Η τοπική διαθεσιμότητα νερού μειώνεται μετά τη δενδροφύτευση

Η τοπική διαθεσιμότητα νερού μειώνεται μετά τη δενδροφύτευση

Η στάθμη των ποταμών μειώνεται σε περιοχές όπου έχουν ξανά φυτευτεί δέντρα σε καμένα δάση και λιβάδια, και δεν ανακάμπτουν με το πέρασμα του χρόνου, σύμφωνα με νέα μελέτη. Οι ποταμοί σε ορισμένες περιοχές μπορούν να εξαφανιστούν εντελώς μέσα σε μια δεκαετία μετά την αναδάσωση.

Τούτη η παράμετρος υπογραμμίζει την ανάγκη να εξετασθεί προσεκτικά από τις αρμόδιες αρχές της κάθε χώρας ξεχωριστά ο αντίκτυπος της δενδροφύτευσης που έχει στην διαθεσιμότητα νερού σε τοπικό επίπεδο, καθώς και το ευρύτερο όφελος για τη φύση, και μάλιστα είναι επικίνδυνο να γίνονται όλα αυτά χωρίς σχέδιο και στρατηγική.

Η Laura Bentley, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, η οποία ήταν επικεφαλής στη συγκεκριμένη μελέτη, δήλωσε: «Η αναδάσωση αποτελεί σημαντικό μέσο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά πρέπει να εξετάσουμε προσεκτικά όλες τις παραμέτρους πριν προβούμε σε οποιαδήποτε ενέργεια. Σε ορισμένες περιοχές, η μειωμένη διαθεσιμότητα ύδατος θα επιφέρει αρνητικές συνέπειες, όταν τα προγράμματα αναδάσωσης γίνονται ανεξέλεγκτα».

Η φύτευση μεγάλων εκτάσεων δέντρων έχει προταθεί από την επιστημονική κοινότητα ως ένας από τους καλύτερους τρόπους μείωσης των επιπέδων ατμοσφαιρικού διοξειδίου του άνθρακα, δεδομένου ότι τα δέντρα απορροφούν και αποθηκεύουν αυτό το αέριο του θερμοκηπίου, ιδιαίτερα καθώς μεγαλώνουν.

Ενώ είναι γνωστό από καιρό ότι η φύτευση δέντρων μειώνει την ποσότητα νερού που ρέει σε κοντινούς ποταμούς, δεν υπήρξε προηγουμένως κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η επίδραση αυτή μεταβάλλεται καθώς τα δάση γερνούν.

Η μελέτη εξέτασε 43 τοποθεσίες σε όλο τον κόσμο όπου έχει γίνει αναδάσωση, ενώ παράλληλα ελέγχθηκε η ροή του ποταμού ως μέτρο διαθεσιμότητας νερού στην περιοχή. Η επιστημονική ομάδα διαπίστωσε ότι μέσα σε πέντε χρόνια από τη φύτευση των δέντρων, η ροή του ποταμού είχε μειωθεί κατά μέσο όρο 25%.

Ενώ σε βάθος 25ετίας, τα ποτάμια είχαν μειωθεί κατά μέσο όρο 40%, και σε κάποιες περιπτώσεις είχαν αποξηρανθεί εξ ολοκλήρου. Η μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση της διαθεσιμότητας νερού εντοπίστηκε σε περιοχές της Αυστραλίας και της Νότιας Αφρικής.

Ο καθηγητής David Coomes στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, δήλωσε; «Η ροή των ποταμών δεν ανακάμπτει μετά τη φύτευση δένδρων, ακόμα και μετά από πολλά χρόνια, όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες στη λεκάνη απορροής.

Η παρούσα μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Global Change Biology, και έδειξε ότι ο τύπος γης όπου φυτεύονται τα δένδρα καθορίζει το βαθμό επίδρασης που έχουν στην τοπική διαθεσιμότητα ύδατος. Τα δέντρα που φυτεύονται σε φυσικούς λειμώνες (ή αλλιώς λιβάδια), όπου το έδαφος είναι υγιές, μειώνουν σημαντικά τη ροή του ποταμού. Σε εκτάσεις που προηγουμένως υποβαθμίστηκαν από τη γεωργία, η δημιουργία δασών βοηθά στην αποκατάσταση του εδάφους, ώστε να μπορεί να συγκρατεί περισσότερο νερό και να μειώνεται κοντά στη ροή του ποταμού κατά μικρότερο ποσό.

Αντιθέτως, η επίδραση των δένδρων στη ροή του ποταμού είναι μικρότερη σε ξηρότερα έτη από ό, τι τα πιο υγρά. Όταν τα δέντρα βιώνουν αντίξοες συνθήκες, κλείνουν τους πόρους στα φύλλα τους για να διατηρούν το νερό και ως εκ τούτου καταρρέουν λιγότερο νερό στο έδαφος. Κατά τη διάρκεια του υγρού καιρού, τα δέντρα χρησιμοποιούν περισσότερο νερό από το έδαφος, αλλά και τα βρόχινα νερά στα φύλλα τους.

«Η αλλαγή του κλίματος θα επηρεάσει τη διαθεσιμότητα ύδατος σε όλο τον κόσμο», δήλωσε η Bentley. «Μελετώντας τον τρόπο με τον οποίο η αναδάσωση επηρεάζει τη διαθεσιμότητα ύδατος, μπορούμε να εργαστούμε για την ελαχιστοποίηση των τοπικών συνεπειών, τόσο στο περιβάλλον, όσο και στους ανθρώπους»