Η Υπόγεια Πόλη των Πουλιών

Η Υπόγεια Πόλη των Πουλιών

Ένα πείραμα πάνω στη διαδικτυακή χρήση του λογοτεχνικού λόγου.

Σε κάθε σοβαρή πρόοδο των παρορμήσεων, τίθεται πάντα το βασικό ερώτημα της σχέσης του δημιουργού με τον κόσμο αλλά και με τον εαυτό του. Τα δυσδιάκριτα μονοπάτια της έκφρασης του ανθρώπινου λόγου ανανεώνονται, ξαναγεννιούνται ή παγώνουν κάποτε για ένα διάστημα, μέσα στη σύντομη ιστορία του.

Σήμερα -φοβάμαι- τα μονοπάτια δεν υφίστανται, παρά μόνο ως μια ρομαντική σκέψη του θεατή ενός ηλιοβασιλέματος, στη μεγαλύτερη λεωφόρο μιας μεγαλούπολης. Σε μια εποχή που καλπάζει πιο γρήγορα από την προσαρμοστικότητα της ανθρώπινης ψυχολογίας, η πρόοδος των παρορμήσεων είναι κάτι το απολύτως σχετικό γιατί -αν μη τι άλλο- δεν είναι πια ένα ζητούμενο μετρήσιμο, έστω και κατά προσέγγιση. Η τέχνη του λόγου, αυτή που μετέφερε μέσα στους αιώνες, ως καθαρό σχήμα της ανθρώπινης νόησης, την πληροφορία – χρηστική ή όχι, δεν έχει σημασία- τείνει να υποκατασταθεί από τη λογική του μέσου. Τόσο, που σε μια πρώιμη ανάγνωση του προβλήματος στη δεκαετία του 1960, δε θα διστάσουν κάποιοι στοχαστές να αναζητήσουν ένα εγχειρίδιο των προεκτάσεων του ανθρώπου, από επιλεγμένα κομμάτια -για παράδειγμα- του Σαίξπηρ: ” αναφερόταν ή όχι ο Σαίξπηρ στην τηλεόραση, στους παρακάτω γνωστούς στίχους από το Ρωμαίος και Ιουλιέττα:

  • Μα σούτ! Τι φως προβάλλει εκεί από το παράθυρο;
  • Μιλάει μα δε λέει τίποτα…!” [1]

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 το πρόβλημα είχε είδη μετατοπιστεί αλλού: “Στο internet μπορεί κανείς να κάνει τα πάντα, σε αντιστοιχία με την “πραγματική ζωή”. Είναι ένα άλλο σύμπαν, παράλληλο με το δικό μας, ένας καθρέφτης του”. Σ΄ αυτή τη φάση, αναμετρήθηκε η λογική του 0/1, ως αποκλειστική και τριών επιπέδων: αποκλεισμός σε λογικό επίπεδο, εξυπνάδα μετρήσιμη μέσω γνώσης κωδικών και αποκλεισμός μέσω της φυσικής ή ηθικής εξουδετέρωσης [2]. Τώρα, λίγα μόλις χρόνια μετά, οι πρωτόλειες (δεκαετιών πίσω) αναζητήσεις των Saussure, Benveniste, Barthes, Derrida, Peirce, Foucault και των υπολοίπων, θα πρέπει να γελούν πίσω απ΄ τα μουστάκια τους: η γλώσσα είναι μορφή και όχι υπόσταση, τελικά.

Η χρήση των νέων μέσων δεν έχει καθόλου ξεφύγει από τη λογική των σημείων, έστω κι αν αυτή έχει τοποθετηθεί και προσαρμοστεί εντέχνως – πλην όμως σαφώς- στην υπηρεσία οπτικοακουστικών, διαδικτυακών, διαδραστικών, πολιτικών, εμπορικών και δεν ξέρω και εγώ πόσων άλλων λογικών και παρορμήσεων. Σε αντίθεση με τους φόβους και τις προκαταλήψεις (κατά τη γνώμη μου, προέρχονται πια είτε από άγνοια είτε από ημιμάθεια), όλες οι παραδοσιακές μορφές έκφρασης του λόγου όχι μόνο δε μαράζωσαν αλλά, αντίθετα, γιγαντώθηκαν και ευδοκίμησαν (πράγμα που, όσοι είναι γνώστες του χώρου, το γνωρίζουν πάρα πολύ καλά).

Έτσι διαφαίνεται ότι η λογική του μέσου έχει υποκαταστήσει το λόγο ως καθαρό σχήμα. Αλλά, στην πραγματικότητα, μπορεί να μη μιλάμε πια για δυσδιάκριτα μονοπάτια, μιλάμε όμως για ποταμούς, για λεωφόρους ευκρινούς πληροφορίας. Τέτοιας ευκρίνειας και ποσότητας, που πραγματικά είναι δυσδιάκριτο το σημείο και το σημαινόμενο, αν και αποτελεί την αδιαμφισβήτητη βάση (ακόμα) ενός συστήματος, που επικαλείται την παγκοσμιότητα και τη δημοκρατία μιας διαδικτυακής λογικής αλλά στην πραγματικότητα ελέγχεται και προωθείται με την κυρίαρχη μεσαιωνική λογική του παρελθόντος.

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, από τα μέσα Μαρτίου του 2001, επιχειρείται από τον υποφαινόμενο ένα πείραμα πάνω στη διαδικτυακή χρήση του λογοτεχνικού λόγου: πρόκειται για την προσπάθεια να γίνει σταδιακή συγγραφή ενός μυθιστορήματος στο διαδίκτυο: “Η Υπόγεια Πόλη των Πουλιών” (Underground Birdland). Το πείραμα θέλει να ξεφύγει από τη λογική του marketing: ο Stephen King δημοσίευσε σε συνέχειες μερικά κεφάλαια από ένα του μυθιστόρημα και στη συνέχεια ζήτησε ένα δολάριο για κάθε κεφάλαιο από κάθε επισκέπτη, προκειμένου συνδρομητικά να επιτρέψει την παρακολούθησή του.

Τί γίνεται όμως στην περίπτωση, που το μυθιστόρημα είναι ζωντανό, ανοιχτό σε ιδέες και παρεμβάσεις, ελεύθερης πρόσβασης μέσω του διαδικτύου, προσαρμοζόμενο σε ένα ετερόκλητο κοινό από όλην την υφήλιο, που θα μεταφέρει νοοτροπίες, ιδέες και σκέψεις στο δημιουργικό μέρος του συγγραφέα; Τί γίνεται, όταν ανοίγεται στο χώρο και το χρόνο η λογοτεχνική έκφραση, όταν είναι άυλη και μη τυπωμένη σε χαρτί, αλλά “εντυπωμένη” σε έναν ψηφιακό κόσμο; Ο θεατής στη λεωφόρο της πόλης το ηλιοβασίλεμα διακρίνει καθόλου ένα προαιώνιο μονοπάτι; Συμμετέχει, προβληματίζεται ή αγνοεί τα σημεία, αναγνωρίζοντας τελικά ως σημείο μόνο το διαδίκτυο αυτό καθ΄ αυτό;

Η διαδικτυακή χρήση του λογοτεχνικού λόγου ακολουθεί ακόμα τα πρότυπα της παρουσίασης. Στην καλύτερη περίπτωση της μίμησης ενός εντύπου, που αποζητάει αναγνώστη. Όμως, η εξέλιξη των πραγμάτων είναι τραγικά γρήγορη. Είναι αλήθεια τελικά; Ab aeterno, η εσώτερή μας ανθρώπινη φύση, το κοινό υπόστρωμα όλων μας, βρίσκει στο όνειρο μια βαθιά ηδονή και μια αναγκαία χαρά [3]; Ή απλώς, αλλάζει ουσιαστικά η σχέση των πραγμάτων στο μεταίχμιο των καιρών, αναζητώντας τον πλανόδιο (ψηφιακό) ψυχαγωγό, μιας άλλης εποχής;

Σημειώσεις:

  1. Marshall McLuhan, “The medium is the message”, στο: Understanding media: the extensions of man, McGraw -Hill, Νέα Υόρκη, 1964.
  2. Χρυσούλα Κ. Κωνσταντοπούλου, “Θέματα Μεταμοντέρνας Επικοινωνίας”, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1995.
  3. Φρειδερίκος Νίτσε, “Η Γέννηση της Τραγωδίας”, εκδόσεις ΜΑΡΗ, Αθήνα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας