Jack Kevorkian: Η ασυνήθιστη ιστορία του Doctor Death

Jack Kevorkian: Η ασυνήθιστη ιστορία του Doctor Death

Υπάρχει εκείνο το ρητό που λέει: “Ο Θάνατος αποτελεί μέρος της ζωής” το οποίο μάλλον δεν έχει και ιδιαίτερο άδικο. Ίσως όλοι, σε εκείνες τις στιγμές υπαρξιακής ανησυχίας που μας πιάνουν μια φορά στο τόσο, συνειδητοποιούμε πικρά πως “κανείς δεν γλιτώνει απ’ του Χάρου τα δόντια“.

Το αστείο της όλης υπόθεσης είναι πως πολλοί ζωντανοί, για ποικίλους λόγους έχουν μια ιδιαίτερη και συχνά προσοδοφόρα-σχέση με τον Χάρο – ξέρεις τώρα, οι κυριούλιδες στους οίκους τελετών, οι νεκροθάφτες, οι παλαβοί serial killers, οι γιατροί και διάφοροι άλλοι τύποι που αυτή την στιγμή μου διαφεύγουν.

Βέβαια μετά την βιογραφία αυτού του παράφρων, αποφάσισα πως θα κάνω πολύ καιρό να ξανακαταπιαστώ με serial killer, εξαιτίας όμως του αιτήματος του φίλου μου του Γιάννη αποφάσισα να ξεθάψω από το αρχείο μου, κάτι εξίσου θανατερό.

Jack Kevorkian (ελληνικά: Τζακ Κεβόρκιαν) μωρά μου. Ο παθολόγος που έκανε 130 ασθενείς να πούνε “θέλω να πεθάνω!“. Ο μπαρμπα Jack όσο ζούσε ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ευθανασίας. Ναι, της ανθρώπινης ευθανασίας. Το παλικάρι τα είχε πλακάκια με τον Χάρο και κάθε τόσο του έστελνε πελατεία. Τίγκα αμφιλεγόμενη μορφή, έφαγε πολύ κυνήγι από τις αρχές των Η.Π.Α. εξαιτίας των πρακτικών του, η κοινή γνώμη τον θεωρούσε ψύχη και τσαρλατάνο, ενώ οι ασθενείς του σωτήρα τους.

Τώρα, το τι πραγματικά ισχύει είναι ένα άλλο θέμα. Ίσως για κάτι τέτοιες περιπτώσεις ατόμων τίποτα δεν ισχύει “πραγματικά”. Ας το αφήσουμε στη άκρη αυτό το θεματάκι και ας περάσουμε στο “αφηγηματικό κομμάτι” του άρθρου.

Μια φορά και έναν καιρό που λες, για την ακρίβεια στις 26 Μαΐου του 1928, στο Pontiac της Αμερικής, γεννήθηκε ο μικρός Jacob Kevorkian, όπως ήταν και το πραγματικό του όνομα. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες αρμενικής καταγωγής και εκτός από τον Jacob απέκτησαν και δύο κοριτσούδια, την Margaret και την Flora. Το χαϊδευτικό “Jack” το απέκτησε κάπου στο δημοτικό, εξαιτίας ενός δασκάλου που δεν ήξερε να διαβάζει πιστοποιητικά γεννήσεως.

Από τα μικρά του χρόνια ο Jack ήταν ένα ευφυές, φιλομαθές πιτσιρίκι με πολλή αγάπη προς την αυτομόρφωση (έμαθε γερμανικά, ιαπωνικά και φλάουτο μονάχος του, τι σου λέει αυτό;). Μεγαλώνοντας συνέχισε να είναι ένας φιλομαθής νέρντης, αποφοίτησε το 1945 από το Pontiac Central High School με αριστείο και σπούδασε ιατρική στο Michigan. Από εκεί ξεμπέρδεψε το 1952 με όλα τα εφόδια που θα τον έκαναν άξιο φραγκοφονιά με λευκή ρόμπα. Τον Jack όμως δεν τον συνάρπαζε και τόσο αυτό. Ο Jack ήταν έτοιμος να κάνει χαρντκοριλίκια.

Το 1956 δημοσιεύει ένα άρθρο με τίτλο “The Fundus Oculi Determination of Death“, στο οποίο περιγράφει τις προσπάθειες του να φωτογραφίσει τα μάτια ετοιμοθάνατων ασθενών, λέγοντας πως αυτή η τεχνική θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως διαγνωστικό εργαλείο, που θα προσδιόριζε το αν οι ασθενείς που είναι σε κόμμα έχουν τινάξει τα πέταλα ή όχι.

Όντας ο παλαβός – και κομματάκι τι ανατριχιαστικός – τύπος που κυκλοφορούσε στα δωμάτια των ετοιμοθάνατων φωτογραφίζοντας τα μάτια τους, δεν ήθελε και πολύ για να του κολλήσει το παρατσούκλι “Doctor Death“. Ύστερα από δύο χρόνια σε μια συνεδρίαση στην Ουάσιγκτον παρουσίασε μία ακόμα, αρρωστούλα και εξοργιστική για πολλούς ιδέα: ιατρικά πειράματα πάνω σε συναινούντες καταδίκους κατά την διάρκεια της εκτέλεσης τους και αφού πρώτα τους πλάκωναν στα αναισθητικά. Μαθαίνοντας τα καμώματα του, τα μεγάλα κεφάλια του πανεπιστημίου του Michigan του ζήτησαν να πάρει τον κώλο του και να φύγει από το συνέδριο.

Ο γλυκός μας ψύχης έφυγε, αλλά αυτό δεν σήμαινε πως θα έπαυε να τους χαλάει την πιάτσα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο… Ας πούμε με εκείνο το αρθράκι του το 1961, όπου περιέγραφε τα πειράματά του πάνω στην μετάγγιση αίματος από φρέσκα πτώματα σε ζωντανούς ασθενείς.

Το αστείο είναι πως παρά τις αμφισβητήσιμες τεχνικές και ιδέες του, κατάφερε να γίνει προϊστάμενος παθολόγος στο Saratoga General Hospital στο Detroit. Μετά από σχεδόν μια 10ετία στο νοσοκομείο (που ποιος ξέρει πόσες φορές είχε κλειδωθεί “κατά λάθος” στο νεκροτομείο), αποφάσισε να τινάξει τα πάντα στον αέρα και να πάει στην Καλιφόρνια να γίνει παραγωγός ταινιών. Για αρχή ήθελε να σκηνοθετήσει τον “Μεσσία” του Handel και τα κατάφερε, σκοτώνοντας όλες τις οικονομίες που φύλαγε στη τράπεζα. Κόλλησε στο θέμα της διανομής όμως και έτσι το όλο εγχείρημα ναυάγησε.

Τι να κάνει, πήρε τα νυστεράκια του, γύρισε στο Detroit και το έριξε στην συγγραφή άρθρων για την γερμανική εφημερίδα “Medicine and Law” πάνω σε όλα εκείνα τα θέματα που τον βασάνιζαν χρόνια τώρα — ιατρικά πειράματα, ευθανασία, ηθική και άλλα τέτοια. Και κατά τα τέλη των 80′s (1987 για την ακρίβεια) αποφάσισε να μπει ξανά στο παιχνίδι. Αρχίζει λοιπόν και αυτοδιαφημίζεται στις εφημερίδες του Detroit ως “σύμβουλος ιατρός για συμβουλευτική θανάτου“.

Δύο χρόνια μετά, το 1989, ένας τετραπληγικός ασθενής του ήθελε να δώσει τέλος στην ζωή του και μην μπορώντας να αυτοκτονήσει μόνος του, ζήτησε από τον αγαπητό του ιατρό να κάνει κάτι για την κατάστασή του. Και τι έκανε ο Jack; Έφτιαξε μια συσκευή ευθανασίας με υλικά που βρήκε κυρίως σε μαγαζιά με σιδερικά και σε garage sales. Τα υλικά του κόστισαν γύρω στα 30 δολάρια και η συσκευή έκανε την δουλειά για την οποία είχε φτιαχτεί, γρήγορα, αναίμακτα και χωρίς να χρειαστεί ο γιατρός “να λερώσει” τα χέρια του”. Την ονόμασε “Thanatron” — τύφλα να έχουν οι Decepticons και όλα τα Transformers.

Σαν κατασκευή ήταν απλή, είχε τρεις ορούς, μια βελόνα για ενδοφλέβια ένεση και έναν χρονοδιακόπτη. Ο γιατρός απλά πρέζωνε τον ασθενή στο σωστό σημείο και ξεκινούσε μια ενδοφλέβια έγχυση φυσιολογικού ορού. Από εκείνο το σημείο και μετά ήταν επιλογή του ασθενή αν θα πατήσει το κουμπάκι του χρονοδιακόπτη ή αν θα φωνάξει “βγάλε αυτή την μαλακία από πάνω μου!“.

Στην περίπτωση της πρώτης εκδοχής έπαιζε το εξής: αφού ασθενής πατούσε το κουμπάκι, σταματούσε η ροή φυσιολογικού ορού και άρχιζε η χορήγηση θειοπεντάλης. Σε 60 δεύτερα ο ασθενής έπεφτε σε κόμμα και ο χρονοδιακόπτης έκανε “κλικ”, σταματούσε την χορήγηση του αναισθητικού και το γυρνούσε σε χορήγηση χλωριούχου καλίου. Μετά από μερικά λεπτά ο ασθενής πέθαινε από καρδιακό επεισόδιο κατά την διάρκεια του τελευταίου μακάριου ύπνου του. Διαβολικό; Ο μπάρμπας μας πάλι έλεγε πως ήταν ένας “αξιοπρεπής, ανθρώπινος και ανώδυνος τρόπος, όπου ο ασθενής μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει στην άνεση του σπιτιού του, όποτε αυτός ήθελε”.

Το Thanatron χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1990 από την Jane Adkins, μια 54χρονη που πρόσφατα είχε διαγνωστεί με Alzheimer και ήθελε να δώσει τέλος στη ζωή της πριν αρχίσει να βάζει τις παντόφλες της στην κατάψυξη. Η δουλειά έγινε στο βανάκι του ιατρού, υπό την παρουσία του. Φυσικά κατηγορήθηκε για φόνο (σκέψου ότι η άλλη είχε ήδη αρχίσει να το χάνει, οπότε εύκολα μπορούσε να ειπωθεί πως την εκμεταλλεύτηκε). Είχε όμως καλό δικηγόρο και την έβγαλε καθαρή.

Επίσης του απαγορεύτηκε να ξαναυποβοηθήσει αυτοκτονία ασθενούς, αλλά αυτός έγραψε τους πάντες στα αρχίδια του και συνέχισε. Το 1991 το Board of Medicine του Michigan ανακάλεσε το δίπλωμα του στην εν λόγω πολιτεία, και το 1992 η υποβοηθούμενη αυτοκτονία σύμφωνα με τους νόμους το Michigan αποτελούσε ποινικό αδίκημα.

Παράλληλα εκείνον τον καιρό, ο Jack συνέχιζε τον χαβά του, έτρεχε στα δικαστήρια και κατασκεύασε άλλη μια συσκευή ευθανασίας, το “Mercitron“, όπου ήταν μια φιάλη τιγκαρισμένη με μονοξείδιο του άνθρακα, συνδεδεμένη με μία μάσκα αερίου. Ο ασθενής απλά φορούσε την μασκούλα και πάθαινε δηλητηρίαση από το μονοξείδιο, εύκολα, απλά και γρήγορα.

Στην συνέχεια, το 1993, ανακαλέστηκε η ισχύς του διπλώματός του και στην California, πέρασε μια βόλτα από τις φυλακές του Detroit και του Oakland, πλήρωσε μερικά παχυλά πρόστιμα και ορκίστηκε πως δεν θα υποβοηθήσει σε άλλη αυτοκτονία (στο Oakland) μέχρι να τεθεί ξεκάθαρος νόμος επί του ζητήματος.

Ένα χρόνο αργότερα η απαγόρευση υποβοηθούμενης αυτοκτονίας έληξε στο Michigan. Λίγες ώρες μετά την λήξη της απαγόρευσης, οι αρχές βρήκαν την 72χρονη Margaret Garrish, όπου έπασχε από οστεοπόρωση και αρθρίτιδα , στο διαμέρισμά της, τέζα από δηλητηρίαση με μονοξείδιο του άνθρακα. Ο Jack είχε ήδη γίνει μπουχός.

Η απαγόρευση ξαναμπήκε σε εφαρμογή, αλλά ο γιατρός μας ήταν απτόητος. Μισό χρόνο μετά πήγε και άνοιξε στην ζούλα μια “κλινική αυτοκτονίας“. Βέβαια μετά την πρώτη πελάτισσα, ο ενοικιαστής του κατάλαβε ότι “κάτι δεν πάει καλά” και τον πέταξε έξω. Και ξεκινάνε πάλι τα τραβήγματα και τα δικαστήρια στο Oakland, κάπου εκεί σκάνε μύτη και οι πρώτοι υποστηρικτές του, και γενικά γίνεται ένα πανηγύρι.

Για να μην στα πολυλογώ μέχρι το 1998 γινόταν αυτή η ιστορία: οι πολιτείες μαγείρευαν τους νόμους μήπως και καταφέρουν να ησυχάσουν από τον Jack, ο Jack έκοβε βόλτες στα δικαστήρια και στα ενδιάμεσα, διάφοροι απελπισμένοι ζητούσαν την βοήθεια του για να αφήσουν μια και καλή “τον μάταιο τούτο κόσμο”. Μέσα σε 9 χρόνια ο μπάρμπας είχε στείλει στον άλλο κόσμο 130 άτομα, το 60% των οποίων, δεν είχαν κάποια τερματική νόσο, 19 από αυτά δεν είχαν συμβουλευτεί ψυχίατρο και 5 από αυτά είχαν ιστορικό κατάθλιψης. Ο θείος όμως, όλα τα ‘σφαζε, όλα τα φαρμάκωνε.

Συνήθως βιντεοσκοπούσε τις αυτοκτονίες, η τελευταία μάλιστα προβλήθηκε στο CBS. Ο τελευταίος ασθενής του Jack ήταν ο Tomas Youk ένας 52χρονος με σύνδρομο Lou Gehrig. Μετά την προβολή αυτού του βίντεο έγινε ένας μικρός χαμός, αφού άτομα από τους κύκλους της ιατρικής, του νόμου και των media ξεσπάθωσαν και άρχισε ο καθένας να λέει τα δικά του.

Όσο για τον γιατρό μας; Τον Νοέμβρη του 1998 κατηγορήθηκε για φόνο πρώτου βαθμού, επειδή όταν έκανε την ευθανασία στον Youk το δίπλωμά του δεν ίσχυε. Ο Jack συνέχισε να υπερασπίζεται τον εαυτό του και απείλησε τις αρχές πως θα κάνει απεργία πείνας αν τον βάλουν στην στενή με αυτή την κατηγορία – clever bastard!

Βέβαια με όλο αυτό το θανατικό από πίσω του, την στενή δεν την γλίτωνε. Τελικά στις 13 Απριλίου του 1999 με την κατηγορία για φόνο δευτέρου βαθμού -πάλι για την περίπτωση του Youk- καταδικάστηκε σε 10-25 χρόνια φυλάκισης με δυνατότητα αναστολής στα 6 χρόνια.

Τον έστειλαν σε μια φυλακή του Coldwater στο Michigan και όταν το 2005, ήρθε ο η ώρα να αναστείλει την ποινή του, οι αρχές του βγάλαν την γλώσσα κοροϊδευτικά και του αρνήθηκαν κάθε είδος αναστολής. Ίσως έφταιγε και εκείνη η συνέντευξη που είχε δώσει τον Σεπτέμβριο του 2005 στο MSNBC, στην οποία έλεγε μεν ότι δεν θα ξαναμπλεχτεί άμεσα με την ευθανασία, αλλά θα περιοριστεί στο να παλέψει για την νομιμοποίηση της. Αυτά παθαίνεις όταν είσαι στην στενή και προσπαθείς να τηρήσεις τον controversial μύθο σου.

Εν τέλει το 2007 κατάφερε να την πουλέψει από την στενή για λόγους υγείας. Από κάπου είχε τσιμπήσει ηπατίτιδα Γ και χρειαζόταν συνεχείς μεταγγίσεις αίματος, οπότε την 1η Ιουνίου του 2007 τον αμόλησαν με ένα κάρο περιορισμούς από πίσω. Αν ήθελε να μείνει έξω έπρεπε, να μην ξαναβοηθήσει κανέναν να πεθάνει, να μην παρέχει υπηρεσίες σε ανάπηρους και σε ασθενείς μεγαλύτερους των 62 ετών και να μην υπερασπιστεί με οποιονδήποτε τρόπο την υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Ο Jack το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να αγωνιστεί για να αλλάξουν γενικά οι νόμοι που αφορούσαν την αυτοκτονία στις ΗΠΑ.

Τον καιρό έξω από την φυλακή τον πέρασε δίνοντας συνεντεύξεις, όχι μόνο για την ευθανασία, αλλά και για το σύστημα δικαιοσύνης, την τυραννία, την πολιτική, την αμερικάνικη κουλτούρα και άλλα τέτοια κοινωνικά. Το 2008 έβαλε υποψηφιότητα για το Κογκρέσο και παρά το ιστορικό του 8.987 παλαβοί νοματαίοι τον ψήφισαν. Βέβαια αυτοί οι 8.987 αποτελούσαν το 2,6% των ψηφοφόρων, οπότε ο Jack έμεινε εκτός Κογκρέσου.

Το 2010 γυρίστηκε το “Don’t You Know Jack” όπου περιγράφει τη ζωή και τη δράση του μπαρμπα-Jack τον οποίο υποδύεται ο Al Pacino. Μάλιστα στην πρεμιέρα της ταινίας ο Al διέσχισε το κόκκινο χαλί παρέα με τον Jack — ε, ρε τιμές ο γερομπάμπαλης.

Το 2011 η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε έντονα. Αρχικά διαγνώστηκε με καρκίνο στο συκώτι και μετέπειτα, στις 18 Μαΐου μπήκε στο νοσοκομείο με προβλήματα στα νεφρά και πνευμονία. Μισό μήνα αργότερα, στις 3 Ιουνίου πέθανε από θρόμβωση. Τα είπαμε και στην αρχή “κανείς δεν γλιτώνει από του Χάρου τα δόντια”. Ούτε οι συνεργάτες του.

Φυσικά η “κληρονομιά” που άφησε πίσω του σχολιάστηκε από πολλούς. Ένας από τους ένθερμους υποστηρικτές του είναι ο Philip Nitschke, ιδρυτής της οργάνωσης “Right-to-Die” και άξιος συνεχιστής της “παράδοσης” του Jack, σχολίασε επί του θέματος:

Ο Kevorkian κίνησε το εν λόγω ζήτημα με τρόπους που εμείς μόνο μπορούμε να φανταστούμε. Ξεκίνησε μια χρονική περίοδο που αυτό το θέμα, δύσκολα συζητιόταν ή έβαζε άτομα σε σκέψη. Το πλήρωσε πολύ ακριβά βέβαια, αλλά αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του ηρωισμού.

Απόψεις είναι αυτές…

Και εδώ μπαίνει και το μικρό Ανό στο παιχνίδι να πετάξει την άποψη του (και να κατακεραυνωθεί από κάποια Ανώτερη Δύναμη).

Κατά το μικρό Στέλιο πάντα, το να θέλει κανείς να δώσει τέλος στην ζωή του σε περίπτωση ανίατης αρρώστιας, είτε αυτή θα τον σκοτώσει έτσι κι αλλιώς σιγά σιγά, είτε απλά τον κάνει να υποφέρει, δεν μπορώ να πω ότι θεωρείται μεμπτό. Πέρα από κοινωνικά και θρησκευτικά πλαίσια, το πως θα ζήσει ο καθένας, είναι πέρα για πέρα στην δική του δικαιοδοσία, αρκεί να μην ενοχλεί, έστω άμεσα, τους ανθρώπους τριγύρω του. Το ίδιο ισχύει και στο πως θα πεθάνει. Το μικρό Ανό δεν υποστηρίζει την αυτοκτονία ή την ευθανασία, υποστηρίζει απλά την ελευθερία του καθενός να κάνει τις επιλογές του.

Τώρα συνεχίζοντας, για τον μπαρμπα Jack, δεν θαρρώ πως ήταν κάποιος ευαίσθητος ανθρωπιστής που ήθελε να βοηθήσει τις ταλαιπωρημένες ψυχές να δώσουν τέλος στην μιζέρια τους. Όλο αυτό μάλλον ήταν ένα πρόσχημα. Τον τύπο απλά τον ενθουσίαζε η ιδέα του θανάτου και της εξουσίας πάνω σε αυτόν, το δικαίωμα να τον “χαρίζει” εκεί που θεωρούσε πως χρειάζεται. Ολίγον τι άρρωστο για την πλειοψηφία, αλλά αφού κατάφερε να ακολουθήσει αυτήν του τη παρόρμηση, παρά το τίμημα της, και κατάφερε να αποκτήσει υποστηρικτές στην πορεία, μαγκιά του.

Και για να κλείσουμε πάρε και αυτό: η υποβοηθούμενη αυτοκτονία στις ΗΠΑ είναι νόμιμη πλέον μόνο σε τρεις πολιτείες, το Oregon, την Washington και την Montana.

Μη βιάζεσαι να φύγεις. Δεν Τελειώσαμε, σου έχω λίγες ακόμη πληροφορίες που νομίζω πως αξίζει να αναφερθούν.

Ο μπαρμπα Jack, όταν δεν ασχολούνταν με το πως θα στείλει στον άλλον κόσμο τους ασθενείς του, το έριχνε το καλλιτεχνιλίκι, παρόλο που όπως δήλωνε ο ίδιος δεν θεωρούσε τον εαυτό του καλλιτέχνη.

Πιο συγκεκριμένα έπαιζε μουσική και ζωγράφιζε. Το 1997 μάλιστα είχε εκδώσει ένα άλμπουμ jazz μουσικής με τον τίτλο “The Kevorkian Suite: A Very Still Life” το οποίο έκοψε 5.000 κόπιες και πήρε αρκετά καλές κριτικές.

Με την ζωγραφική πάλι είχε μια σχέση καύλας. Στα 60′s έκανε μαθήματα σε τμήμα ενηλίκων πάνω στην ζωγραφική με λάδι. Στους καμβάδες του έβγαζε την καύλα του για την ανθρώπινη ανατομία και τον θάνατο. Τα έργα του έχουν χαρακτηριστεί σουρεαλιστικά, άρρωστα, τρομακτικά, ακόμα και γελοία — εξαρτάται από ποια οπτική τα βλέπει ο καθένας. Από εκείνη την περίοδο των 60′s έβγαλε 18 ολοκληρωμένα έργα, τα οποία το 1985 έστειλε στο Long Beach της California για φύλαξη.

Το 1990 θέλησε να τα πάρει πίσω στο Michigan, αλλά αυτά στάλθηκαν κατά λάθος (;) στην Αυστραλία. Από τότε η τύχη τους αγνοείται. Ύστερα από εκείνο το σκηνικό βάλθηκε να ξαναζωγραφίσει, κυρίως για να χρηματοδοτήσει την σταυροφορία του υπέρ της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας. Έκανε 8 καινούρια έργα, τα οποία πωλούνται σε φωτογραφικά αντίτυπα από την Ariana Gallery. Τα πρωτότυπα βρίσκονται στο American Museum και στην Armenian Library και παρά τις προσπάθειες συλλεκτών δεν έχουν βγει ακόμα στο σφυρί.