Η μούσα: Το φανταστικό αφήγημα της φαίδρας

Η μούσα: Το φανταστικό αφήγημα της φαίδρας

Καταλαβαίνω απόλυτα την ανάγκη, που σας έκανε να έρθετε εδώ σήμερα. Απλά θέλω να σιγουρευτώ πως και εσείς αντιλαμβάνεστε απόλυτα -σταμάτησε για μία στιγμή, κοίταξε δήθεν αδιάφορα στο κενό και έβηξε- τις “προεκτάσεις” ενός τέτοιου αιτήματος.

Σταμάτησε να μιλάει. Έβηξε μία ακόμη φορά και τον κοίταξε στα μάτια. Με το δεξί του χέρι πήρε ένα τσιγάρο, το έγλυψε στην άκρη, σχεδόν επιδεικτικά, και το άναψε. Ο συγγραφέας έμεινε να τον κοιτάζει. Προσπαθούσε να αποφασίσει ποιο ήταν το πιο αηδιαστικό πάνω του. Τα κιτρινισμένα χέρια ή τα κίτρινα δόντια; Το υγρό και αδηφάγο βλέμμα του ή τα σαλιωμένα του χείλη; Όλα του έφερναν αποστροφή. Το ίδιο και ο εαυτός του. Τι γύρευε εκεί μέσα; Σιχαίνονταν καθετί που είχε να κάνει με αυτόν και την “δουλειά” του.

Ο γέρος έμπορος με το φτηνό κουστούμι και τα κίτρινα δάχτυλα συνέχισε να τον κοιτάει στα μάτια, λες και προσπαθούσε να ζυγίσει τη ψυχή του πρώτα και το πορτοφόλι του μετά.

  • Ύστερα είναι και το θέμα της “τιμής”, είπε με πιο γλυκό ύφος αυτή τη φορά, ξέρετε μία τέτοια συναλλαγή κοστίζει…
  • Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Πείτε μόνο πότε θα την έχω.

Ο γέρος χαμογέλασε διάπλατα.

  • Η παράδοση θα γίνει άμεσα αγαπητέ μου. Απόψε.
  • Ωραία. Τότε δεν έχουμε να πούμε τίποτα άλλο.

Σηκώθηκε να φύγει. Ήθελε να βγει έξω στον καθαρό αέρα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

  • Μισό λεπτό! Φώναξε από πίσω του ο γέρος. Να έχετε υπόψη σας, πως η “ενοικίαση” είναι για ένα μήνα. Στη διάρκεια αυτού του μήνα, στην περίπτωση κάποιας “κακοδιαχείρισης”, θα σας ζητηθεί να μας αποζημιώσετε… Καταλαβαίνετε. Και εμείς τη δουλειά μας θέλουμε να κάνουμε.
  • Τι εννοείται κακοδιαχείριση; Ο συγγραφέας κοντοστάθηκε. Μία εικόνα πέρασε από το μυαλό του στιγμιαία, που τον ανατρίχιασε.
  • Δεν θέλω να σας προσβάλω, είπε ο γέρος χαμηλόφωνα, απλά πολλοί είναι αυτοί του χώρου σας που βρίσκουν την έμπνευση μέσα από πιο… πώς να το πω… σκοτεινούς δρόμους. Τον ζύγιασε με το βλέμμα του και συνέχισε. Δεν είναι εύκολο ξέρετε να αντικατασταθεί το “εμπόρευμα” και από τη στιγμή που τα σημάδια είναι εμφανή, δεν έχει πλέον καμία χρησιμότητα για εμάς.
  • Αρκεί. Καταλαβαίνω. Δεν θα υπάρξει τέτοιο θέμα. Νομίζω πως δεν έχουμε να πούμε τίποτα άλλο.

Βγήκε σχεδόν τρέχοντας έξω. Δεν ήθελε να μείνει ούτε λεπτό άλλο εκεί μέσα. Κυρίως δεν ήθελε να σφίξει το χέρι του γέρου ως επισφράγιση της συνδιαλλαγής. Λες και αυτό θα του έδινε το άλλοθι να νιώθει διαφορετικός και καλύτερος από τον γέρο έμπορα.

Βγαίνοντας στον καθαρό αέρα και στο φως ένιωσε μία ξαφνική ζαλάδα. Κοντοστάθηκε. Πήρε μία βαθιά αναπνοή και κοίταξε στον ουρανό. Ένιωθε ήδη καλύτερα. Ένιωθε πως όλο αυτό δεν είχε γίνει. Πως ήταν ένα κακό όνειρο. Άρχισε να περπατάει.

Είχε 6 μήνες να γράψει έστω και μία πρόταση. Λες και η ψυχή του είχε ξαφνικά αδειάσει. Προσπαθούσε με διάφορους τρόπους να αφυπνίσει τη συνείδησή του. Να ξυπνήσει τη φαντασία του. Να ανοίξει την πόρτα για το ασυνείδητό του αφήνοντας όλες αυτές τις ακανόνιστες και άναρχες εμπειρίες και φαντασιώσεις να τον κατακλύσουν, να τον συνεπάρουν και στο τέλος δαμάζοντάς τες να τις αποτυπώσει με λέξεις. Προσπάθησε τα πάντα. Ταξίδεψε, δοκίμασε κάθε νόμιμη και παράνομη ουσία. Ήπιε. Έμπλεξε σε καυγάδες. Περιπλανήθηκε σε τόπους και σώματα. Και το αποτέλεσμα; Τίποτα. Κανένα συναίσθημα. Καμία αντίδραση. Λες και το μυαλό του είχε μετατραπεί σε μία μαύρη τρύπα, ικανή να ρουφήξει τα πάντα μέσα της αφήνοντας στην επιφάνεια το απόλυτο τίποτα. Αδυσώπητη, αδηφάγα, καταστρεπτική.

Ο γέρος έμπορας ήταν η τελευταία του ευκαιρία. Είχε ακούσει πρώτη φορά για τις “υπηρεσίες” του από έναν φίλο του ζωγράφο, που για χρόνια βασανίζονταν ανάμεσα στην καλλιτεχνική μετριότητα και την αφάνεια, ώσπου μια μέρα παρουσίασε μια σειρά από έργα διαφορετικά. Την μέρα που πρωτοεπισκέφτηκε την έκθεσή του απέμεινε να χαζεύει για ώρες τους πίνακές του. Οι μορφές, τα χρώματα, τα συναισθήματα που προκαλούσαν σε καθήλωναν. Πήγαινε κάθε μέρα να τους δει. Σχεδόν πονούσε όταν τους έβλεπε και ένιωθε πανικό όταν έπρεπε να φύγει.

Ο ζωγράφος του εκμυστηρεύτηκε το μυστικό του. Το γραφείο του γέρου έμπορα παρείχε κάποιες μοναδικές “υπηρεσίες“. Λίγοι ξέρανε για αυτές. Και κανείς δεν ήξερε που τις έβρισκε. Δεν ήταν απλές γυναίκες, του είπε ο ζωγράφος. Βασικά δεν ήταν σίγουρος πως ήταν καν γυναίκες. Αέρινες, σχεδόν ονειρικές. Για το διάστημα που τις είχες νοικιάσει, ζούσαν μαζί σου. Αν και ούτε το ρήμα ζω δεν είναι αρκετό για να περιγράψει τη συμβίωση μαζί τους. Δεν κοιμόντουσαν πότε, δεν τρώγανε και με ένα μαγικό τρόπο εμφανίζονταν εκεί όταν και όπως εσύ ήθελες. Η παρουσία τους δημιουργούσε τέτοιο ηλεκτρισμό που σχεδόν πονούσες από την ανάγκη να τις περιγράψεις, να τις αγγίξεις με λέξεις, εικόνες, νότες. Κάποιοι λέγανε πως δεν ήταν καν άνθρωποι. Ο ζωγράφος είχε ακούσει και για την περίπτωση ενός μουσικού ο οποίος, πεπεισμένος πως δεν ήταν γυναίκα αλλά δαίμονας, την κατακρεούργησε και στη συνέχεια έγραψε ένα από τα πιο ωραία του κομμάτια. Η εχεμύθεια του γραφείου σου επέτρεπε να την “γλιτώσεις” με τέτοιες συμπεριφορές, αρκεί βέβαια να τους αποζημίωνες.

Κάποιοι άλλοι, πάλι, τις αποκαλούσαν αγγέλους ή μούσες, τις λάτρευαν σαν θεές με ένα τρόπο όμως κτητικό και μονόπλευρο. Τις επεδείκνυαν παντού. Και αυτές πειθήνια υπάκουαν σε κάθε τους επιθυμία. Μέχρι την τελευταία στιγμή. Μέχρι το τελευταίο λεπτό του μήνα, τους δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση πως τους ανήκαν. Μόνο που με το τέλος της ενοικίασης η ψευδαίσθηση διαλύονταν. Και ήταν αυτοί οι πελάτες που συνήθως προτιμούσαν να τις παραμορφώσουν πριν τις αφήσουν να φύγουν. Δεν άντεχαν στην ιδέα του να τις μοιραστούν με κάποιον άλλον.

Το γραφείο του γέρου δεν ρωτούσε πολλά για το πού θα την πας και τι θα την κάνεις. Έβαζε μόνο έναν όρο. Θα την είχες μόνο για ένα μήνα. Ούτε στιγμή παραπάνω. Το κυριότερο; Δεν θα μπορούσες να ξανακάνεις χρήση αυτής της “υπηρεσίας” πότε ξανά. Ίσως αυτό να ήταν και το πιο επικίνδυνο κομμάτι της συμφωνίας. Πώς να ζήσεις μετά από μία τέτοια εμπειρία; Πώς να επιβιώσεις στην απουσία του ονειρικού, από τη στιγμή που έχεις ζήσει μαζί του; Ίσως αυτό να οδήγησε και τον ζωγράφο στο να βάλει τέλος στη ζωή του. Τον βρήκαν γυμνό, σε βρεφική στάση, να κρατάει αγκαλιά έναν από τους πίνακές του. Τα αίτια του θανάτου του δεν ξεκαθαρίστηκαν ποτέ. Η καρδιά του απλά σταμάτησε.

Ο συγγραφέας ξόδεψε όλο του το απόγευμα περπατώντας στην πόλη. Το βράδυ τον βρήκε έξω από το σπίτι του. Από μακριά διέκρινε μια μορφή να κάθεται στα σκαλοπάτια της εξώπορτάς του. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά. Ασυναίσθητα άρχισε να τρέχει προς τα εκεί. Κοντοστάθηκε λαχανιάζοντας μπροστά της. Εκείνη του χαμογέλασε. Την πήρε από το χέρι και έκλεισε την πόρτα πίσω του…