Ιδέες και θεωρία: η πολιτική διαφορά

Ιδέες και θεωρία: η πολιτική διαφορά

Το τελευταίο από τα 200 και πλέον σχόλια στην προηγούμενη επιφυλλίδα μου για το πόσο είναι πολιτικά αδιάφορη η θέση «τα πάντα είναι κοινωνικές κατασκευές», με κατηγορεί πως υποστηρίζω πως «οι ιδέες είναι ασήμαντες». Τίποτα δεν είναι λιγότερο αληθινό: το «οι γυναίκες περιθωριοποιούνταν επί μακρόν λόγω μιας ανδροκρατικής κουλτούρας» είναι μια ιδέα. Το «οι ομοφυλόφιλοι στερήθηκαν πολλά από τα πολιτικά τους δικαιώματα» είναι μια ιδέα. Κι αυτές οι ιδέες είχαν πελώριες επιπτώσεις· αμφότερες οδήγησαν σε κοινωνική δράση, που άλλαξε τα πολιτικά και πολιτιστικά μας δεδομένα.

Αλλά το «τα μπάντα είναι κοινωνικές κατασκευές» δεν είναι μια ιδέα· είναι μια πρόταση με υψηλή, μάλλον αφηρημένη, διάρθρωση. Είναι, αν θέλετε, μια θεωρία, υπό την έννοια μιας θέσεως που υπερίπταται των ατόμων, αλλά ταυτόχρονα προλέγει –πριν καν έρθει σε επαφή με τα άτομα- πώς αναγκαστικά θα μοιάζουν αυτά και ποια θα είναι η ουσία τους. «Η αλήθεια είναι ζήτημα γνώσης των γεγονότων όπως συμβαίνουν πράγματι, πέραν των ιδεολογικών ή επιστημολογικών παραμορφωτικών φακών», είναι μια θεωρία. «Η αλήθεια επιβεβαιώνεται ή διαψεύδεται από δεδομένα, που είναι δεδομένα μόνο στο πλαίσιο ενός επιστημονικού υποδείγματος» είναι μια άλλη θεωρία, αντίθετη με την πρώτη (είναι μια εκδοχή του «τα-πάντα-είναι-κοινωνικές-κατασκευές»).

Σημειώστε πως καμία από τις θεωρίες αυτές δεν εξαρτά την επαλήθευσή της από συγκεκριμένα γεγονότα· αδιαφορούν πλήρως για τα γεγονότα. Απλά λένε πως ό,τι κι αν συμβαίνει, αυτό θεωρείται «γεγονός» ή «αλήθεια» είτε λόγω της αλληλοσχέτισής του με την πραγματικότητα, είτε λόγω της συνάφειάς του με μια σειρά ειδικών παραδοχών που βρίσκονται με τη σειρά τους σε συνάφεια με κάποιο επιστημονικό υπόδειγμα. Όσον αφορά τα συγκεκριμένα γεγονότα, σαν αυτά που συναντώνται στο πολιτικό ή νομικό πλαίσιο, οι θεωρίες δεν έχουν να πουν το παραμικρό· αν προστρέξεις σε αυτές για να δεις τι μπορείς να κάνεις (και όχι να γνωρίσεις τους γενικούς επιστημολογικούς όρους εντός των οποίων θα το κάνεις) δεν έχουν να σου προσφέρουν τίποτα.

Αντίθετα, μια ιδέα βοηθά: η διαφορά μεταξύ μιας ιδέας και μιας θεωρίας είναι πως η πρώτη μπορεί να γεννήσει ένα πολιτικό πρόταγμα, πως συνιστά μια έκκληση σε δράση -η δεύτερη όχι. Όσοι πιστεύουν πως «οι-γυναίκες-περιθωριοποιούνταν-και-καταπιέζονταν-επί-πολύ-καιρό» έχουν κάτι να κάνουν -να προτείνουν νομοθετικές αλλαγές, να οργανώσουν συγκεντρώσεις, να ασχοληθούν με την αλλαγή στις εργασιακές ή τις ερωτικές σχέσεις. Οι ιδέες άρα ωθούν σε κάποια δράση. Όσοι πάλι πιστεύουν πως «Η αλήθεια είναι ζήτημα γνώσης των δεδομένων της πραγματικότητας» το μόνο που καλούνται να πράξουν είναι να συζητούν (δια παντός, όπως αποδείχθηκε) με όσους πιστεύουν το ανάποδο.

Ας πούμε πως αντιπαρατίθεστε με κάποιον για το αν αυτή η θέση είναι ορθή: αναφέρετε ορισμένα δεδομένα, αλλά ο συνομιλητής σας αντιλέγει πως αυτά που εσείς θεωρείτε «δεδομένα», δεν είναι «δεδομένα» παρά εντός του πλαισίου ενός συγκεκριμένου υποδείγματος. Εσείς μετά, καλά θα κάνετε να πείτε κάτι σαν «αυτό δεν προάγει το διάλογο, διότι δε υποστηρίζει τίποτα· αν έχεις δίκιο και το τι είναι “δεδομένο” εξαρτάται από το υπόδειγμα στο οποίο εντάσσεται, είναι άρα κοινωνική κατασκευή, τότε αυτό αφορά όλα τα δεδομένα, και άρα δεν μπορούμε να συζητήσουμε για κανένα συγκεκριμένο γεγονός· βρισκόμαστε πάντα στο ίδιο σημείο. Αν πάλι έχεις λάθος, και το γεγονός εξαρτάται από την εμπειρική του επιβεβαίωση…» (ό,τι κι αν εννοείτε με αυτό) «…αυτό συμβαίνει σε ένα τόσο γενικό επίπεδο, που δε μας λέει τίποτα για την αλήθεια ή όχι ενός συγκεκριμένου γεγονότος… Οπότε καλύτερα να πάψουμε να τσακωνόμαστε για θεωρίες».

Κοντολογίς: οι θεωρητικές διατυπώσεις δεν απαντούν σε πολιτικά/εμπειρικά ζητήματα.

Κανά δυο σχόλια μού υπενθύμισαν πως και όμως, τα πράγματα αλλάζουν: οι γυναίκες απέκτησαν δικαίωμα ψήφου· οι Αφροαμερικάνοι κάθονται στις μπροστινές θέσεις των λεωφορείων και στις κύριες αίθουσες στα εστιατόρια· οι ομοφυλόφιλοι αναγνωρίστηκαν κ.ο.κ. Και πως αυτές οι αλλαγές συνοδεύονται από αλλαγές στον κατεστημένο τρόπο σκέψης, από ανατροπές κυρίαρχων ιδεών ή αντιλήψεων. Συμφωνώ απολύτως! Απλά λέω πως δεν είναι οι θεωρίες που το έκαναν αυτό, διότι ο βαθμός αφαιρετικότητας στον οποίο διατυπώνονται τις καθιστά «κενές» από εμπειρική άποψη (αυτός εξάλλου είναι ο σκοπός της θεωρίας) και άρα ανίκανες να επηρεάσουν απτές και συγκεκριμένες καταστάσεις.

Οι συγκεκριμένες και απτές καταστάσεις απαιτούν απτές και συγκεκριμένες, όχι θεωρητικές, απαντήσεις.

Πάρτε το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων. Ο Κόρσεν (H. R. Course) π.χ. αναφέρει πως ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ (Martin Luther King) διεύρυνε τη συνείδησή του. Θα πρόσθετα πως ο Κινγκ το προκάλεσε αυτό επίσης σε χιλιάδες ανθρώπους. Αλλά δεν το έκανε προκρίνοντας μια επιστημολογική προσέγγιση: το έκανε οργανώνοντας και τιθέμενος επικεφαλής μια πολυπληθούς πορείας αφύπνισης· το έκανε γράφοντας μια επιστολή από τη φυλακή του Μπέρμιγχαμ, όπου ανέφερε με μεγάλη περιγραφική δεινότητα τα δεινά και τις ταπεινώσεις που υφίστατο ο ίδιος, η οικογένειά του και οι ομόφυλοί του. Αφύπνισε πράγματι τη συνείδηση του έθνους. Αλλά δεν άλλαξε τη χώρα αυτή προωθώντας μια θεωρία περί της αξίας του εμπειρισμού ή της κοινωνικής κατασκευής των πάντων. Για να τα πούμε όλα, οι συμμετέχοντες στο κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων ίσως να προσέτρεχαν ευκαιριακά σε κάποια θεωρία, αλλά μόνο για να στηρίξουν ένα επιχείρημα («μας καταπίεζαν και μας εκμεταλλεύονταν») που η θεωρία αυτή καθ’ αυτή δεν μπορούσε να γεννήσει. «Συχνά οι καταπιεσμένοι και περιθωριοποιημένοι νιώθουν την ανάγκη να προσαρτηθούν σε ένα “ιδανικό” για να πραγματοποιήσουν την απελευθέρωσή τους» όπως είπε ο Αχμέντ (Ahmed). Η ανάγκη αυτή είναι ρητορικής φύσεως και ακολουθεί την ανάγκη για απελευθέρωση, που όμως αναδύθηκε στον πραγματικό κόσμο, όχι σε κάποιο θεωρητικό πλαίσιο.

Ένα άλλο παράδειγμα: Ο «ΝΚ» αναφέρει πως κάποια στιγμή οι ομοφυλόφιλοι άρχισαν να «ρωτάνε πράγματα του τύπου “και πώς θα ένιωθες αν σε μεταχειρίζονταν τόσο άσχημα όσο εμάς;”». Αλλά αυτή δεν είναι μια θεωρητική ερώτηση· είναι μια ερώτηση που καλεί το συνομιλητή της να «μπει στο πετσί» όσων έχουν περιθωριοποιηθεί. Δεν προσκαλεί γενικά στην «εμπάθεια» σαν μια οικουμενική αρχή -σε αντίθεση με ό,τι φαίνεται να υποστηρίζει ο Ρίτσαρντ Ρόρτι (Richard Rorty)- αλλά σε μια συγκεκριμένη μορφή εμπάθειας, προς μια συγκεκριμένη ομάδα, που βιώνει μια συγκεκριμένη εμπειρία.

Τα παραπάνω παραδείγματα ουδόλως διαψεύδουν τη θέση μου περί της πολιτικής ανικανότητας της θεωρίας· ίσα-ίσα, την επιβεβαιώνουν. Μερικοί αναγνώστες μοιάζει να ανησυχούν πως χωρίς θεωρητικό υπομόχλιο, το κατεστημένο θα παγιωθεί και η πολιτική εξέλιξη θα ακινητοποιηθεί. «Είμαστε υποχρεωμένοι διαρκώς να αναστοχαζόμαστε τις βασικές υποθέσεις μας», γράφει ο «άρμπιτροτ». Στην πράξη όμως, συμβαίνει ακριβώς το ανάποδο: η πολιτική έχει βραχυκυκλωθεί από τις πλάνες υποσχέσεις της θεωρίας, από την πίστη πως αν τακτοποιήσουμε τα θεωρητικά μας εννοιολογικά εργαλεία, αν υιοθετήσουμε την αρμόζουσα αφήγηση για την αλήθεια, τα υποκείμενα, τα δεδομένα, τα τεκμήρια, τις ερμηνείες κ.ο.κ. θα βρεθούμε με ένα πολιτικό πρόγραμμα στο χέρι. Ε λοιπόν όχι, το μόνο που θα καταφέρουμε θα είναι να έχουμε αναδιατάξει τη θεωρητική μας «επίπλωση». Οι αδικίες που ελπίζαμε να διορθώσουμε θα εξακολουθούν να είναι παρούσες, παρά την ολοκαίνουργια φανταχτερή νέα θεωρητική μας ορολογία.

Αν αποφασίσεις να «αναστοχαστείς τις βασικές υποθέσεις σου», δεν ξέρεις τι ακριβώς να αναστοχαστείς. Προφανώς δεν μπορείς να αναστοχαστείς τα πάντα, και χρειάζεσαι ένα μηχανισμό επιλογής για να μην αποπροσανατολιστείς εντελώς· το μόνο σίγουρο είναι πως ο αναστοχασμός δεν μπορεί να σου δώσει την απτή, πραγματική νέα κατεύθυνση που τόσο χρειάζεσαι.

Τι πρέπει άρα να κάνουμε αν θεωρούμε πως η κατάσταση μερικών πραγμάτων είναι φοβερά λάθος; O Σον Πίντζον (Sean Pidgeon) μας έδωσε μιαν απάντηση: «ξεφορτώσου όλα τα ρητορικά σχήματα και επιχειρηματολόγησε». Χρησιμοποιεί για παράδειγμα το φεμινισμό: «οι φεμινιστές δεν είπαν πως η πατριαρχία ήταν κοινωνικά κατασκευασμένη», θεωρώντας πως έτσι έκαναν ένα βήμα προς την ανατροπή της. Αντ’ αυτού, «οι φεμινιστές είπαν πως η πατριαρχία ήταν λάθος» κι υπογράμμισαν ορισμένες επιζήμιες κι εξευτελιστικές πρακτικές της. Ο «τζονπροφ» (Jonprof) γενικεύει την παρατήρηση αυτή: «όσοι δε θεωρούνται πολιτικές οντότητες μπορούν να κατοχυρωθούν, να αναγνωριστούν και να αναδειχθούν σε συνομιλητές μόνο χάρη στην πολιτική δράση».

Ο Ρίτσαρντ Ρόρτι έχει πει το ίδιο με μια κομψή και περιεκτική διατύπωση: «ο χρόνος θα δείξει -όχι η επιστημολογία». Πράγματι, η ροή του χρόνου θα επιφέρει αλλαγές σε πολλά από όσα ξέρουμε ή σκεφτόμαστε ή για τα οποία ανατραφήκαμε, και η επιστημολογία (μια γενική αφήγηση περί της γνώσης που δεν αναφέρεται σε κανένα συγκεκριμένο πεδίο της γνώσης) δε θα συγκαταλέγεται σε αυτά. Η επιστημολογία (η αφαιρετική θεωρητικοποίηση της γνώσης) είναι διασκεδαστική, αλλά δεν χρησιμεύει για εμπειρική δουλειά.

Μπορείτε να το επιβεβαιώσετε αυτό ξαναδιαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές, που είναι θεωρητικές μιας και δεν αναφέρθηκε καμία απτή θέση για το ρατσισμό ή το φεμινισμό ή την ομοφοβία. Αυτό που κάναμε, είναι να ιχνηλατήσουμε τις διαφωνίες μεταξύ εμού και ορισμένων αναγνωστών μου για το αν οι θεωρητικές διατυπώσεις έχουν πολιτικές επιπτώσεις. Ας πούμε πως συμφωνείτε μαζί μου ή πως διαφωνείτε (που μου φαίνεται και το πιθανότερο) με τους επικριτές μου. Όπως και να ‘ναι, όταν με το καλό κατέβετε από τις υψιπετείς αετοφωλιές της θεωρητικολογίας, δε θα κουβαλήσετε μαζί σας τίποτα ούτε κατ’ ελάχιστο χρήσιμο για την επίλυση κάποιου από τα προβλήματα του πραγματικού κόσμου, που τόσο μας ταλανίζουν.

Όχι, η θεωρία δεν είναι επ’ ουδενί η αναγκαία αφετηρία για την πολιτική δράση. Κι αυτό δε το λέμε για να την επικρίνουμε, αλλά για να την αναγνωρίσουμε όπως είναι -και να πάψουμε να της ζητάμε πράγματα που δεν μπορεί να κάνει.

Άρθρο του Stanley Fish, είναι νομικός και θεωρητικός της λογοτεχνίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας