Η ζωή και το έργο του Thomas Hart Benton

H ζωή και το έργο του Thomas Hart Benton

Ο Τάκης δεν είναι ο μόνος άνθρωπος στη συντακτική ομάδα του Texnologia.Net που μισεί το καλοκαίρι. Αυτή τη φρικτή, ζεστή εποχή με τον απάνθρωπα ενοχλητικό ήλιο — οι άνθρωποι ξεχύνονται σα νεογέννητα καρέτα-καρέτα στις παραλίες της επικράτειας, για να τσαλαβουτήσουν στα νερά, να παίξουν ρακέτες και να επιδοθούν σε μια σειρά από άλλες βαρετές και ανούσιες κατά τη γραφούσα ασχολίες.

Και αναρωτιέμαι, εγώ τι διάολο κάνω εδώ, αφού εσύ πιθανόν είσαι βουτηγμένος στα νερά και απολαμβάνεις τον ήλιο που σου τρατάρει όμορφα εγκαύματα και μελανώματα; Μέχρι να κατεβάσουμε ρολά για πάρουμε τα βουνά, το καθήκον παραμένει καθήκον, οπότε η βιογραφία της εβδομάδας πρέπει να γραφτεί.

Σήμερα, που λες, σου έψησα ζωγράφο, όπως και την προηγούμενη εβδομάδα — μόνο που αυτή τη φορά το φρούτο μας έρχεται από την μαγική Αμερική. Εδώ να σημειώσω πως έχω ένα θέμα με τους περισσότερους Αμερικάνους ζωγράφους του 20ου αιώνα και δη τους ρεζιοναλιστές. Η δουλειά τους είναι απλά δύσκολο να “μου μιλήσει“. Φταίνε τα χρώματά τους; Οι φόρμες και οι υφές τους; Η θεματολογία τους; Ίσως όλα αυτά, ίσως και το γεγονός πως είμαι συνηθισμένη στο να βλέπω και να εκτιμώ ευρωπαϊκές ζωγραφικές τάσεις.

Παρ’ όλα αυτά όμως, όταν έπεσα πάνω στη δουλειά του Thomas Hart Benton έβγαλα γούστα, άσχετα με το αν είναι ρεζιοναλιστής. Όλα του τα στοιχεία -χρωματικά, μορφολογικά και θεματολογικά- φώναξαν στο ματάκι μου ένα τρανταχτό “ναι“. Και επειδή είναι ωραίο να μοιράζεσαι τα γούστα σου, στο σημερινό άρθρο θα ασχοληθούμε με τον βίο και το έργο του μπαρμα Thomas.

Χωρίς άλλες περιστροφές πάμε στο κυρίως θέμα μας.

Ο Thomas Hart Benton (ελληνικά: Τόμας Χαρτ Μπέντον) γεννήθηκε στις 15 Απριλίου του 1889 στο Neosho του Μισούρι, από οικογένεια χωμένη στην πολιτική. Ο πατέρας του, Maecenas Benton, εκλέχθηκε βουλευτής της αμερικάνικης κυβέρνησης τέσσερις φορές, ενώ ο θείος του με τον οποίον μοιράζονταν ακριβώς το ίδιο όνομα -ο μπαμπάς Benton ονόμασε έτσι τον γιόκα του προς τιμήν του θείου- ήταν ένας από τους δύο πρώτους γερουσιαστές των ΗΠΑ.

Όπως ήταν αναμενόμενο, με τέτοιο παρελθόν και πετριά με τη πολιτική, ο μπαρμπα-Benton ήθελε ντε και καλά ο γιος του να γίνει πολιτικάντης, στέλνοντας τον μάλιστα στη Western Military Academy για να τον προετοιμάσει για πολιτικό βίο, όταν ο Thomas ήταν 17. Το πρόβλημα εδώ είναι πως ελάχιστα παιδιά επιθυμούν να γίνουν προεκτάσεις του εγωισμού των γονιών τους και, φυσικά, του Thomas στα καρκάλια του η πολιτική καριέρα.

Με μια μάνα λίαν φιλότεχνη, έμαθε από μικρός να αγαπάει τη ζωγραφική — και αυτή ήταν που τον καλούσε. Οπότε με το σαπόρτι της μαμάς και παρά τις αντιρρήσεις του μπαμπά, ο νεαρός γράφτηκε στο Ινστιτούτο Τέχνης στο Σικάγο. Μια διετία αργότερα μετακόμισε στο Παρίσι και παρακολούθησε μαθήματα στην Académie Julian.

Τελειώνοντας τις σπουδές του, εν έτει 1913, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, ένα χρόνο αργότερα όμως τον τσίμπησαν για να υπηρετήσει στο Ναυτικό, μιας και είχε σκάσει ο Α! Παγκόσμιος. Υπηρέτησε στο Norfolk της Βιρτζίνια, όπου οι ανώτεροί του τον κατεύθυναν στο να ζωγραφίζει έργα που είχαν να κάνουν με την ναυτική ζωή. Ο ρεαλισμός με τον οποίο ήταν αναγκασμένος να δουλεύει τον επηρέασε ιδιαίτερα και στη μεταγενέστερη δουλειά του.

Τα ύστερα χρόνια του πολέμου, ανέλαβε το πόστο του “camoufleur“, δηλαδή του τυπακίου που καθόταν και ζωγράφιζε παραλλαγές πάνω στα πλοία, ώστε αυτά να μην εντοπίζονται εύκολα από τον εχθρικό στόλο. Παράλληλα, λόγω της ζωγραφικής του εμπειρίας, ήταν υπεύθυνος στο να ελέγχει και το αν οι υπόλοιποι καμουφλάζηδες έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Καιρό μετά την αποστράτευσή του ισχυριζόταν πως η δουλειά του στο Πολεμικό Ναυτικό ήταν ό,τι πιο σημαντικό είχε κάνει σαν καλλιτέχνης.

Τελειώνοντας με πολέμους, θητείες και ζωγραφικές πάνω σε πλοία, γύρισε πίσω στη Νέα Υόρκη. Εκεί, στις αρχές των ’20s τα έσπασε ζωγραφικά και ιδεολογικά με τον μοντερνισμό και ξεκίνησε να δουλεύει πάνω σε ένα νατουραλιστικό και εικονογραφικό ύφος που πλέον γνωρίζουμε ως ρεζιοναλισμό. Παράλληλα ήταν οργανωμένος και ενεργός αριστεριστής.

Το 1922, σε ηλικία 33 ετών παντρεύτηκε την Ιταλίδα Rita Piacenza την οποία γνώρισε όταν εργαζόταν ως δάσκαλος ζωγραφικής σε για μια συνοικιακή οργάνωση στη Νέα Υόρκη. Μια δεκαετία αργότερα άρχισε να γίνεται γνωστή η δουλειά του, όταν του επιτράπηκε να ζωγραφίσει τις τοιχογραφίες του στην έκθεση Century of Progress στο Σικάγο. Οι τοιχογραφίες αυτές είναι γνωστές ως Indiana Murals και προκάλεσαν σουσουροειδείς αντιδράσεις στο κοινό, μιας και ο Benton δε κώλωσε να ζωγραφίσει καθημερινούς ανθρώπους, ιστορικά γεγονότα που κάποιοι θα ήθελαν να μείνουν κρυμμένα βαθιά στο χρονοντούλαπο και μέλη της Ku Klux Klan ντυμένα με φουλ περιβολή. Κυρίως αυτό το τελευταίο στοιχείο έκανε αρκετό κόσμο να επιτεθεί στο έργο του.

Οι συγκεκριμένες τοιχογραφίες βρίσκονται πλέον στο Indianna University.

Την ίδια χρονιά φιλοτέχνησε ακόμη μια σειρά από τοιχογραφίες, με συνολικό τίτλο “The Arts of Life in America” για το Whitney Museum of American Art. Η εν λόγω σειρά έχει έναν σχεδόν λαογραφικό χαρακτήρα και τα 4 μεγαλύτερα της panel αποτελούνται από τα έργα “Arts of the City“, “Arts of the West“, “Arts of the South” και “Indian Arts“.

To 1934 το έργο του συμπεριλήφθηκε στο Times, σε ένα από τα πρώτα έγχρωμα εξώφυλλα αυτού, μαζί με τα έργα των Grant Wood και John Steuart Curry. Ο τίτλος του άρθρου που αφορούσε τις αφεντιές τους ήταν “The U.S. scene” και χαρακτήριζε αυτούς τους τρεις ως ήρωες της αμερικάνικης τέχνης και τον ρεζιοναλισμό ως ένα σημαντικό ζωγραφικό κίνημα. Το “τόσο” έγινε λίγο “τόοοοοσο” στη προκείμενη, αν με ρωτήσεις αναγνωστούδι μου, αλλά εμείς τον Benton συνεχίζουμε να τον γουστάρουμε.

Το 1935, αφού ήδη είχε αποξενωθεί από τα αριστεριστικά κινήματα και τις τάσεις που επικρατούσαν στον κόσμο της τέχνης του Παρισιού και της Νέας Υόρκης, αποφάσισε να μετακομίσει μαζί με τη φαμίλια του στο Μισούρι. Εκεί έκανε μερικά από τα γνωστότερά του έργα, ανάμεσα σε αυτά και τη “Περσεφόνη“, ένα αλληγορικό γυμνό που σόκαρε και μάλιστα χαρακτηρίστηκε από μια ιστορικό τέχνης ως “ένα από τα σημαντικότερα έργα της Αμερικάνικης πορνογραφίας“.

Το 1937 εξέδωσε την αυτοβιογραφία του με τίτλο “Artist in America“, η οποία έλαβε θετικές κριτικές. Την ίδια χρονιά άρχισε να εργάζεται πάνω σε λιθογραφίες, τις οποίες πουλούσε γύρω στα 5 δολάρια τη μία, μέσω μιας γκαλερί στη Νέα Υόρκη.

Ήδη από τα χρόνια που βρισκόταν στη Νέα Υόρκη εργαζόταν ανελλιπώς ως δάσκαλος ζωγραφικής, έχοντας υπό την διδασκαλία του μεγάλο μέρος της νεότερης φουρνιάς Αμερικάνων καλλιτεχνών, ανάμεσα σε αυτούς και τον Jackson Pollock. Συνέχισε να εργάζεται ως δάσκαλος ως το 1941.

Εκείνη τη χρονιά απορρίφθηκε και από το Art Institute, επειδή άρχισε να πετάει φαρμακερά σχόλια για τα μουσεία τέχνης καθώς και τους ομοφυλόφιλους, που κατά τον ίδιο είχαν μεγάλη και αρνητική επιρροή στο κόσμο της τέχνης και όχι μόνο. Εδώ μας τα χαλάει ο Benton, αλλά αυτή η στάση του απέναντι στην ομοφυλοφιλία είναι λίγο ή πολύ αναμενόμενη για την εποχή του, άσχετα με τις αριστερές του ιδέες.

Κατά τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο, έστρεψε τη θεματολογία της δουλειάς του σε αντιναζιστική προπαγάνδα, τονίζοντας μέσα από το έργο του πόσο βλαβερός είναι ο ναζισμός και ο φασισμός για τα αμερικάνικα ιδανικά — υπήρξαν άραγε ποτέ, πραγματικά, τα τελευταία;

Μετά τον πόλεμο ο ρεζιοναλισμός άρχισε να χάνει έδαφος, καθώς άρχισε να σκάει μύτη ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός, αλλά ο Benton συνέχισε να είναι καλλιτεχνικά ενεργός μέχρι τα τελευταία του. Για την ακρίβεια μας άφησε χρόνους στις 19 Ιανουαρίου του 1975, μέσα στο στούντιό του, αφού μόλις είχε ολοκληρώσει τη τοιχογραφία “The Sources of Country Music“. Δέκα εβδομάδες αργότερα πήγε και η γυναίκα του να τον βρει στον άλλο κόσμο. Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του το σπίτι και το εργαστήριο του μετατράπηκαν σε μουσεία αφιερωμένα στη ζωή και το έργο του.

Αυτά για σήμερα. Ελπίζω να σου άρεσε ο κύριος Benton — και αν είσαι από εκείνους που μένουν μπάστακες στις πόλεις τα καλοκαίρια, θα τα πούμε πάλι την επόμενη εβδομάδα.