Indian Springfield

Indian Springfield

Η Indian έσπευσε να δημιουργήσει μια οικογένεια μεγάλων δικύλινδρων μοτοσικλετών τα τελευταία τρία χρόνια που η περίφημη μάρκα αναγεννήθηκε πριν από λιγότερα από τρία χρόνια. Το πρώτο Indian Chief Classic παρουσιάστηκε μαζί με το Chieftain που είχε μισό φέρινγκ και βαλίτσες (το έχουμε οδηγήσει, διαβάστε εδώ) και μετά από λίγο παρουσιάστηκε το Indian Roadmaster και το τελείως μαύρο Indian Chief Dark Horse.

Τώρα οδηγώ μέσα στην παλιά πόλη του St Augustine στη Φλόριντα το επόμενο μοντέλο της οικογένειας: το Indian Springfield. O ήλιος αστράφτει πάνω στο χρωμιομένο καβούκι του προβολέα, ο αερόψυκτος V2 δουλεύει ρυθμικά κάτω από ένα φαρδύ κόκκινο ρεζερβουάρ με το καλλιγραφικά γραμμένο όνομα της εταιρίας στα πλευρά του. Αυτή τη στιγμή το Indian Springfield είναι ένα απλό naked cruiser. Όμως νωρίτερα μέσα στη μέρα ήταν τουριστικό καθώς ταξίδευε βόρεια από τη Daytona Beach με τον ανεμοθώρακα να κρατά μακριά μου το αεράκι και τα πράγματά μου βολεμένα μέσα σε ένα ζευγάρι σκληρές βαλίτσες.

Γιατί ξεχωρίζει από τα άλλα Chief

Το μοντέλο πήρε το όνομά του από το Springfield, την πόλη της Μασαχουσέτης, όπου βρισκόταν το διάσημο εργοστάσιο «Wigwam» (ινδιάνικη αχυροκαλύβα) της παλιάς Indian και είναι το έκτο (και θα μπορούσε να μετρήσει για έβδομο) μοντέλο της οικογένειας με κινητήρα V2 των 1811cc. Είναι το πιο πολυχρηστικό όλων επειδή η ζελατίνα και οι βαλίτσες μπορούν να αφαιρεθούν σε μερικά λεπτά αφήνοντας ένα γυμνό cruiser παρόμοιο με το Indian Chief πάνω στο οποίο βασίζεται.

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η Indian έφτιαξε μια τέτοια μοτοσικλέτα. Εδώ και χρόνια το Road King της ανταγωνιστικής Harly-Davidson είναι ένα από τα πιο δημοφιλή μοντέλα και η επιτυχία του βασίζεται στη ρετρό γοητεία του και στην πρακτικότητα που προσφέρουν οι βαλίτσες και η αφαιρούμενη ζελατίνα.

Οι αλλαγές στο πλαίσιο

Η Indian παραδέχεται ότι από τότε που παρουσιάστηκε το Chief πολύς κόσμος ζητούσε μια τέτοια μοτοσικλέτα και ότι ο λόγος που το Indian Springfield παρουσιάστηκε μόλις τώρα είναι επειδή το πράγμα δεν ήταν τόσο απλό, όσο το να βιδώσεις δύο βάσεις για βαλίτσες στο Chief Vintage. Κάτι τέτοιο θα συγκέντρωνε απλά πολύ βάρος στο πίσω μέρος της μοτοσικλέτας και θα χάλαγε την οδική συμπεριφορά.

Έτσι, έγιναν κάποιες αλλαγές στο πλαίσιο. Η γωνία κάστερ έγινε πιο κλειστή στις 25 από 29 μοίρες μεταφέροντας το κέντρο βάρους αρκετά μπροστά ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν βαλίτσες τύπου Roadmaster που δίνοντας μαζί στον βασικό εξοπλισμό ενώ υπάρχει και top box στα αξεσουάρ. Το ίχνος έχει μειωθεί κι αυτό και η πίσω ανάρτηση αναλαμβάνεται από το πνευματικής υποβοήθησης αμορτισέρ του μεγάλου τουριστικού, αντί για το απλό με την προφόρτιση ελατηρίου που έχουν τα άλλα μοντέλα.

Κατά τα άλλα το Indian Springfield μοιάζει με το Indian Vintage, αν και έχει μια ωραία σέλα με ορατές ραφές και καρφιά αντί για τα καφέ κρόσσια και οι 16 ιντσών τροχοί είναι χυτοί με μαύρα ελαστικά αντί για ακτινωτοί με ελαστικά με λευκά τοιχώματα. Το χοντρό τιμόνι έρχεται πιο πίσω ώστε σύμφωνα με την Indian τα χέρια να έρχονται σε πιο άνετη θέση, μέσα στον προβολέα έχει φώτα ημέρας και βέβαια δεν λείπει το παραδοσιακό κεφάλι του Αρχηγού στο γιγάντιο εμπρός φτερό.

Indian Springfield – on board

Το Indian Springfield έδινε πολύ όμοια αίσθηση με Vintage καθώς έφευγα από τη Daytona, κοιτάζοντας πάνω το φαρδύ χρώμιο καπάκι του ρεζερβουάρ και την πλαστική ζελατίνα. Ακόμη και πριν να βάλω μπροστά τον κινητήρα είχα επωφεληθεί από την keyless ανάφλεξη – υπάρχει ένα μεγάλο κουμπί μίζας πάνω στην αστραφτερή κονσόλα του ρεζερβουάρ- και το κεντρικό κλείδωμα, που κλειδώνει τις βαλίτσες μέσω ενός μικρότερου διακόπτη στον κονσόλα ή το κλειδί. Οι βαλίτσες δεν είναι αρκετά φαρδιές για να χωρέσουν ακόμη και open-face κράνος, αλλά είναι αρκετά μεγάλες και έδειχναν στιβαρές και καλοφτιαγμένες.

Και στο Indian Springfield η όψη του κινητήρα είναι εξαιρετικά εντυπωσιακή. Είναι ο V2 των 1811 cc με τις βαθιές ψύκτρες και τα ωστήρια που φορούν όλα τα μοντέλα Chief. Είναι εξαιρετικά ροπάτος αποδίδοντας την μέγιστη ροπή των 139Nm στις μόλις 2.600rpm. Το Indian Springfield τραβούσε από τις 1.500rpm περίπου με αβίαστη χάρη κι μια ευχάριστη ρυθμική αίσθηση που δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς ως κραδασμό, ακόμη κι όταν οι στροφές ανέβηκαν και η μοτοσικλέτα είχε φτάσει πια σε αρκετά γρήγορο ρυθμό.

Άνετο ταξίδι

Στον αυτοκινητόδρομο το Indian Springfiled ταξίδευε με 130km/h περίπου στο ωραίο αναλογικό ταχύμετρο που είναι πάνω στο ρεζερβουάρ, διατηρώντας το ρυθμό του με το στοκ cruise control, τον μεγάλο κινητήρα να περιστρέφεται με μόλις 3.000rpm και την ζελατίνα να κάνει άριστα τη δουλειά της προσθέτοντας αίσθηση πολυτέλειας στο ταξίδι.

Η ζελατίνα δεν είναι ρυθμιζόμενη και επειδή είμαι ψηλός με εξέπληξε το γεγονός μπορούσα να κοιτώ από πάνω της ενώ ταυτόχρονα είχα άριστη προστασία από τον άνεμο και αισθανόμουν ελάχιστο στροβιλισμό. Αναβάτες μεσαίου ύψους θα κοιτούν από μέσα της, κάτι που μπορεί να μην είναι ιδανικό, αν και κανείς από τους δημοσιογράφους του γκρουπ δεν παραπονέθηκε. Υπάρχουν πάντως κοντύτερες και ψηλότερες ζελατίνες.

Η οδική συμπεριφορά ήταν αρκετά εντυπωσιακή, ειδικά στις αλλαγές κατευθύνσεων χάρη στην γρηγορότερη γεωμετρία που ήταν ευκολότερη σε σχέση με του Indian Chief Vintage που το οδηγήσαμε κι αυτό. Στα 364kg χωρίς καύσιμα το Indian Springfield είναι μια πολύ βαριά μοτοσικλέτα, αλλά επειδή το ύψος της σέλας είναι πολύ χαμηλό, το βάρος αυτό είναι εύκολα διαχειρίσιμο.

Το αλουμινένιο πλαίσιο της Indian είναι εντυπωσιακά στιβαρό και ο συνδυασμός διαμέτρου 46mm καλαμιών του πιρουνιού και του πνευματικού μονού αμορτισέρ στις αναρτήσεις έκαναν καλή δουλειά στη διατήρηση της σταθερότητας και του ελέγχου ενώ προσέφεραν ταυτόχρονα άνεση στη διαδρομή.

Το Indian Springfield είναι ουσιαστικά ένα μεγάλο Αμερικάνικο τουριστικό που είναι σχεδιασμένο κυρίως για τις ευθείες, αλλά όταν βρήκαμε τις στροφές διαπίστωσα ότι μπορεί να τις διαγράφει με ενθουσιασμό και είχε και αρκετό περιθώριο κλίσης για να είναι διασκεδαστικό.

Όπως και τα άλλα Indian Chief είχε καλά φρένα χάρη στις τετραέμβολες δαγκάνες εμπρός και δίσκους διαμέτρου 300mm εμπρός και πίσω που υποστηρίζονται αποτελεσματικά από ένα ικανό ABS και τα καλά Dunlop Elite ελαστικά.

Η αφαιρούμενη ζελατίνα κάνει διαφορά

Όταν φτάσαμε στο ξενοδοχείο της παρουσίασης στο St Augustine μπορούσα απλά να βγάλω τη ζελατίνα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και να έχω ένα ευκολότερο στους χειρισμούς cruiser αντί να αλλάξω μοτοσικλέτα με έναν άλλο δημοσιογράφο που οδηγούσε λιγότερο άνετα από εμένα σε ένα Indian Springfield χωρίς ζελατίνα.

Η αφαίρεση της ζελατίνας είναι το ίδιο γρήγορη (πρέπει να αποσυνδεθεί πριν ένα καλώδιο κάτω από το αριστερό καπάκι) αν και οι περισσότεροι αναβάτες θα τις αφήσουν εκεί που είναι, επειδή δεν έχουν χειρολαβές για τις κουβαλάς, κυρίως όμως δεν αυξάνουν το πλάτος της μοτοσικλέτας.

Οι περισσότεροι ιδιοκτήτες μάλλον θα φυλάξουν τη ζελατίνα του Indian Springfield στην αποθήκη τον περισσότερο καιρό, βάζοντάς τη μόνο στα μακρύτερα ταξίδια για τα οποία η μοτοσικλέτα φαίνεται πολύ καλά εξοπλισμένη.

Η διπλή σέλα είναι μεγάλη και με παχύ αφρώδες υλικό και πολύ καλή υποστήριξη. Άλλα ωραία χαρακτηριστικά της μοτοσικλέτας είναι τα ρυθμιζόμενα μαρσπιέ, τα εμπρός και πίσω κάγκελα και μερικά σύνθετα ηλεκτρονικά όπως η προειδοποίηση για την πίεση των ελαστικών, η keyless ανάφλεξη και το εξ αποστάσεως κλείδωμα. Μοιάζουν σχεδόν ξένα σε μια τόσο κλασικού design μοτοσικλέτα.

Δύο σε ένα…

Αναπόφευκτα αυτά τα χαρακτηριστικά και το πολυτελές φινίρισμα δεν είναι φτηνά. Το Indian Springfield κοστίζει περίπου 10% παραπάνω από το ανταγωνιστικό Road King σε κάποιες χώρες αν και είναι ελάχιστα φτηνότερο από το Indian Chief Vintage. Αλλά και πάλι η πολυχρηστικότητα του Indian Springfield σημαίνει ότι παίρνεις δύο μοτοσικλέτες σε μία. Σε οποιαδήποτε από τις δύο μορφές, κουλάτο urban cruiser ή ξαπλωτό αμερικάνικο τουριστικό, είναι μια υπέροχα όμορφη, χαρισματική και απολαυστική μοτοσικλέτα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας