, ευδιάκριτα αθηναϊκή ανθρώπινη τυχαιότητα. Δείχνει το χώρο σαν ένα καταφύγιο, την επιστροφή του ανθρώπου, του κατοίκου της Αθήνας στο σπίτι του, να τρώει, να πηγαίνει στην τουαλέτα, να πλένεται, να πέφτει στο κρεβάτι, χωρίς εξωτερικά ερεθίσµατα και ενέργειες, καµία επικοινωνία µε τους άλλους, καµία άλλη δράση, να είναι µε τον εαυτό του και µόνο µε τον εαυτό του, µε τις σκέψεις του, µέσα.

Είδα µια πρόβα και πέρασα από τα στάδια που όφειλα, αντιµέτωπος µε µια διαδοχή ανδρών και γυναικών οι οποίοι διαβαίνουν το κατώφλι του διαµερίσµατος και ξαρµατώνονται από την πανοπλία του έξω. Στην αρχή προσπαθούσα να καταλάβω τι ακριβώς συµβαίνει, αν υπάρχει πλοκή έστω και ελλειπτική, να διαγνώσω τους ανθρώπινους συσχετισµούς, τη σωµατική γεωγραφία, τη µορφολογία του απέριττου, διακριτικά αθηναϊκού χώρου, επισηµαίνοντας την banalite και τις µικρές διαφορές της επανάληψης.

Στη συνέχεια παρατηρούσα το φως, χαµένος κι εγώ στη ρευστότητα των κινήσεών τους, σαν µέρος τυπικού αστικού κάδρου, να ατενίζω από το παράθυρο τη θέα που άλλαζε (ταράτσες, ακάλυπτοι, ένα δειλινό), να κάνω µπάνιο και να ξαπλώνω γυµνός, περιµένοντας να µε καταπιεί σιωπηλά το κρεβάτι από τη µαγική του τρύπα και να µε µεταφέρει σε άλλη διάσταση. Τέλος, «τράνζαρα» (επιδίωξη και κρυφή ελπίδα του Παπαϊωάννου), αγκιστρώθηκα στην «κρυµµένη γεωµετρία των πραγµάτων», την οµορφιά πίσω από το φαινόµενο που κάτι µας θυµίζει αλλά αποµακρύνεται από τη ρεαλιστική λογική και το περίγραµµα, τη γέννηση και το θάνατο µε patterns που επικοινωνούν.

Η ζωγραφική από την οποία «κατάγεται» και το κινηµατογραφικό µοντάζ συναντούν την πείρα του στον χορό, χωρίς όµως τον χορό όπως τον ξέρουµε, µε κινήσεις που χαϊδεύουν (άλλοτε ενθαρρύνοντας και άλλες φορές σαµποτάροντας) το νατουραλισµό, και ενισχύουν την εσωτερικότητα, και εικόνες που επικαλύπτονται για να συνθέσουν έναν στοχασµό στην αντίθεση του περιβάλλοντος µε την αταβιστική, ανθρώπινη ρουτίνα.

Ο Δηµήτρης Παπαϊωάννου έχει απαντήσει στις περισσότερες απορίες από το ενδελεχές site της παράστασης mesaproject.gr, εποµένως έχει ήδη γράψει την εισαγωγή του στο Μέσα µε πρακτικό και πρωτότυπο τρόπο. Ωστόσο, υπάρχουν πολλά «γιατί» που σχετίζονται µε τις δηµιουργικές του αποφάσεις, µε τις επιλογές και τις λεπτοµέρειες µιας παράστασης που επιτρέπει στον θεατή να γίνει µάρτυρας µιας εµπειρίας, και µε τη σειρά του να δεχθεί, αν αφεθεί, τη γόνιµη επιστροφή του χρόνου, ως ανταµοιβή, χωρίς την ανακουφιστική δικτατορία της πλοκής.

Το Πουθενά και το Μέσα, δυο αναζητήσεις με σημείο εκκίνησης τον χώρο

Υπάρχει µια µετακίνηση του κέντρου βάρους αυτού του εγχειρήµατος. Κατάλαβα ότι όσο περισσότερο το έργο βρίσκει τον εαυτό του (γιατί αυτή είναι η δουλειά µας, ξεκινάµε θέτοντας όρους και κανόνες ώστε να βρούµε το πρόσωπο του έργου), αποκαλύπτεται ότι το σηµαντικό δεν είναι αυτό που το έργο είναι, αλλά αυτό που σου κάνει, όταν γίνει αυτό που είναι. Σωστά, έχω την αγωνία να εξηγήσω και να ξεκαθαρίσω τι είναι για να αποφύγω τις πρώτες παρεξηγήσεις, αλλά στην πραγµατικότητα το σηµαντικό είναι το εφέ που έχει επάνω σου την ώρα που είσαι µέσα στην αίθουσα. Κατάλαβα πως αυτός ήταν ο βασικός λόγος που ήθελα να κάνω το έργο – η κατάσταση στην οποία σε βάζει, ο χρόνος που σου δίνει πίσω.

Η φόρµα δεν είναι κάτι καινούργιο για µένα. Η Μήδεια που είναι κρυµµένη κάτω από συναισθήµατα είναι στην πραγµατικότητα το πιο φορµαλιστικό µου έργο, γι’ αυτό και το αγαπώ τόσο πολύ. Μου φαίνεται ενδιαφέρον να ξανακοιτάξω την έννοια του θεάµατος και του σώµατος από την αρχή και να διερευνήσω, να δώσω τη χαρά στον εαυτό µου να κοιτάξει την χορογραφία απαλλαγµένη από τη χορευτικότητα. Είναι µια υπό-ενότητα αυτά τα δυο έργα και, ποιος ξέρει, ίσως ακολουθήσουν κι άλλα από αυτή την πηγή.

Έχει την πλάκα του να φτιάχνω την µια παράσταση µετά την άλλη, να κατασκευάζω έργα, είναι µια περιπέτεια, απλώς αργότερα επιβιώνουν να µου αρέσουν κάποια κοµµάτια τους που σχετίζονται µ’ αυτό που κάνω τώρα – η ρευστή τοποθέτηση σωµάτων απαλλαγµένων από την χορευτικότητα της κίνησης, και η θέση που καταλαµβάνουν στο χώρο. Αυτό ήταν κάτι που εξακολουθεί να µου αρέσει στα προηγούµενα έργα µου.

Η δράση, οι χαρακτήρες, το µεγάλο θέαµα, στην παρούσα φάση µε ενδιαφέρουν λιγότερο ή, µάλλον, βρίσκω πιο ενδιαφέρον να τα κάνει κάποιος άλλος. Σαν να υπάρχει ένα εξαρχής ερωτηµατικό για το τι είναι το ίδιο το πράγµα. Μου φαίνεται πως σε µια άλλη χώρα, ενδεχοµένως, µε άλλες προσλαµβάνουσες και άλλη εκπαίδευση, θα µε ενδιέφερε από πολύ νωρίτερα. Όπως ζωγραφίζεις, κάποια στιγµή υποψιάζεσαι πως η ζωγραφική µπορεί να είναι κάτι άλλο από το τελάρο. Αν ζωγράφιζα τώρα, προφανώς κάτι τέτοιο θα µου συνέβαινε.

Στην παράσταση δεν υπάρχει έναρξη ή τέλος. Δεν σκέφτηκα αν θα µπορούσε να συνεχίσει και έξω από τη σκηνή. Από έξω έρχεται και µπαίνει µέσα, στο σπίτι µας. Είναι ένα θέαµα που ενθαρρύνει το διαλογισµό, ενώ ταυτόχρονα επανασυνθέτει διαρκώς το ίδιο πράγµα, και για να το κάνει αυτό, δεν του δίνω αρχή και τέλος. Έρχεται σαν αποτέλεσµα της επιθυµίας να πάρω αυτήν τη µικρή δράση, την µικρή πρόταση, κι απ’ αυτήν να γράψω ένα µυθιστόρηµα χωρίς η πρόταση να αλλάζει ποτέ. Κι επειδή κάτι τέτοιο δεν µπορεί να έχει τέλος, κανείς δε θα το βλέπει να σταµατάει. Πρώτα φεύγει ο θεατής και µετά σταµατάει η εργασία.

Πουθενά δεν κλείνει, δεν υπάρχει η αίσθηση της διακοπής, όχι µόνο για τη στιγµή αλλά και για την ανάµνηση της εµπειρίας. Το έργο δεν το ζεις ολοκληρωτικά µόνο µε την επαφή µαζί του, αλλά και µετά. Κολακεύοµαι όποτε ακούω αυτή την παρατήρηση, ότι το έργο µπορεί κανείς να το µηρυκάσει, να το ξαναχρησιµοποιήσει αργότερα για την ίδια την απόλαυσή του (σηµείωση: στην παράσταση δεν υπάρχει µαρτυρία από πλευράς των θεατών της αρχής και του τέλους. Οι ηθοποιοί ανεβαίνουν στη σκηνή και µετά από 6 ώρες αδειάζει η αίθουσα και οι ερµηνευτές σταµατούν την ηµερήσια εργασία τους).

Τι ωραία θα ήταν να δοθεί χρόνος στο βλέµµα, να αρχίσει να βλέπει το διαφορετικό του κάθε ανθρώπου ή το ίδιο του.

Το εικόνισμα, πάνω από το κρεβάτι

«Δοκιµάζω ακόµα, δεν είµαι καθόλου σίγουρος αν θα µπει η Μόνα Λίσα που υπάρχει στις πρόβες, ή κάτι άλλο. Πρόκειται για ένα κοµµάτι αναγνωρίσιµης τέχνης που από µακριά µοιάζει και µε εικόνα της πίστης, µε εικόνισµα κολληµένο δίπλα στο κρεβάτι, και µαζί του το αµπαζούρ µοιάζει µε καντήλι. Γιατί; Ένα µικρό σχόλιο, ένα µικρό αστείο; Ενώ είναι κάτι που θυµίζει λογάριθµο, εµένα µε παραπέµπει στον Βερµέερ, τον Χόπερ, τον Χόκνεϊ – ξανά οι αγαπηµένοι µου ζωγράφοι, ένα µικρό σχόλιο για τη ριµάδα τη ζωγραφική που είναι και η καταγωγή µου. Αν το δεις από µακριά θολώνοντας τα µάτια, είναι µια εικόνα – κάποιοι άνθρωποι προσεύχονται, τη χρειάζονται για συντροφιά.

»Στο µυαλό µου αυτή η παράσταση/κατάσταση θα µπορούσε να χαρακτηριστεί ως τα άχρηστα πλάνα ενός ντοκιµαντέρ για τα άγρια ζώα στη σαβάνα. Παίρνω αυτό το footage όπου το λιοντάρι δεν επιτίθεται, βρίσκω µια στιγµή που χασµουριέται, κοιµάται ή κάνει κάτι άλλο, δουλεύω το υλικό µε πολλαπλά layers και φτιάχνω µια σύνθεση. Η πρώτη εικόνα που τοποθέτησα στον τοίχο ήταν τρεις γαζέλες στη σαβάνα, αλλά όταν αποµακρύνθηκα µερικά µέτρα µακριά, δεν φαίνονταν, οπότε έβαλα τη Μόνα Λίσα».

Ο τόνος του έργου

«Ο τόνος δεν είναι µελαγχολικός, δεν τον διαλέγουµε ως τέτοιο. Το πώς θα καταφέρουµε να αποδώσουµε τον ψυχισµό, είναι κάτι διαφορετικό. Αν σου πω γκρίζο, τσιµέντο ή άνθρωπος µόνος του, και τα τρία µε τη µία είναι κατήφεια. Όµως, το γκρίζο, για όσους βλέπουν, είναι ένα πολύ πλούσιο χρώµα, το τσιµέντο, για όσους γνωρίζουν, είναι ένα συγκλονιστικό υλικό µοντέρνας αρχιτεκτονικής, και ο άνθρωπος µόνος του, για όσους µπορούν να καταλάβουν, είναι η φυσική κατάσταση και δε σηµαίνει µοναξιά.

Ο άνθρωπος που δεν τηλεφωνεί και δε βλέπει τηλεόραση, δεν ενεργεί εµφανώς, αυτοµάτως η εσωστρέφεια του µεταφράζεται σε µελαγχολία πάνω στη σκηνή. Δεν ξέρω πόσο τούµπα µπορούµε να το φέρουµε αυτό, ούτε και διατιθέµεθα να θεραπεύσουµε την προκατάληψη µε την οποία διαβάζουµε ως µάζα µερικές έννοιες».

Η Αθήνα πρωταγωνιστεί Μέσα

Είναι το θέµα µας η Αθήνα. Το Πουθενά στο Εθνικό Θέατρο δεν θα µπορούσε να γίνει πουθενά αλλού εκτός από το Εθνικό Θέατρο. Το ίδιο concept αλλού θα ήταν χορογραφηµένο στις εκεί σκηνικές δυνατότητες. Το Μέσα, στην καρδιά της Αθήνας, στο κεντρικό θέατρό της, είναι πάλι ένα flirt µε το site specific. Το µωσαϊκό, το κάγκελο που βλέπουµε, είναι αθηναϊκά.

Εγώ είµαι επηρεασµένος από το σκηνικό και τη ζωή µου στη συγκεκριµένη πόλη. Με ενδιαφέρει η κατάσταση που θα φτιάξω, που κατά το ήµισυ είναι η παράσταση, και το άλλο µισό του είναι οι θεατές που µπαινοβγαίνουν µέσα σ’ ένα θέατρο που έχει ανοίξει τις πόρτες του, να προορίζεται για εδώ. Είναι ένα χάδι πάνω σε αυτής της πόλης την κατοίκιση. Σε µια σωστά συντηρηµένη και ρυµοτοµηµένη πόλη δεν είµαι σίγουρος πως θα έφτιαχνα ένα τόσο καθαρό και αφαιρετικό δωµάτιο, σύµβολο των διαµερισµάτων.

Η αντίθεση του εσωτερικού άδειου, όταν δεν έχουµε κανένα δεκανίκι και είµαστε µόνοι µας, του προσωπικού µας χώρου, µε την χαοτική πόλη που άλλοτε είναι συγκλονιστική από ψηλά κι άλλοτε τερατώδης από κοντά, έχει για µένα ένα διάλογο σε σχέση µε το µέσα και το έξω που µε ενδιαφέρει µε κάποιον τρόπο. Δεν ξέρω αν µεγάλωνα σε άλλη πόλη αν θα το σκεφτόµουν έτσι.

Υπάρχει µια στιγµή στη ζωή σ’ ένα σπίτι, που θα πάω στην τουαλέτα και δε θα διαβάσω εφηµερίδα, δε θα καπνίσω, δε θα δω τηλεόραση, δε θα βάλω µουσική, πριν κοιµηθώ, δε θα ανοίξω βιβλίο. Η παράσταση διαστέλλει αυτήν τη στιγµή και τη µοιράζει σε πολλές αρχετυπικές ιδιωτικές βασικές κινήσεις, που είναι οι κινήσεις του ανθρώπου που επιστρέφει στη φωλιά του. Οι εκ των ουκ άνευ κινήσεις δηλαδή. Δε συνδιαλέγεται όταν κοιτάζει έξω ή όταν πίνει ένα ποτήρι νερό και ταυτόχρονα βάζει ένα πιάτο φαί.

Όλο αυτό είναι το θέµα. Το συνθετικό παιχνίδι είναι άλλο layer. Αν έφτιαχνα ένα animation µε κουκίδες πανοµοιότυπες που θα πολλαπλασιάζονταν, θα αραίωναν και τα λοιπά, θα ήταν το συνθετικό παιχνίδι του Μέσα. Είναι η abstract πλευρά που προσπαθεί να συλλάβει µια ενδιαφέρουσα γεωµετρία των πιθανοτήτων και ταυτόχρονα να επαναφέρει το θέµα των ανθρώπων ταυτόχρονα στην ίδια πόλη, και όχι αναγκαστικά µέσα σε ένα µόνο διαµέρισµα. Το παιχνίδι πηγάζει από το θέµα και το αντίστροφο. Είµαστε όλοι στοιβαγµένοι στην ίδια πόλη και µπορεί, ως δια µαγείας, 4.000 Αθηναίοι να πίνουν ένα ποτήρι νερό την ίδια στιγµή.

Το λέω λίγο κουλτουριάρικα, αλλά αυτή είναι η αλήθεια της διανοητικής δόµησης του έργου. Στοχεύει όµως σε µια αίσθηση. Ταξιδεύεις στις αµέτρητες δυνατότητες του πολλαπλασιασµού του ίδιου πράγµατος µε τον τρόπο που τα σύννεφα, ενώ φτιάχνουν τυχαίους σχηµατισµούς, αν εσύ ξεχαστείς βλέπεις σχήµατα, αναγνωρίζεις µορφές, και συναντιέσαι µε τον εαυτό σου. Έχεις δώσεις χρόνο να απολαύσεις αυτό που γίνεται µόνο. Αν λειτουργήσει αυτού του είδους το spa σε κάποιον θεατή, θα ήταν το καλύτερό µου.

Σκέφτοµαι τον τρόπο που καταναλώνουµε τα µουσεία. Στα 19 µου χρόνια µια τεχνοκριτικός στη Νέα Υόρκη µε είχε συµβουλέψει στο πώς να τα βλέπω. Μου είπε πως εκείνη βλέπει όσο µπορεί, µια ώρα ας πούµε, φεύγει, και συνεχίζει µια άλλη µέρα, και όχι απαραίτητα από εκεί που είχε σταµατήσει. Κι αυτός είναι ο µόνος υγιής τρόπος και είναι σχεδόν το αντίθετο από αυτό που κάνουµε. Πόσο καταναλωτικό είναι το βλέµµα µας και πόσο ωραία είναι όταν δε γίνεται έτσι! Αν υπάρχει ένα µικρό ποσοστό ενθάρρυνσης µιας τέτοιας απελευθέρωσης στο Μέσα, θέλω να το ζήσουµε.

Μοντάζ και μουσική

Εδώ κι ενάµιση χρόνο είµαι εθισµένος στο µοντάζ. Το στάδιο του µοντάζ είναι ουσιαστικά η χορογραφία. Θέλω να ξέρω πώς θα λειτουργήσω εγώ το υλικό µου. Έτσι έκανα τον Καβάφη, έτσι έκανα και το πρώτο δείγµα του Μέσα. Έβγαλα δυο ώρες υλικού µε την τεχνική του superimposed (επάλληλες εικόνες που προβάλλονται ταυτόχρονα) στο πρόγραµµα Final Cut Pro, και είδα ότι µπορεί να γίνει. Τις πολυτυπίες τις είδα στον υπολογιστή.

Είχα δει το παιχνίδι και στη συνέχεια συνάντησα τα ζωντανά σώµατα µε τον άλλο ρυθµό. Τότε παρατήρησα κάτι άλλο – αυτό που φέρνει η σάρκα και ο ψυχισµός. Με την εµπειρία του πρώτου και το δεδοµένο του δεύτερου δουλεύω το Μέσα. Με το µοντάζ δεν αναπαράγω αυτό που βρήκα µε τα σώµατα, ψάχνω προς αυτές τις κατευθύνσεις που µου ανοίχτηκαν βλέποντας καθαρά µαθηµατικά τον ίδιο ακριβώς άνθρωπο πάρα πολλές φορές στο ίδιο δωµάτιο µετατοπισµένο, πώς λειτουργεί. Τις δυνατότητες δεν τις δουλεύω µαθηµατικά (δε φτιάχνω στρατιώτες, έχω ζωντανούς, παρόντες ανθρώπους), αλλά οργανικά.

Από τον Κωνσταντίνο Βήτα ζήτησα λευκά τοπία, που άλλοτε να γέρνουν προς τη γλυκιά µελαγχολία της µοναχικότητας, άλλοτε να ρίχνουν µερικές σταγόνες λυρισµού, που περισσότερο έχουν να κάνουν µε το πώς νιώθω για τους ανθρώπους (την αγάπη για το ζώο που γυρνάει στη φωλιά του), αλλά και µερικές ατµόσφαιρες που σαµποτάρουν τα αισθήµατα, βάζουν µερικές τρικλοποδιές, ακριβώς για να µην υπάρχει ένα και µοναδικό mood.

Δυο πόρτες έχει η ζωή

Το κρεβάτι στην παράσταση είναι ένας ωραιότατος, αναπόφευκτος, λυρικός τάφος, όπως και η πόρτα, µια ωραιότατη γέννα. Αν είχα γράψει το δίστιχο της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, το Δυο Πόρτες Έχει η Ζωή, αν ήµουν τόσο σπουδαίος, δε θα χρειαζόταν να κάνω το Μέσα. Θα είχα ξεµπερδέψει µ’ ένα πακέτο τσιγάρα.

Το αγαπηµένο µου δίστιχο είναι το Σεργιάνισα ένα πρωινό κι ώσπου να ’ρθει το δειλινό από την άλλη βγήκα.. Για µένα, είναι όλη η ονειροπόληση στο µπαλκόνι. Και η πλάτη του ανθρώπου που κοιτάει, προς τα έξω ή προς τα µέσα, είναι ένα στοιχείο που θα βρεις σε όλα µου τα έργα και σε όλα µου τα κόµικς. Το κάνω πολύ, µ’ ενδιαφέρει πολύ, το αγαπώ πολύ, το βάζω συνέχεια στις δουλειές µου.

Δεν σκέφτηκα καθόλου την αυτοϊκανοποίηση στην παράσταση, δε µε απασχόλησε. Κατά κάποιον τρόπο ο αισθησιασµός είναι παρών όταν δυο σώµατα βρίσκονται πάνω στη σκηνή, και σε µερικές συνθέσεις µοιάζει το ένα να είναι η επιθυµία του άλλου. Δεν ήταν αυτό το θέµα µου εδώ. Και δε µου λείπει. Ενώ δεν υπάρχει εµφανής σωµατική επαφή, σε κάποια κοµµάτια υπάρχει σαφέστατα η αίσθηση του Ευαγγελισµού, η επιθυµία, η αναµονή του επισκέπτη, που ονειρεύεσαι ότι θα έρθει πάνω σου.

Όταν ένας άνθρωπος είναι σ’ ένα κρεβάτι και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα, πρόκειται για έναν Ευαγγελισµό µε τη µια. Σε µια σκηνή, ένα κορίτσι είναι ξαπλωµένο κι ένα αγόρι κάνει ντους. Από το µισό θέατρο αν το δεις, το σώµα του αγοριού είναι κάθετο στο σώµα του κοριτσιού. Μια σαφέστατη ένωση, χωρίς αυτή να σερβίρεται στο πιάτο. Ενθαρρύνεται το µυαλό σου να ταξιδέψει προς τα εκεί. Εύχοµαι να γίνουν πολλά πράγµατα εντός του θεατή µετά από την παραδοχή πως δε θα γίνει τίποτε πάνω στη σκηνή.