Η περίεργη σαδομαζοχιστική ιστορία του Bob Flanagan

Η περίεργη σαδομαζοχιστική ιστορία του Bob Flanagan

Πόνος: Στη σωματική του μορφή αποτελεί μια δυσάρεστη αίσθηση που προκαλείται από κάποιο έντονο ή βλαπτικό ερέθισμα και συνδέεται με την άμεση ή δυνητική καταστροφή ιστών του σώματος. Υπάρχουν πάρα πολλά είδη σωματικού πόνου, εντάσεις αυτού και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πως αυτός ο πόνος συνδέεται αμφίδρομα με τον ψυχολογικό πόνο πάσης φύσεως — δηλαδή το πως ο σωματικός πόνος τροφοδοτεί τον ψυχολογικό πόνο και vice versa.

Σε γενικές γραμμές, ο πόνος πάσης φύσεως, είναι κάτι που οι άνθρωποι απεύχονται και πάντα προσπαθούν να καταπραΰνουν και εν τέλει να του δώσουν πόδι μια και καλή. Λογικά, για να πάψει να υποφέρει το κορμάκι και η ψυχούλα κάποιου, πρέπει να καταπολεμηθούν αποτελεσματικά τα αίτια από τα οποία ξεπήδησε και άρχισε αυτός ο άχαρος χορός των πόνων.

Υπάρχουν όμως αμέτρητες περιπτώσεις όπου μια τέτοια αντιμετώπιση είναι αδύνατη, λόγω παραμέτρων τις οποίες δεν μπορείς να χειριστείς.(εκ γενετής και/ή ανίατη νόσος, συνεχή κακοπεσίματα και ατυχίες πάνω στα οποία δεν έχεις καμιά δύναμη, επίπονες ψυχολογικά καθημερινές διαδικασίες και συγκρούσεις κ.τ.λ. κ.τ.λ.).

Εκεί τι γίνεται λοιπόν; Τι στάση κρατάει κανείς όταν είναι αναγκασμένος να συζεί καθημερινά με τον πόνο;

Οι τρόποι αντιμετώπισης της καθημερινής οδύνης είναι τόσο πολλοί και ποικιλόμορφοι όσο και οι πόνοι που τους επιζητούν. Για παράδειγμα υπάρχουν άνθρωποι που αντιμετωπίζουν τον πόνο και τα δεινά στωικά και με χιούμορ, άλλοι που φροντίζουν να τα κρατάνε σε καταστολή όσο περισσότερο μπορούνε, άλλοι που απλά δεν αντέχουν και τους δίνουν τέλος μια και καλή ξεπαστρεύοντας τον εαυτό τους ταυτόχρονα.

Εδώ μπορούν να έρθουν οι Coil και να αναρωτηθούν αν αποτελεί λύση η αυτοκτονία για να μας φτιάξουν ατμόσφαιρα και να ανασκαλέψουν το ερώτημα αυτό δίχως όμως να το απαντήσουν. Το ερώτημα περί αυτοκτονίας μάλλον είναι από εκείνα τα ερωτήματα που μπορεί να έχει άπειρες απαντήσεις χωρίς καμία να είναι “σωστή” ή “λάθος“. Με άλλα λογάκια, το αν αποτελεί μια “υπέρτατη λύση” στο πρόβλημα του πόνου είναι κάτι το εντελώς υποκειμενικό, το οποίο ο κάθε άνθρωπος κοιτάζει κυρίως μέσα από τα δικά του βιωματικά και ηθικά φίλτρα.

Η ίδια υποκειμενικότητα περί “σωστού” και “λάθους” φυσικά ισχύει και για τους υπόλοιπους τρόπους που κάποιος μπορεί να διαχειριστεί τον πόνο του. Ζούμε σε έναν κόσμο άλλωστε όπου οι “applies everywhere” λύσεις ποτέ δεν πληρούσαν την “καθολικότητά” τους. Ιδιαίτερα όταν αυτές απευθύνονται σε ανθρώπους -πόσο μάλιστα σε πονεμένους και ζορισμένους -εκ των πραγμάτων το να έχουν “καθολική ισχύ” είναι κομμάτι αδύνατο.

Ο καθένας εν τέλει μπορεί να κάτσει και να βρει τις δικές του οδούς, πεπατημένες και μη, ώστε να βιώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, κατά τον ίδιο, την εμπειρία που αποκαλούμε “ζωή“, ακόμα και αν αυτή είναι βουτηγμένη στην οδύνη.

