Ήμασταν κάποτε ωραίοι

Ήμασταν κάποτε ωραίοι

Ο Ιταλός Αντριάνο Πανάτα τίναξε την σκόνη από το μπλουζάκι του και προχώρησε στο γήπεδο. Είχε έναν αγώνα να κερδίσει. Το Ρολάν Γκαρός από τον Μπιορν Μποργκ….

Οι φίλοι τον έλεγαν βασιλιά των τερέν. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’30, ο Μπιλ Τίλντεν («Μπιγκ Μπιλ») για τους δημοσιογράφους, δεν είχε χάσει αγώνα. Δέκα Γκραν Σλαμ (Αυστραλιανό Όπεν, Ρολάν Γκαρός, Γουίμπλεντον και Αμερικάνικο Όπεν), επτά αμερικανικά πρωταθλήματα και περισσότερα ρεκόρ από Μποργκ και Φέντερερ. «Έμπαινε στο γήπεδο και έτρεχε σαν ζαρκάδι», έγραφε ο Allison “Al” Danzig, σχολιαστής των αγώνων για τους Νew York Times πάνω από σαράντα χρόνια. Φορούσε πάντα ριγωτό πουλόβερ, μακριά παντελόνια και μπριγιαντίνη στα μαλλιά -κάτι σαν τον Don Draper στα 30’s- και ήταν κυριολεκτικά αήττητος. Ήταν η εποχή που οι τενίστες είχαν δική τους μόδα.

Την είχε δημιουργήσει μερικά χρόνια νωρίτερα ο Ρενέ Λακόστ που κατάλαβε γρήγορα ότι τα «λεφτά» είναι στην ετικέτα. Μετά την πρώτη του νίκη το 1926 ανέβασε το παντελόνι πιο ψηλά και φόρεσε το πρώτο πόλο μπλουζάκι που παρήγγειλε σε ένα Λονδρέζο ράφτη, με βάση την στολή των Βρετανών παικτών πόλο στην Ινδία. Όταν εμφανίστηκε στο Αμερικάνικο Όπεν κρατώντας μια βαλίτσα από δέρμα κροκόδειλου οι Αμερικανοί του κόλλησαν το παρατσούκλι Αlligator (βοηθούσε και η κατατομή του προσώπου του) που του έδωσε την τρελή ιδέα να κεντήσει ένα κροκόδειλο στο σακάκι. Τα επόμενα χρόνια εφηύρε τη μηχανή εκτόξευσης της μπάλας αλλά στην ιστορία έμεινε, τελικά, για τον κροκόδειλο.

Την ίδια εποχή στις ΗΠΑ έκανε θραύση ο Φρανκ Σιλντς, παππούς της Μπρουκ Σιλντς, με αδυναμία στο αλκοόλ και τα slim sweater που δεν αποχωριζόταν ποτέ. Μαζί με τον Άγγλο Φρεντ Πέρι λανσάρουν την μόδα των παικτών τζέντλεμαν. Το 1933 συναντιέται με τον επίσης Άγγλο Χένρι Μπάνυ Όστιν και κάνουν το χρυσό δίδυμο του Κυπέλλου Ντέιβις για τρεις συνεχόμενες χρονιές. Τότε ήρθε η απίθανη (για την εποχή) ιδέα στον Όστιν να παρουσιαστεί πρώτη φορά μπροστά στη βασιλομήτωρ με κοντό παντελονάκι. Όχι ακριβώς σορτς, λίγο μακρύτερο, αλλά τα πλήθη φώναζαν έξαλλα από ενθουσιασμό. Ο Όστιν έγινε διάσημος, έπαιξε σε φιλικά με τον Τσάρλι Τσάπλιν και τον Ρούσβελτ και όπως έλεγε ο φίλος του, Πίτερ Ουστίνοφ, μισό μέτρο ύφασμα ήταν ικανό να του εξασφαλίσει την αιωνιότητα.

Η πρώτη ρωγμή στο πρωτόκολλο έγινε με τον Αυστραλό Ροντ Λέιβερ που κέρδισε δυο φόρες τα τέσσερα Γκραντ Σλαμ την ίδια χρονιά. Ατίθασο ξανθό μαλλί και η γλώσσα έξω κάθε φορά που σκόραρε, ήταν το πρότυπο του μουστακαλή Σταν Σμιθ που προσέγγισε το 1971 η Adidas για να διαφημίσει το μοντέλο Haillet. O Σταν υπέγραψε το συμβόλαιο το 1973 -το 13ο πιο δαπανηρό συμβόλαιο όλων των εποχών- και το 1978 αφαιρέθηκε το όνομα Haillet για να αντικατασταθεί με το Stan Smith κερδίζοντας μια θέση στα βραβεία Γκίνες με 22 εκατομμύρια ζευγάρια σε μια δεκαετία. Ο Σμιθ ήταν το πρώτο κακό παιδί της δεκαετίας του ’70 μαζί με τον Βίτας Γκερουλάιτις, τον Λιθουανό από το Μπρούκλιν που «το πρωί χτυπούσε σαν αστραπή», όπως έγραφαν οι εφημερίδες, «και τα βράδια «προπονούσε τους νεότερους, Μπιορν Μποργκ, Τζον Mακ Ενρό και Aντρέ Αγκάσι στο Studio 54 και στο Xenon της Νέας Υόρκης».

«Ιδιοφυείς, γρήγοροι, ατίθασοι, με το δικό τους τρόπο παιχνιδιού, κατάφεραν να κάνουν το τένις λαϊκό άθλημα», έγραφε το Sports Illustrated της εποχής. «Τα κορίτσια πέθαιναν για την κορδέλα στα μαλλιά του Σουηδού Μποργκ, τα ριγέ φανελάκια του Μακ Ενρό και τις πολύχρωμες εφαρμοστές φόρμες ποδηλάτη κάτω από τα σορτς του Αγκάσι». Μέχρι τα 26 του που αποσύρθηκε ο Μποργκ είχε κερδίσει 11 Γκραντ Σλαμ, υπογράφοντας το μεγαλύτερο συμβόλαιο για παίκτη τένις και αυξάνοντας την περιουσία του κατά ένα νησί στη Σουηδία και ένα penthouse στο Μόντε Κάρλο. Ο μόνος που κατάφερε να τον νικήσει δυο φορές στο Ρολάν Γκαρός ήταν ο Ιταλός Αντριάνο Πανάτα, ο απόλυτος αντι-Μποργκ. Μαύρο μαλλί Αλέν Ντελόν, στυλ Ανιέλι, ήταν χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της ιταλικής σχολής που δεν έβγαλε ποτέ μεγάλα αστέρια αλλά έδωσε κλασικά icons που ακολουθούν κατά βήμα οι νεότεροι Ρότζερ Φέντερερ και Νόβακ Τζόκοβιτς.

Ο τελευταίος των «κακών παιδιών» ήταν ο Γάλλος Γιαννίκ Νοά. Όχι μόνο λόγω στυλ αλλά και γιατί έλεγε αυτά που οι άλλοι απέφευγαν. Το 1997 ομολόγησε ότι το 1981 είχε πάρει μαριχουάνα πριν τον αγώνα και οι αμφεταμίνες είναι κοινό μυστικό στους παίκτες αυτού του επιπέδου, αφού εξασφαλίζουν υψηλές επιδόσεις. Όταν, λοιπόν, μπήκε στην αρένα ο Γερμανοτζαμαικανός Ντάστιν Μπράουν με τα ράστα και την κομμένο t-shirt με την νεκροκεφαλή (σήμα της Hydrogen), o χίπστερ Μίλος Ραόνικ και o Τόμας Μπέρντιχ με το χαβανέζικο πουκάμισο H&M ο δρόμος ήταν ήδη στρωμένος με ροδοπέταλα. Μόνο που το τένις δεν είναι το ίδιο. «Εμείς», σημειώνει ο Νοά στην αυτοβιογραφία του, «φτιάχναμε μόδα. Τώρα φορούν μόδα». Σύμφωνα με το Forbes, o Φέντερερ είναι πρώτος στη λίστα των πιο ακριβοπληρωμένων παικτών στον κόσμο με 54,3 εκατ. δολάρια περιουσία και συμβόλαια με Νike, Rolex, Credit Suisse, Mercedes-Benz και Gillette, ο Ναδάλ με Nike και Kia, και ο Τζόκοβιτς με την Uniqlo μετά την απόσυρση της Sergio Tacchini που δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο ύψος των απαιτήσεών του…

Προηγούμενο άρθροModernité: Τα πρότυπα των πολλών
Επόμενο άρθροΗ γαστρονομία του Μεξικού και οι υπέροχες γεύσεις
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας