Υπερβολικά ρομαντικός και με γούστο στην τέχνη

Υπερβολικά ρομαντικός και με γούστο στην τέχνη

Προβάρει το ρόλο του Κριστιάν στον Συρανό, ενώ ερµηνεύει τον Κλίνδωρα στη Φρεναπάτη του Κορνέιγ. Αντέχει, παρά το ότι έχει καταλάβει πως η γλύκα της νεότητας και η αιώνια δύναµη είναι ψευδαίσθηση. Ο Χρήστος Λούλης εµπιστεύεται τη λογική για να φτάσει κοντά στο άπιαστο.

Σταθερός στο Εθνικό Θέατρο, ο Χρήστος Λούλης είναι ο πρωταγωνιστής στην καλλιτεχνική επιτυχία της σεζόν: η Φρεναπάτη του Πιέρ Κορνέιγ, όπως διασκευάστηκε από τον Τόνι Κούσνερ, είναι η ιστορία ενός τύπου ο οποίος φεύγει από το σπίτι του γιατί έχει έναν καταπιεστικό πατέρα (που στην παράσταση έχει γίνει µάνα), ο οποίος του έχει στρώσει µια δουλειά, ο γιός την αρνείται, ψάχνει, ψάχνεται και καταλήγει να γίνει ηθοποιός, κάτι που µαθαίνουµε στο φινάλε.

Εν τω µεταξύ, ο πατέρας έχει καταφύγει σε ένα µάγο αναζητώντας τον χαµένο του γιό. Ο µάγος «ζωντανεύει» µπροστά στα µάτια του, σαν ένα θέατρο σκιών, µια ιστορία µεγάλη και περιπετειώδη, σύµφωνα µε την οποία ο γιος σώζεται και µετά πεθαίνει, ο πατέρας θρηνεί αλλά τελικά το παιδί του είναι ζωντανό αφού στην τελευταία σκηνή υποκλίνεται στο κοινό. Τότε, ο θεατής ανακαλύπτει πως τόση ώρα παρακολουθούσε θέατρο µέσα στο θέατρο.

«Είναι ένα απ’ αυτά τα έργα που αρέσουν στον Δηµήτρη Μαυρίκιο, απλό στην πλοκή του, σχεδόν σαν παραµύθι», σχολιάζει ο Λούλης, ηθοποιός διαυγής και άµεσος, αυθεντικά ροµαντικός που αγαπάει το απλό, γιατί είναι τόσο δύσκολο.

«Το κυρίαρχο θέµα είναι το χάσµα των γενεών, και τοποθετείται χρονικά τότε που οι νέοι άρχισαν για πρώτη φορά να θέλουν κάτι διαφορετικό, τον 17ο αιώνα. Και ο Μολιέρος είχε φύγει από το σπίτι του για να γίνει ηθοποιός, παρακούοντας τον ταπετσιέρη πατέρα του που τον προόριζε για δικηγόρο! Ήταν κάτι σαν µόδα.Εκτός από την ερωτική ιστορία που εξελίσσεται, το έργο µιλάει και για την ενηλικίωση του ανθρώπου.

Φεύγοντας από το σπίτι και τους γονείς του, ο Κλίνδωρ που υποδύοµαι κουβαλάει µέσα του το παιδί. Όταν εγκαταλείπουµε την εστία, επαναστατώντας, παραµένουµε κατά ένα µέρος παιδιά. Όταν, όµως, το παιδί αποφασίζει να αντιπαρατεθεί µε το γονιό, τότε όχι µόνο χάνεται από µέσα του το παιδί, αλλά δεν υπάρχει λόγος για τσακωµούς και βία. Στο τέλος του έργου, όταν αποκαλύπτεται η παράσταση, ο Κλίνδωρ εξηγεί στη µάνα του κάποια πράγµατα, της εύχεται να είναι καλά, και φεύγει. Δε συγκρούεται µαζί της. Είναι όπως ένας καλλιτέχνης που αφηγείται τη ζωή του, αλλά εφόσον την έχει µετατρέψει σε έργο, αδειάζει από κάτι, δεν µπορεί να πει τίποτε µετά απ’ αυτό. Κάποιοι είναι πιο ικανοί να εκφράζουν τα συναισθήµατά τους µέσω ενός άλλου δρόµου, παρά ευθέως. Το κάνουν ποίηµα, τραγούδι, παράσταση».

Κι ενώ το έργο έχει διαχρονικότητα που εκπλήσσει, ο Λούλης περνάει προσωπικά του βιώµατα µέσα από την υπόθεση και το πνεύµα της Φρεναπάτης: «Σπούδαζα κι εγώ οικονοµικά. Ο πατέρας µου είχε επιχείρηση και ήλπιζε να τον ακολουθήσω σ’ αυτήν. Όταν του είπα πως θα γίνω ηθοποιός, δε χάρηκε αλλά δε µου είπε και όχι. Μου αρέσει να πιστεύω πως η δεύτερη ανατροπή ήρθε όταν διάλεξα έναν τοµέα της δουλειάς µου που δεν είναι ούτε εύκολος ούτε προσοδοφόρος. Όταν ήµουν 20 ετών, ονειρευόµουν πολλά χρήµατα, µια Aston Martin, και να πηγαίνω στο Λονδίνο να κάνω ταινίες!

Ακόµη κι αυτό το απλούστατο πράγµα, δηλαδή να παραδεχτείς πως δεν είσαι 20 ετών αλλά 35, είναι µια ανατροπή σε κάτι που µας θέλει να έχουµε πολλή ενέργεια και να θέλουµε συνέχεια, σαν αιώνιοι έφηβοι. Για ποιο λόγο, λοιπόν, το να κάτσω στην πολυθρόνα µου είναι χειρότερο από το να ταξιδέψω; Παλαιότερα είχα την επιθυµία να δοκιµάσω τα πάντα. Μόνο ταινίες στο Χόλιγουντ δεν έχω κάνει, αν και πήγα στο Λος Άντζελες και έπαιξα στο µουσείο Getty µια συρραφή αρχαίων τραγωδιών. Την πρώτη φορά που ταξίδεψα στη Νέα Υόρκη, έπαθα πλάκα µε όσα συνέβαιναν εκεί.

Tη δεύτερη φορά ένιωσα τη σκληρότητα της πόλης, το ότι σε κοιτάνε όλοι σαν δολάριο. Δεν έβλεπα την ώρα να επιστρέψω µετά από δυο µέρες. Και δεν είχε αλλάξει τίποτε στη ζωή µου – µόνο φαντάρος είχα πάει στο µεταξύ!»

Όσο δοκιµάζεται σε απαιτητικά έργα, τόσο περισσότερο καταλαβαίνει την πραγµατική του φύση και τις δυνατότητες έκφρασής του: «Η δυνατότητά µου να µιλήσω για τα συναισθήµατά µου εξαρτάται από τη φάση που περνάω. Βέβαια, πιστεύω πως όσο µεγαλύτερη ευγλωττία έχεις για κάτι, τόσο λιγότερο πραγµατικά µιλάς για το τι αισθάνεσαι. Επίσης, καµιά φορά µου συµβαίνει να µην µπορώ να αναγνωρίσω τι αισθάνοµαι. Με ρωτάνε φίλοι µου: “Τι έχεις; Δεν µπορείς να καταλάβεις; Μεγάλος άνθρωπος είσαι.” Δεν ξέρω που οφείλεται αυτό».

Με αφορµή τη Φρεναπάτη, συζητήσαµε για τον παραλληλισµό της επαναστατικότητας του 17ου αιώνα µε τη σύγχρονη συντήρηση, αυτήν την περιρρέουσα, απωθητική στασιµότητα: «Το 1600 τα παιδιά ήθελαν να φύγουν από το σπίτι τους και το τώρα, όχι µόνο δε φεύγουν αλλά προτιµούν να µείνουν. Επίσης, προτιµούν να παραµένουν ίδια τα πράγµατα. Φτάσαµε σε ένα σηµείο, η νέα γενιά να πιστεύει πως καθετί καινούργιο είναι συνώνυµο του χειρότερου. Έχουµε και το εγωιστικό, να φτιάξουν οι άλλοι τα πράγµατα για µας. Έχουµε χάσει την αίσθηση της περιπέτειας, την όρεξη για το άγνωστο. Από τα γραπτά αλλοτινών εποχών, νιώθω πως αυτό κάποτε υπήρξε, να σπάνε οι αλυσίδες, να πέφτουν τα τείχη και να κατακεραυνώνεται το κατεστηµένο. Έστω κι αν το φώναζε µια πρωτοποριακή οµάδα. Τώρα, η εµπροσθοφυλακή δε θέλει να της χαλάνε τα κεκτηµένα της…»

Μου ήρθε στο νου ένας δίσκος που µε συνάρπασε, από τους τελευταίους. Λέει ο Νικ Χόρµπι στους στίχους του που µελοποίησε πρόσφατα ο Μπεν Φολντς στο άλµπουµ Second Avenue: Η ελπίδα είναι ψεύτης, απατεώνας, µια σκύλα, και δεν ταιριάζει στους καιρούς µας. Συµφωνώ, τα είπε και ο Καζαντζάκης. Ρωτάω τη γνώµη του Χρήστου. «Πιστεύω», λέει µετά από σκέψη, «πως χωρίς την ελπίδα είσαι ελεύθερος από αυτά που νοµίζεις πως έχεις, αλλά ποτέ δεν είχες. Κάτι νιώθεις πως σου έχουν στερήσει. Θεωρείς πως κάτι σου ανήκει ή κάτι δικαιούσαι.

Δεν µου αρέσει να µιλάω για ελπίδα. Προτιµώ την απορία, το ενδιαφέρον, ένα ερωτηµατικό για το τι θα κάνω, τι υπάρχει πίσω από την πόρτα. Ποια θα ανοίξω; Μας ανήκει ο εαυτός µας ως ένα βαθµό. Αλλά αυτός ο εαυτός δεν είναι ανίκανος, ούτε ανήµπορος. Η ανθρωπότητα που πιστεύει στο θεό είναι ουσιαστικά ο άνθρωπος που δε θέλει να µεγαλώσει, περιορισµένης ευθύνης κατά κάποιον τρόπο. Αυτή η ψευδαίσθηση είναι καθηµερινή, “η µεγαλύτερη και πιο επίµονη ψευδαίσθηση, η πραγµατικότητα δηλαδή”, όπως είχε πει ο Αϊνστάιν. Εγώ είχα την ψευδαίσθηση πως δε µεγαλώνω! Ειδικά σ’ αυτήν τη δουλειά, που πολλές φορές µοιάζει µε αθλητισµό, όταν παίζω ένα έργο στην Επίδαυρο, για παράδειγµα, και πρέπει να έχω καλή φυσική κατάσταση. Είχα αµείωτη δύναµη για 10 χρόνια και νόµιζα πως δε θα γεράσω ποτέ, είχα εµπιστοσύνη στο σκαρί µου. Καταρρίφθηκε η ψευδαίσθηση».

Ο Χρήστος Λούλης γρήγορα αντιλήφθηκε πως δεν πρέπει να έχει πολλή εµπιστοσύνη στο µυαλό του, «Γιατί είναι µπερδεµένο. Ευτυχώς, αποφάσισα να ακολουθώ το πώς αισθάνοµαι. Για το τι µου φέρνει η ζωή, ακούω το στοµάχι µου, και ανάλογα πράττω ή δεν πράττω. Έχω θυµική αντιµετώπιση της ζωής. Προσπαθώ να κρατήσω ένα µέτρο.» Πραγµατιστής, ένας αθλητής του θεάτρου µε ενστικτώδη αντίληψη των ρόλων που αναλαµβάνει, αισθάνεται ευγνώµων για το επάγγελµα που ακολούθησε: «Κάθε φορά που η δουλειά µου µού υπενθυµίζει πόσο σκληρή είναι, φαντάζοµαι πώς θα ήταν να κάνω άλλη δουλειά, γραφείο για παράδειγµα, που δε θα άντεχα µε τίποτε. Η προσωπική έκφραση είναι µεγάλο θέµα. Ο συνθέτης, ο σκηνοθέτης, ο ποιητής µπορούν να εκφραστούν. Ο ηθοποιός, τι να εκφράσει;»

Ο Νίκος Καραθάνος που τον σκηνοθετεί στον Συρανό είναι, εκτός από καλός του φίλος, και κουµπάρος. Ο Λούλης τον περιγράφει ως άνδρα που δε µιλάει πολύ, αλλά γνωρίζει πώς να επικοινωνεί µε σαφήνεια και καθαρότητα, και να δηλώνει αυτά που επιθυµεί δια του κειµένου, γι’ αυτό και τον εµπιστεύεται στην καθοδήγηση. Στο έργο που προβάρει καθηµερινά παίζει τον Κριστιάν («Τον ωραίο, πανάθεµά µε!») και το χαρακτηρίζει γλυκό στον πυρήνα του, παρά τη σκληρότητα των καταστάσεων που περιγράφει. Φέτος παίζει µε τη σύζυγο του, Έµιλυ Κολιανδρή, δοκιµάζοντας τα συναισθηµατικά δεσµά που τους ενώνουν, σ’ ένα διαφορετικό επίπεδο: «Το να παίζω στη σκηνή µε τη γυναίκα µου είναι αποκαλυπτικό! Βλέπεις και όσα ο άλλος σε κανονικές συνθήκες κρύβει».