Κλείνοντας λοιπόν την εισαγωγή περί πόνων και διαχείρισης αυτών και περνώντας στο βιογραφικό μας ψητό, σήμερα θα μιλήσουμε για τον Bob Flanagan του οποίου η ύπαρξη είχε μια ιδιαίτερη και ανορθόδοξη σχέση με τον πόνο και την στάση του απέναντι σε αυτόν. Ο Flanagan που λες έπασχε από κυστική ίνωση, μία γενετική νόσο η οποία επηρεάζει κυρίως το αναπνευστικό και το γαστρεντερικό σύστημα και δημιουργεί μία σειρά από ζόρικες δυσλειτουργίες σε όποιον την έχει.

Από μικρή ηλικία ήταν αναγκασμένος να περνάει πολύ χρόνο σε γιατρούς και νοσοκομεία, να υποφέρει από δύσπνοια, να πονάει εξαιτίας της βλέννας που συσσωρεύονταν στα πνευμόνια του – και να ζορίζεται ακόμα πιο πολύ κατά την αφαίρεσή της – να ζει συνέχεια με το φόβο του θανάτου και να βιώνει την απόρριψη στους περισσότερους τομείς της ζωής του.

Αντί όμως να καταβάλλει κάθε προσπάθεια να αποφύγει τον πόνο, χρησιμοποίησε μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση “αγκαλιάζοντας” και οξύνοντάς τον μέσω ακραίων s/m πρακτικών.

“Ανώμαλος” ίσως πεις, όταν πάρεις πρέφα σε τι διαδικασίες υπέβαλλε τον εαυτό του, ώστε να αντέχει τον καθημερινό πόνο, που του προσέφερε έτσι κι αλλιώς απλόχερα το κορμάκι του. “Μεγάλο αλάνι” θα σου πω εγώ, αλλά δεν σε αναγκάζω να ασπαστείς την άποψη μου.

Όπως και να ‘χει. Θα δούμε τις σαδομαζό ομορφιές του Bob πιο κάτω. Με έχεις αντιληφθεί άλλωστε, είμαι neat freak και θέλω τα πάντα στη σειρά. Πάμε από την αρχή λοιπόν.

Ο Robert Flanagan (ελληνικά: Μπόμπ Φλάναγκαν) γεννήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου του 1952 στη Νέα Υόρκη, αλλά μεγάλωσε στο Glendale της Καλιφόρνια. Ήταν το μεγαλύτερο από τα 4 επιζήσαντα παιδιά της οικογένειας Flanagan. Είχε άλλους δύο αδερφούς και μια αδερφή, τη Patricia, όπου έπασχε επίσης από κυστική ίνωση και πέθανε στα 21 της.

Όλη του η παιδική ηλικία ήταν συνυφασμένη με τον πόνο και την αμηχανία. Για πολλά χρόνια οι γονείς του τον έτρεχαν στους γιατρούς προσπαθώντας να πάρουν μια διάγνωση της προκοπής. Εν τέλει ένας γιατρός αποφάνθηκε πως ο ίδιος και η αδερφή του είχαν κυστική ίνωση.

Τον Bob αρχικά η ασθένεια τον χτυπούσε κυρίως στο στομάχι και συχνά αντιμετώπιζε αυτό τον πόνο με το να τρίβεται πάνω στο στρώμα και τα μαξιλάρια του. Αυτός ο τρόπος ελέγχου του πόνου άρχισε σιγά σιγά να αποκτάει ερωτικές προεκτάσεις κατά τον ίδιο, μιας και άρχισε να συνδυάζεται με τον αυνανισμό. Οπότε κάπως έτσι άρχισε να συνδέει τον πόνο με την, εν τέλει, απελευθέρωση από αυτόν και τον οργασμό.

Πάνω σε αυτό το “δυσλειτουργικό” κατά πολλούς combo, ήρθε να προστεθούν και οι φαντασιώσεις που άρχισε σιγά σιγά να αναπτύσσει, καθώς και ένα παιχνίδι που έπαιζαν με τον κατά δύο χρόνια μεγαλύτερο ξάδερφο του, το οποίο αποκαλούσαν “Slave / Master“.

Μόνο και μόνο το όνομα αυτού παραπέμπει σε s/m καταστάσεις, αλλά τότε ήταν παιδάκια και όλο αυτό γινόταν εντελώς ασυνείδητα. Όταν μεγάλωσαν αυτή η κατάσταση άρχισε να απογυμνώνεται από την παιδική της αφέλεια και να γίνεται τρόπο τινά πιο σεξουαλική, μέχρι που έγιναν τσακωτοί από την μητέρα του Bob να μιλάνε για το “πόσο καλά περνούσαν“, αλλά και πάλι δεν πτοήθηκαν από απειλές της για τιμωρίες και συνέχισαν τον χαβά τους.

Παράλληλα ο Bob, μπαίνοντας στην εφηβεία, άρχισε να προκαλεί με διάφορους τρόπους πόνο ή ακινητοποίηση στον εαυτό του, συνήθως κλεισμένος μέσα στη τουαλέτα ή στο γκαράζ, όταν όλη η υπόλοιπη φαμίλια έβλεπε τηλεόραση.

Ο ίδιος μάλιστα αναφέρει πως η όλη πετριά που είχε με το bondage προερχόταν από την βρεφική του ηλικία, όπου οι γιατροί αφαιρούσαν την βλέννα από τα πνευμόνια του με βελόνες, προκαλώντας του απίστευτο πόνο και για να τον συγκρατήσουν τον έδεναν χειροπόδαρα, ενώ παράλληλα οι γονείς του προσπαθούσαν να τον παρηγορήσουν μιλώντας του τρυφερά.

Ο συνδυασμός αυτός του πόνου και το δεσίματος με ένα μάλλον θετικό συναίσθημα. Το να λαμβάνει αγάπη και προσοχή, αποτέλεσαν ακόμα ένα trigger για την μεταγενέστερη σεξουαλική του συμπεριφορά.

Αν είσαι καλός voyer και θέλεις περισσότερα περιστατικά σχετικά με την ανάπτυξη της σεξουαλικότητας του Flanagan κατά την παιδική και εφηβική του ηλικία ψάξε μία το “Bob Flanagan: Supermasochist” από την RE/SEARCH.

Από τα 18 του και έπειτα o Bob άρχισε να εργάζεται σε κατασκηνώσεις με παιδιά που έπασχαν από κυστική ίνωση σαν διασκεδαστής, βοηθός διευθυντή και μετέπειτα διευθυντής. Επίσης ήδη από την εφηβεία ασχολούνταν με τη ζωγραφική και την ποίηση και κατά την ενηλικίωση του αποφάσισε να ακολουθήσει φιλολογικές σπουδές παρακολουθώντας μαθήματα στο California State University και μετέπειτα στο University of California.

Το 1976, στα 24 του, μετακόμισε στο Los Angeles, έμπλεξε με τους εκεί λογοτεχνικούς κύκλους και το 1978 έβγαλε τη πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “The Kid Is the Man“.

Στις αρχές των 80′s γνώρισε την Sheree Rose σε ένα πάρτι της ομάδας “Beyond Baroque“, όπου αυτός ήταν ντυμένος ζόμπι και αυτή Jayne Mansfield. Η Sheree έδειξε ενδιαφέρον για αυτόν, αντάλλαξαν τηλέφωνα, άρχισαν να βγαίνουν και ο Bob ξεκίνησε να ανοίγεται αναφορικά με την σεξουαλικότητα του, που τόσο τον καθόριζε.

Μετά από μια σειρά ερωτικών απογοητεύσεων, η σχέση με την Sheree ήρθε να εκπληρώσει μια φαντασίωση ετών: μία μόνιμη σχέση στην οποία αυτός θα ήταν ο σκλάβος και η σύντροφος του η αφέντρα. Μάλιστα υπέγραψαν και συμβόλαιο κατά το οποίο ο Bob άνηκε στη Sheree- μπράβο παιδιά μου, ο θείος Leopold σας βλέπει από τον παράδεισο των μαζοχιστών και χαμογελάει.

Οπότε ο Bob έμενε στο σπίτι και έκανε το housekeeping, η Sheree δούλευε, ενώ είχαν μαζί τους τα δυο παιδιά από το προηγούμενο γάμο της Sheree, φτιάχνοντας έτσι μια πολύ όμορφη, μη-κανονική φαμίλια.

Ο Bob και η Sheree βίωναν την s/m σχέση τους και όλο το ανάλογο lifestyle, ενώ κατά περιόδους ανανέωναν το συμβόλαιό τους -ναι φυσικά και δεν μπήκαν στη τυπική διαδικασία γάμου- μέχρι που ο Bob θέλησε να κάνει ένα βήμα παρακάτω στη ζωή του και πέρα από υποτακτικός της Sheree, να ασχοληθεί πιο σοβαρά με τη τέχνη.

Ήδη από το 1982 το ζεύγος άρχισε να καταγράφει την σχέση του σε γραπτά, φωτογραφίες και βίντεο, οπότε είχαν κάμποσο υλικό που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί καλλιτεχνικά. Έτσι κι αλλιώς η δουλειά του Bob περιστρεφόταν γύρω από την σωματική του ασθένεια, τον πόνο και τη σαδομαζοχιστική σεξουαλικότητα — κοινώς γύρω από τις ισόβιες ντάγκλες του.

Έτσι, από τα μέσα των 80s ξεκίνησαν μια σειρά από performances συνοδευόμενες από ανάγνωση έργων του Bob, ενώ κατά το μπάσιμο της επόμενης δεκαετίας ο Bob άρχισε να πειραματίζεται και με installations πάνω στις θεματικές που τον απασχολούσαν.

Στις performances o Bob παρουσίαζε ό,τι ακραίο συνήθιζε να κάνει μόνος του: να κρεμιέται, να δένεται, να τρυπιέται σε σημεία που δεν θα ήθελες να σε τρυπήσουν, να καρφώνει το πέος του πάνω σε ξύλινες επιφάνειες και να αφήνει τα πάντα να βαφτούν με το αίμα του -πονάει ο “ανδρισμός” του ‘σερνικού αναγνώστη εδώ ε;- και άλλα τέτοια πανέμορφα, μα και σοκαριστικά για το περισσότερο κόσμο.

Κάπου, περί το 1992, τον εντόπισαν οι Nine Inch Nails και κάπως έτσι κατέληξε να παίζει στο “Happiness in Slavery” όπου “it was a sensation!“. Αυτό το βίντεο βέβαια, σύντομα βγήκε εκτός κυκλοφορίας σε αρκετές περιοχές του κόσμου γιατί παραήταν μπρουτάλ και σοκαριστικό.

Έτσι, για εσένα που δεν το έχει πάρει το μάτι σου, το συγκεκριμένο βίντεο για αρχή δείχνει τον Trent Reznor να τραγουδάει μέσα σε ένα κλουβί. Ως εδώ όλα καλά και όμορφα. Μετά σκάει μύτη σε διαφορετικό σκηνικό ο δικός μας. Γδύνεται, πλένεται, σκουπίζεται, ενώ παράλληλα η κάμερα μας δείχνει γρήγορα κάτι το αγκαθωτό και ακαθόριστο, που εν τέλει συνειδητοποιούμε πως είναι ένα μηχανικό “κρεβάτι του πόνου“.

Ανεβαίνει εκεί ο Μπόμπης στο κρεβάτι και μετά ακολουθεί ηδονή, ο πόνος, το σπλάττερ, τα χαρωπά σκουλήκια, τα ουρλιαχτά, η φωτιά και ο πολτοποιητής – εντάξει με ινταστριαλάδες έχεις να κάνεις, τι περίμενες; Πάρε να ρίξεις ένα βλέφαρο στο βίντεο αν θέλεις:

Την ίδια χρονιά έκανε και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα installations του, το “Visiting Hours” στο Santa Monica Museum of Arts.

Εκεί παρουσίασε ένα σύνολο από εγκαταστάσεις, οι οποίες παρέπεμπαν σε μια παιδική ηλικία κλεισμένη στα νοσοκομεία και την ερωτοποίηση αυτής, ενώ ένα σημείο της εγκατάστασης προσομοίωνε έναν θάλαμο νοσοκομείου στον οποίο βρισκόταν και ο Bob όπου συνομιλούσε με τους παρευρισκόμενους και ενίοτε κρεμιόταν ανάποδα από το ταβάνι. Τα επόμενα δύο χρόνια η εν λόγω έκθεση φιλοξενήθηκε στο New Museum της Νέας Υόρκης και στο Museum of Fine Arts της Βοστώνης.

Δυστυχώς προς τέλη του 1995 η υγεία του δικού μας άρχισε να παίρνει τη κάτω βόλτα για τα καλά, πράγμα που ήταν βασανιστικό όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για την Sheree, επειδή το να είσαι δίπλα σε ένα σωματικά καταπονημένο και ψυχικά καταβεβλημένο σύντροφο, ο οποίος ανέκαθεν φοβόσουν πως θα σου πει το “ύστατο αντίο” ανά πάσα στιγμή, είναι κάτι παραπάνω από ψυχοφθόρο.

Τον τελευταίο μήνα της ζωής του περίπου τον πέρασε μέσα στο νοσοκομείο και εν τέλει πέθανε στις 4 Ιανουαρίου του 1996.

