Ιστορική αναδρομή στο DJing. Σύντομη ματιά στην τέχνη του DJ

Ιστορική αναδρομή στο DJing. Σύντομη ματιά στην τέχνη του DJ

Αυτό που με συναρπάζει στην ανθρωπότητα είναι πως έχει την δυνατότητα να δημιουργήσει τέχνη μέσα απο την τέχνη. Αυτό εννοείται πως δηλώνει τον ενθουσιασμό μου για την όλη ιδέα και φιλοσοφία που κρύβεται πίσω απο την τέχνη κατα κύριο λόγο. Μέσα απο την ιδέα και κουλτούρα της μουσικής που δυστυχώς την αρμέγει ασύστολα η βιομηχανία και οι δυσκοίλιοι χρηματολάγνοι που την αντιπροσωπεύουν, βλέπουμε πως το ευρηματικότατο μυαλό του ανθρώπου γεννάει αυτό που θα οριζόταν μετά απο κάποια χρόνια ώς η τέχνη του DJing.

Μέσα απο την μουσική, ως θεμελιώδης τέχνη και σαγηνευτική μούσα, γεννήθηκε κάτι που θα αποτελέσει τον φωσφορίζον ογκόλιθο της κουλτούρας της διασκέδασης του αιώνα μας. Σε συνεργασία με τον Δημήτριο Αδάμ, που έκανε τη μελέτη, παρουσιάζουμε την ιστορική αναδρομή της τέχνης του DJing.

1850 – 1920

Édouard-Léon Scott de Martinville

Ο Leon Scott εφηύρε το phonoautograph στη Γαλλία το 1857, την πρώτη συσκευή καταγραφής ήχου — αλλά χωρίς δυνατότητα αναπαραγωγής.

Thomas Edison

Ο Edison εφηύρε τον κύλινδρο φωνογράφου — τη πρώτη συσκευή που μπορούσε να αναπαράγει τον εγγεγραμμένο ήχο.

Emile Berliner

Το 1892, ο Emile Berliner ξεκίνησε την εμπορική παραγωγή των δίσκων γραμμοφώνου του και η πρώτη μορφή “δίσκου” προσφέρεται στο κοινό.

Το 1906, ο Reginald Fessenden μεταδίδει την πρώτη ραδιοφωνική εκπομπή στην ιστορία, όπου παίζει και το πρώτο μουσικό δίσκο, με τη φωνή ενός κοντράλτο να τραγουδάει το Largo απο την όπερα του Handel “Ξέρξης”.

Το 1909, στο Stockton της Καλιφόρνια εμφανίζεται ο πρώτος disc jockey στον κόσμο του ραδιοφώνου. Ο δεκαεξάχρονος Ray Newby άρχισε να παίζει τακτικά δίσκους σε ένα μικρό ραδιοφωνικό πομπό, ενώ φοιτούσε στην Herrold College of Engineering and Wireless, που βρίσκεται στο San Jose, California,(υπό την εποπτεία του πρωτοπόρου του ραδιοφώνου, Charles “Doc” Herrold).

Αν και η πρωτότυπη ονομασία που του αποδόθηκε ήταν “Disco Jockey”, με την πάροδο του χρόνου έχει επικρατήσει ο όρος “Disc Jockey”. Από το 1910, άρχισε να γίνεται τακτική πρακτική η ραδιοφωνική μετάδοση μουσικής από ηχογραφήσεις δίσκων, παράλληλα με τις ραδιοφωνικές ορχήστρες. Στη δεκαετία του 1920, τα juke joints ήταν δημοφιλείς χώροι για χορό και ποτό όπου παιζόταν μουσική από ηχογραφήσεις δίσκων σε jukebox.

Το 1927, ο Christopher Stone έγινε ο πρώτος εκφωνητής ραδιοφώνου και ραδιοφωνικός παραγωγός στο ραδιοφωνικό σταθμό του BBC, που υιοθέτησε τη χρήση μουσικής από ηχογραφήσεις δίσκων. Το 1929 ο Thomas Edison σταματάει την παραγωγή των κυλινδρικών δίσκων φωνογράφου και υιοθετείται το γνωστό κυκλικό επίπεδο σχήμα για την κατασκευή δίσκων μουσικής.

1930 – 1950

Το 1935 ο Αμερικανός ραδιοφωνικός σχολιαστής Walter Winchell καθιέρωσε τον όρο “Disc Jockey” (αυτός που χειρίζεται το μηχάνημα που παίζει τους δίσκους). Ο όρος “Disc Jockey” εμφανίστηκε στον τύπο για πρώτη φορά σε έκδοση τεύχους του περιοδικού Variety το 1941.

Αυτή την περίοδο, οι περισσότεροι ραδιοφωνικοί σταθμοί χρησιμοποιούσαν ορχήστρες που έπαιζαν ζωντανά τη μουσική που αναμετέδιδαν. Έτσι δημιουργήθηκε μια νομική περιπλοκή, μεταξύ εργασιακών και πνευματικών δικαιωμάτων των συνθετών, παραγωγών, μουσικών και disc jockeys, η οποία τελικά το 1940 οδήγησε σε νομοθετικές ρυθμίσεις που επέτρεπαν την χρήση των ηχογραφημένων μουσικών έργων από τους DJs.

Το 1943 ο Jimmy Savile διοργάνωσε το πρώτο DJ dance party όπου παιζόταν μουσική jazz από δίσκους, στο Otley της Μεγάλης Βρετανίας. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ήταν ο πρώτος DJ που το 1947 χρησιμοποίησε δύο πικάπ να παίζουν ταυτόχρονα. Επίσης το 1947, το Whiskey nightclub στο Παρίσι θεωρείται ότι είναι η πρώτη discotheque (disco) και το 1953 πρωτοκαθιερώνεται εκεί η χρήση του διπλό πλατώ. Είναι η εποχή που η μουσική διασκέδαση με ακρόαση μουσικής από δίσκους διαδίδεται σε Ευρώπη και Αμερική.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 μέχρι τις αρχές του 1950, η εμφάνιση της τηλεόρασης έρχεται να κάμψει τη δημοτικότητα του ραδιοφώνου και αντίστοιχα του DJ. Στη μεταπολεμική περίοδο οι ραδιοφωνικοί DJs ήταν δημοφιλείς προσωπικότητες, και την περίοδο αυτή (πριν ακόμα καθιερωθούν οι κατευθυνόμενες play lists) έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διάδοση της μουσικής κουλτούρας.

Στη δεκαετία του 1950 στην Αμερική, οι ραδιοφωνικοί DJs άρχισαν να εμφανίζονται ζωντανά στα clubs και να κάνουν πρόγραμμα με δίσκους 45 στροφών και να σχολιάζουν μεταξύ των τραγουδιών ή και να έχουν έναν drummer για να κρατάνε το ρυθμό και να γεφυρώνουν τις αλλαγές των μουσικών κομματιών.

Το 1955 ο DJ Bob Casey γνωστός και σαν “sock hop” καθιερώνει στη Αμερική τη χρήση του συστήματος των δύο πικάπ. Αρχίζει να εμφανίζεται το σύστημα των τοπ 40, λιστών που περιείχαν τις 40 μεγαλύτερες επιτυχίες της εποχής. Στα τέλη του 1950 εμφανίστηκαν τα sound systems, σαν μια νέα μορφή μαζικών μουσικών εκδηλώσεων, στα γκέτο του Κίνγκστον της Τζαμάικα. Το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν γύρω από τον DJ, και υπήρχε δυνατό ηχοσύστημα.

1960 και 1970

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 καθιερώνεται η διασκέδαση στις disco σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες. Εξειδικευμένος DJ εξοπλισμός, όπως το CMA-10-2DL, ο κλασικός μίκτης του Rudy Bozak, άρχισε να εμφανίζεται στην αγορά.

Από το 1968 ο αριθμός των κλαμπ άρχισε να μειώνεται και τα περισσότερα είτε έκλεισαν είτε μετατράπηκαν σε κλαμπ με ζωντανή μουσική από συγκροτήματα. Η μουσική που διαμορφώθηκε από τα sound systems των Τζαμαϊκανών άρχισε να κερδίζει δημοτικότητα στην Ευρώπη και τις γειτονιές της Νέας Υόρκης.

Το 1969 ο Αμερικανός DJ Francis Grasso καθιερώνει την τεχνική του beatmatching και του slip-cuing παίζοντας στα nightclubs της Νέας Υόρκης.

Το 1973 ο Τζαμαϊκανός DJ Kool Herc, που θεωρείται ευρέως ως ο “πατέρας της κουλτούρας του hip-hop”, ανέπτυξε την τεχνική back and forth με δύο πανομοιότυπες εγγραφές και καθιέρωσε την τέχνη της χρήσης πικάπ, όχι μόνο για την αναπαραγωγή μουσικής, αλλά για τη δημιουργία ήχου σάν να ήταν μουσικό όργανο (turntablism).

Το 1974, η εταιρία Technics κυκλοφόρησε το πρώτο πικάπ της, το SL-1200, το οποίο εξελίχθηκε στο SL-1200 MK2 το 1979 — που, από τις αρχές-της δεκαετίας του 2010, παραμένει το πρότυπο “εργαλείο” DJing. Το μουσικό συγκρότημα Kraftwerk καινοτομεί δισκογραφικά, κυκλοφορώντας μουσική σε δίσκο LP που η μία του πλευρά ήταν ολόκληρη ένα ενιαίο κομμάτι (Autobahn) διάρκειας 22 λεπτών.

Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1970 άρχισε να αναδύεται η hip-hop μουσική, απο τις γειτονιές των Αφροαμερικανών και Λατίνων στη Νέα Υόρκη. Τα τέσσερα βασικά στοιχεία της κουλτούρας Hip Hop είναι τα: graffiti, DJing, breakdancing, και MCing (ραπ). Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 φτάνει στο απόγειό της η μουσική που χαρακτηρίστηκε σαν “disco” και προέκυψε σαν μείγμα της soul-funk και χορευτικής ποπ.

Σε αντίθεση με τα τέλη της δεκαετίας του 1960 οπου η μουσική σκηνή των clubs χαρακτηρίστηκε από τα ζωντανά συγκροτήματα, η μουσική σκηνή των disco χαρακτηρίστηκε απο τους DJs και τη μίξη μουσικής απο δίσκους. Το 1975 ο Grand Wizard Theodore καθιέρωσε την τεχνική του scratching.

Το 1977, στο Saratoga Springs, o Νεοϋορκέζος disc jockey Tom L. Lewis εκδίδει τη Disco Bible (η βίβλος της disco που αργότερα μετονομάστηκε σε Disco Beats), που ήταν μία κατηγοριοποίηση των μουσικών εκδόσεων της disco δισκογραφίας, ανάλογα με την ταχύτητά τους (BPM). Από τότε και μετά αυτή η λίστα καθιερώθηκε διεθνώς στη μουσική βιομηχανια.

Το 1979 οι Sugar Hill Gang έκαναν την πρώτη hip-hop εμπορική επιτυχία με την έκδοση του Rapper’s Delight.

1980

Το 1981 κάνει την εμφάνισή του το τηλεοπτικό δίκτυο MTV και μεταδίδει μουσικά videos. Είναι η εποχή που καθιερώνεται ο όρος “video Jockey” ή VJ και τα videoclips. Από το 1982 αρχίζει μια εποχή παρακμής της ντίσκο και του βινυλίου που παραμερίζεται από την εμφάνιση των ψηφιακών δίσκων, των Compact Discs. H εποχή της ψηφιακής επανάστασης στον ήχο έχει αρχίσει. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 στη NYC, ο DJ Larry Levan έγινε γνωστός για τις εμφανίσεις του στο Paradise Garage, το νυχτερινό κέντρο διασκέδασης όπου και έθεσε τα πρότυπα για τη σύγχρονη dance μουσική.

Περίπου την ίδια εποχή, η ηλεκτρονική μουσική σκηνή επηρεασμένη από τη disco φέρνει στο προσκήνιο το -διάσημο πλέον- είδος της house. Μια μουσική που αναδύθηκε από το stage του Warehouse Club στο Σικάγο. (από εκει προήλθε και η ονομασία house). Εκεί ο resident DJ μίξαρε παλιά κλασική disco και Eurosynth pop. Η house μουσική είναι ουσιαστικά disco με ηλεκτρονικά beats απο drum machines.

Το 1983 Jesse Saunders κυκλοφόρησε αυτό που πολλοί θεωρούν ως το πρώτο κομμάτι house μουσικής, το “On & On“.

Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1980 κανει την εμφάνισή της και η μουσική techno. Αναδύθηκε από τη σκηνή των κλαμπ του Ντιτρόιτ και ενσωματώνει επιρροές από New York Garage και Chicago house με με νεωτεριστικά στοιχεία από την Ευρωπαϊκή μουσική σκηνή και χρησιμοποιεί αποκλειστικά ηλεκτρονικά beats.

1990

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 εμφανίζεται η μουσικη Rave — που άλλαξε τη χορευτική μουσική σκηνή, την εικόνα των DJs, καθώς και τη φύση της προώθησης του δισκογραφικού προιόντος. Η μεγαλύτερη αλλαγή όσον αφορά τους DJ ήταν πως το μάρκετινγκ γύρω από τη Rave σκηνή δημιούργησε ένα μοντέλο σούπερ σταρ DJ, που περιοδεύει σε όλο τον κόσμο.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 το Compact Disc ξεπέρασε τον δίσκο βινυλίου σε δημοτικότητα, αλλά οι δίσκoι και το πικάπ συνέχισαν να διακινούνται (αν και σε πολύ περιορισμένες ποσότητες), ιδιαίτερα μεταξύ των κύκλων των DJs. Μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990 η trance music έγινε μια από τις κυρίαρχες μορφές στον κόσμο της dance μουσικής. Ήδη από το 1992 έχουν κάνει την εμφάνισή τους τα φορματ αρχείων MPEG και MP3 και με το πέρασμα στον 21 αιώνα, η μορφή των εργαλείων του DJ αλλάζει μαζί με τη συνολική δομή της μουσικής βιομηχανίας.

Ένα απο τα τελευταία εργαλεία που κυκλοφορούν υπέρ των DJ ανά τον κόσμο είναι το Emulator. Το ευχάριστο είναι ότι αυτό είναι μόνο η αρχή. Με λίγη προσπάθεια μπορείτε να ξεθάψετε ακόμα πιο φαντασμαγορικά εργαλεία που κυκλοφορούν στο εμπόριο.