Είναι ένας από τους λίγους ασθενείς με κυστική ίνωση που έζησε μια δεκαετία και βάλε πάνω από το προσδόκιμο όριο ηλικίας των ατόμων με αυτή τη νόσο. Οι περισσότεροι συνήθως πεθαίνουν κατά την παιδική ηλικία ή την ύστερη εφηβεία τους στη καλύτερη των περιπτώσεων. Κατά τον ίδιο, ο πόνος στον οποίο υπέβαλλε τον εαυτό του αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο συστατικό της -κάπως ανέλπιστης- μακροζωίας του.

Ένα χρόνο περίπου μετά το θάνατο του Bob, ο Kirby Dick έβγαλε ένα ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στη ζωή του με τίτλο “Sick: The Life and Death of Bob Flanagan, Supermasochist” το οποίο σου προτείνω ανεπιφύλακτα αν ο Bob σου φάνηκε ενδιαφέρουσα περίπτωση και αν αντέχεις (ή γουστάρεις) βίαιες s/m καταστάσεις.

Κλείνοντας το άρθρο, οφείλω να ομολογήσω πως ο Bob με συγκίνησε σαν περίπτωση σε πολλά επίπεδα.

Τον θεωρώ θαρραλέο, θαρραλέο που αντιμετώπισε την ασθένειά του τόσο παράδοξα, που έδωσε πόνο στον πόνο, που έπαψε από νωρίς να κρύβει τις επιθυμίες του, που αντιμετώπιζε την μη κανονική του σεξουαλικότητα ανοιχτά και με χιούμορ, που ήταν παλαβός και μέσα στη παλαβομάρα του ανθρώπινος και υπεράνθρωπος ταυτόχρονα. Όσο περίεργο και να σου φαίνεται, η στάση του αποτέλεσε παράδειγμα, στο ότι όλες οι δυσκολίες, ιδίως αυτές που δεν μπορείς να ελέγξεις και να ξεπεράσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν δημιουργικά, πρωτότυπα ακόμα και ηδονιστικά — και τι πιο λειτουργικό από το να ξέρεις να κερδίζεις ακόμα και από τις χασούρες της ζωής;

Επίσης αποτέλεσε ένα τελείως αντισυμβατικό role model: πάντα ο πόνος ή η προσωρινή ανικανότητα τα οποία ξεπερνιούνται, θεωρούταν μια “τελετή μύησης” στη λεγόμενη αρρενωπότητα, στο να είναι κανείς άνδρας, σύμφωνα με το πως ζητάνε οι κοινωνίες να πληρεί κάποιος αυτό τον ρόλο. Βλέπεις η “αρρενωπότητα” είναι στις συνειδήσεις μας στενά συνυφασμένη με την “ικανότητα” και όποιος δεν είναι “αρρενωπός“-υπό πολλά πρίσματα, όχι μόνο το σεξουαλικό- δύσκολα θεωρείται και “ικανός” σαν άνθρωπος. Ο Bob πήρε το σφυρί του και άρχισε να χτυπάει αυτή την αντίληψη ενώ ταυτόχρονα κάρφωνε κάπου το πέος του και τραγουδούσε.

Ο Bob πονούσε διαρκώς, υποτασσόταν και όμως ήταν ικανός, ικανός για πράγματα που άλλοι φοβούνται και μόνο να τα σκεφτούν, ανθεκτικός και πάντα πρόθυμος να προσφέρει χαρά και γέλιο σε ανθρώπους που το χρειάζονταν παραπάνω απ’ ότι αυτός — σκέψου πως μέχρι τα τελευταία του συνέχιζε να εργάζεται σε κατασκηνώσεις με παιδιά που έπασχαν από κυστική ίνωση και γενικά ήταν υπέρτατος funny guy.

Περιπτώσεις σαν την δική του με τη πρώτη ματιά φρικάρουν πολλά άτομα και τα κάνουν να αναρωτιούνται “γιατί;!“. Τώρα ξέρεις γιατί. Πίσω από το κάθε ακραίο τυπάκι συνήθως κρύβονται ιστορίες περίεργες και οδυνηρές, οπότε καλό είναι πριν αρχίσουμε τους αφορισμούς σε άτομα που μπορεί να κάνουν κάτι “ενοχλητικό” αλλά ουσιαστικά μη βλαπτικό για τους τριγύρω ανθρώπους, να ρίχνουμε ένα βλέφαρο στο “πώς” και για ποιους λόγους οδηγήθηκαν εκεί.

Αυτά από εμένα. Να σας έχει καλά η πανέμορφη νεράιδα των ονείρων σας για να σας φυλάει από κάτι τρελές σαν τον Bob Flanagan.

Δείτε παρακάτω ορισμένα στιγμιότυπα σε βίντεο από αυτόν τον παλαβό άνθρωπο: