Jackson Pollock: Ο αυτοκαταστροφικός του αφηρημένου εξπρεσιονισμού

Jackson Pollock: Ο αυτοκαταστροφικός του αφηρημένου εξπρεσιονισμού

Ξέρεις κάτι αγαπητέ μου αναγνώστη; Είναι μέρες που δεν σου βγαίνει να γράψεις αυτό το ρημάδι το άρθρο. Που έχεις έχεις ψάξει ενδελεχώς μέσα από βαθιά έρευνα τους βίους 5 – 6 νοματαίων και κανείς δεν σου κάθεται καλά για να γράψεις για την αφεντιά του. Που κάνεις απέλπιδα προσπάθεια να ξεκινήσεις άρθρο και στη τρίτη παράγραφο το σβήνεις και ρωτάς τον αέρα: “για ποιον να γράψω σήμερα;”

Το καλό της υπόθεσης είναι πως δεν υπάρχει μόνο αέρας γύρω σου, αλλά και άνθρωποι, οπότε όλο και κάποιος θα απαντήσει στην απελπισμένη σου ερώτηση. Και το ακόμη καλύτερο; Θα ανασύρει δική σου, ξεχασμένη ιδέα. Βλέπεις πάντα πρέπει να έχεις ιδέες για μελλοντικά άρθρα μαζεμένες, αλλά όταν γίνονται πολλές, κάποιες φεύγουν στο (αν)εγκεφαλικό σου background.

Λοιπόν, ένα μήνα πριν κλείσουμε το ψυγείο για να πάμε και εμείς να μινάρουμε σε καμιά παραλία, αλλά και τώρα που επιστρέψαμε για να σε σκοτίσουμε με την ανισσοροπία μας, σε πρέζαρα με μουσικούς, faux θρησκευτικούς μεσσίες, σπιντάκιδες συγγραφείς, εφευρέτες που θέσπιζαν βραβεία για να ξεπλύνουν την υστεροφημία τους καθώς και με κυρίες που καβάτζωναν αυτά τα βραβεία. Λογιών λογιών φρούτα λοιπόν (που μπορείς να τα βρεις όλα εδώ), αλλά ξέρεις τι μου έλειψε; Μου έλειψε να γράψω για ζωγράφο.

Οι ζωγράφοι είναι τα αγαπημένα μου θύματα σε αυτή την στήλη. Πέραν του ότι είναι ένας προς ένας τρελαμένοι (γεγονός που τους δίνει μπόνους ενδιαφέροντος), το να δώσω στον αναγνώστη να καταλάβει τι παίζει με το έργο ενός ζωγράφου είναι μια διαδικασία τόσο ευχάριστη, με αποτέλεσμα να φαντάζει παιδιάστικα εύκολη. Μπορεί και το αντίθετο όμως — δε γαμείς;

Για σήμερα λοιπόν θα ρίξουμε τα ματάκια μας στον βίο και το έργο του Jackson Pollock (ελληνικά: Τζάκσον Πόλοκ). Αμερικάνος ιρλανδικής καταγωγής και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός είναι από εκείνα τα είδη ζωγραφικής βέβαια που κάνουν όσα άτομα δεν έχουν ιδέα από εικαστικά να λένε πολύ πρωτότυπες ατάκες σαν και αυτή:

“Ε, σιγά, αυτό το κάνω και εγώ!”

Για να το θέσω απλά, η ζωγραφική στην πορεία της εξέλιξης της, από ένα σημείο και μετά έχασε την σημασία της σαν μέσο πιστής αποτύπωσης της φύσης, πράγμα που έκανε όσους ασχολούνταν μαζί της να ψάχνουν καινούριες διεξόδους και δυνατότητες για αυτό το πανάρχαιο μέσο, γιατί κακά τα ψέμματα, να την αφήσεις να πεθάνει έτσι δεν έλεγε.

Και κάπως έτσι, κυρίως από τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, η μία ζωγραφική τάση διαδεχόταν την άλλη, με ιδέες αντικρουόμενες, που άνθιζαν και μαραίνονταν εντός δεκαετίας. Αλλά η κάθε τάση αποτελούσε μια ιδέα, μια διαφορετική προσέγγιση πάνω σε ένα θέμα που όσο να ‘ναι τραβάει μπόλικη ανάλυση.

Οπότε ακόμα και εσύ άσχετε αναγνώστα, προσπάθησε να δεις όλα αυτά τα πιο σύγχρονα ρεύματα, που είναι τόσο μακριά από την αγαπημένη σου Αναγέννηση, σαν μια διαφορετική, ατομική, αλλά και συλλογική οπτική, πάνω σε αυτή την τέχνη.

Ωραία και τώρα που ‘ξηγηθήκαμε, πάμε να μπανίσουμε Pollock.

Ο Paul Jackson Pollock γεννήθηκε στις 28 Ιανουαρίου του 1912 στο Cody του Wuoming εκεί στην Αμερική. Ήταν το τελευταίο από τα πέντε παλικαράκια που γέννησε η μάνα του – μετά της έσπασε το καλούπι. Οι γονείς του ήταν απλοί άνθρωποι,αγρότες και θρησκευόμενοι (πρεσβυτεριανιστές) οι οποίοι όμως είχαν το χούι να μετακομίζουν από εδώ και από εκεί. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο μικρούλης Jackson, αλλά και τα αδέρφια του μάλλον, να βιώνουν μια έντονη αστάθεια, η οποία μετέπειτα τους βγήκε σε ψυχολογικά νταχτιρντί.

Στα 16 του τον απέβαλαν από το λύκειο που πήγαινε και έτσι αυτός γράφτηκε στο Manual Arts High School του Los Angeles, από το οποίο πάλι πήρε πόδι. Έτσι το 1930, όπου επιτέλους πάτησε τα 18 του, ακολούθησε τα βήματα του μεγαλύτερου του αδερφού, Charles Pollock και πήγε στην Νέα Υόρκη για να σπουδάσει την τέχνη του δίπλα στον Thomas Hart Benton.

Αρχικά η δουλειά του Jackson ήταν επηρεασμένη από τους Μεξικανούς ζωγράφους David Alfaro Siqueiros και Diego Rivera. Μετέπειτα ανακάλυψε τους υπερρεαλιστές και τον Picasso, όπου έφαγε σκαλωματιά με την πάρτη τους και άρχισε και ο ίδιος να γίνεται πιο συμβολικός. Αναπτύσσοντας την δουλειά του έκανε παράλληλα και προσπάθειες να εδραιώσει την φήμη του, παίρνοντας μέρος σε διάφορες ομαδικές μικρο εκθέσεις και δούλευε για το Federal Art Project ώστε να βγάζει τα προς το ζην.

Εκείνη η περίοδός του στο Federal Art Project (1938-1942) πρέπει να ήταν από τις πιο σάπιες για την ζωή του, αφού το είχε ρίξει στο αλκοόλ, ενώ παράλληλα έκανε γιουνγκιανή ψυχανάλυση για να λύσει το θέμα του αλκοολισμού αλλά και τους λοιπούς του νταλκάδες.

Και φυσικά εκείνο τον καιρό ούτε η καριέρα του πήγαινε καλά, αφού έβλεπε τη καλλιτεχνική και εμπορική αναγνώριση με τηλεσκόπιο. Σαπίλα μαύρη σε λέω. Και από αυτή την μαυρίλα ξέρεις ποιοι πήγαν να τον σώσουν; Οι γυναίκες. Για την ακρίβεια την αρχή της διάσωσης την έκανε η Lee Krasner η οποία δούλευε επίσης στο Federal Art Project.

Σε αντίθεση με τον Pollock, είχε μια αρκετά καλοστημένη καριέρα, την οποίαν όμως αποφάσισε να ρίξει σε κάποια από τις λίμνες του Michigan και να επικεντρωθεί στο να προωθήσει την δουλειά του αυτοκαταστροφικού της αμόρε.

Η αρχική προώθηση πέτυχε, και ο αυτοκαταστροφικούλης μας έπεσε στην προσοχή της Peggy Guggenheim, η οποία ξεκίνησε να τον πατρονάρει και να τον προωθεί στους κύκλους του ματσωμένου σιναφιού της. Έτσι ο Jackson με της ευλογίες της κυρά Peggy, έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση το 1943. Εν συνεχεία, το 1945 παντρεύτηκε την Lee και η Peggy τους δάνεισε τα χρήματα για να φτιάξουν το ερειπωμένο σπίτι και το εργαστήριο που αγόρασαν στο Long Island.

Τι χαρά! Τι ευτυχία! Ο Pollock πλέον είχε τον χώρο και την άνεση να μεγαλουργήσει και να αναπτύξει την ιδιότυπη τεχνική η οποία άφησε το έργο του στην ιστορία, το περίφημο dripping.

Ναι, dripping ίσον στάξιμο, και η τεχνική του Pollock περιλάμβανε στάξιμο πολύ υγρής μπογιάς, χρησιμοποιώντας ράβδους, σκληρά πινέλα και σπάτουλες πάνω στον καμβά του ο οποίος βρισκόταν στο πάτωμα. Ο τρόπος αυτός μπορεί τώρα να σου φαίνεται αρχίδια μέντολες, αλλά τότε ήταν κάτι τίγκα πρωτοποριακό. Φόρμες που βγαίνουν από μπογιά που ρέει! Αρμονικές συνθέσεις φτιαγμένες από γαμημένο στάξιμο!

Επίσης να σου σημειώσω πως τους πίνακες αυτής της “σταγμένης” του περιόδου, τους δούλευε από όλες τις μεριές, πηγαίνοντας από το ένα μέρος του πίνακα στο άλλο, σαν να χορεύει. Πολλοί λένε πως ο αυτός ο ιδιότυπος τρόπος του Pollock να δουλεύει τα έργα του ήταν ο πρόδρομος του action painting.

Περιττό να σου πω πως από εκεί και μετά οι πίνακες του πουλούσαν σαν ζεστά ψωμάκια.

Όμως ο Jackson ήταν ασταθές άτομο. Δεν τον ευχαριστούσε η αναγνώριση, δεν αισθανόταν ασφάλεια ούτε σαν καλλιτέχνης, ούτε σαν άνθρωπος. Και η ψυχανάλυση δεν τον βοήθησε καθόλου, ο αλκοολισμός του γινόταν πιο έντονος και η σχέση του με την Lee όδευε αργά αλλά σταθερά προς το χειρότερο.

Η μόνη περίοδος που έκοψε το αλκοόλ ήταν μεταξύ 1947 και 1950 όπου ήταν και το απόγειο της καριέρας του. Ύστερα πάλι ανασφάλεια και δώσ’του στο ποτό. Συνέχιζε βέβαια να έχει επιτυχία και μάλιστα η γκαλερί που φιλοξενούσε τις δουλειές του ήταν ιδιαιτέρως εμπορική και οι παραγγελίες έπεφταν βροχή. Αλλά το ότι έπρεπε να δουλεύει για άλλους, με έντονους ρυθμούς μάλιστα, του την βάραγε ακόμα περισσότερο. Δεν χρειάζεται να σου το πω, το βλέπεις: ο κύριος ήταν πλέον τόσο αυτοκαταστροφικός που τίποτα δεν τον ευχαριστούσε. Πέρα από το αλκοόλ που ήταν μια προσωρινή λύση φυγής.

Έτσι την πενταετία από το 1950 μέχρι το 1955 την έβγαλε πίνοντας πολύ, χρησιμοποιώντας μουντά χρώματα (καθώς είχε κάνει και μια σειρά από έργα με μαύρη μπογιά πάνω σε απροετοίμαστους μουσαμάδες) και μετέπειτα επέστρεψε σε λίγο πιο παραστατικές καταστάσεις.

Οι δυο του τελευταίοι πίνακες έγιναν το 1955 και είχαν τους τίτλους “Scent” και “Search“.

Το 1956 δεν έπιασε πινέλο ή σπάτουλα ή ραβδί. Απάθεια, αδράνεια και κατάρρευση. Η σχέση του με την Lee τελείωσε και αυτή έφυγε στην Ευρώπη, για να δει την Μπιενάλε εκείνης της χρονιάς μαζί με την Guggenheim. Παράλληλα αυτός απέκτησε νέα ερωμένη, την Ruth Kligman, την οποία βέβαια δεν πρόλαβε να χαρεί και για πολύ, λόγω της βλακείας που τον έδερνε.

“Τι έκανε πάλι;” θα αναρωτηθείς. Αυτό που κάνουν πολλοί φίλοι μας, Έλληνες οδηγοί μετά από τα μεγάλα μεθύσια, και δη τα γιορτινά: έπιασε τιμόνι στα χέρια του.

Ήταν 11 Αυγούστου του 1956, λίγο μετά τις 10 το βράδυ και ο αλκοολικός μας αρτίστας βρισκόταν στο τουτού του μαζί με την γκόμενα του και μια φίλη της, την Edith Metzger. Έτσι ντίρλα που ήταν, δεν το είχε πολύ με το τιμόνι. Η Edith πανικοβλήθηκε και προσπαθούσε να βγει από το αμάξι.

Ο Jackson άρχισε να γελάει μανιακά, έχασε την στροφή, πήγε έπεσε πάνω σε κάτι μικρές φτελιές και λόγω της σύγκρουσης και οι τρεις τους “πέταξαν” έξω από το όχημα. Ο Pollock και η Edith σκοτώθηκαν, η Ruth επιβίωσε για να περιγράψει αυτό το σκηνικό και να γράψει ένα βιβλίο πάνω στην σχέση της με τον Pollock με τίτλο “Love Affair – A Memoir of Jackson Pollock“.

H Lee έμαθε τα νέα για τον θάνατο του αχαΐρευτου της αγαπητικού της όσο βρισκόταν ακόμα στην Ευρώπη. Ξέχασα να σου αναφέρω πως νομικά ήταν ακόμα μαζί, έτσι με το που επέστρεψε η -πλέον- χήρα του Pollock στην Αμερική, βάλθηκε να διατηρήσει πάση θυσία την υστεροφημία του συζύγου της, ενώ παράλληλα είπε να ξαναπιάσει την καριέρα της από εκεί που την άφησε, χρησιμοποιώντας το εργαστήριο του μακαρίτη.

Το 1985, ένα χρόνο αφού είχε πεθάνει και η ίδια, ιδρύθηκε το Pollock-Krasner Foundation, σαν κληροδότημα της Lee. Το εν λόγω ίδρυμα υπάρχει για να βοηθάει νέους καλλιτέχνες όπου χρειάζονται οικονομική υποστήριξη, καθώς και δίνει ένα βραβείο με το όνομα “Lee Krasner Award” ετησίως.

Παρά την σύντομη ζωή και την ακόμα συντομότερη καριέρα του, όπως σου ανέφερα ο Pollock είναι και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Αμερικάνους ζωγράφους του προηγούμενου αιώνα.

Το έργο του πριν αλλά και μετά τον θάνατο του έφερε τους κριτικούς σε δύσκολη θέση. Θεωρήθηκε “τέχνη χωρίς νόημα” από κάποιους, ενώ άλλοι λένε πως εκπορνεύτηκε η δουλειά του από την οικονομική ελίτ της Αμερικής για να υποβιβαστεί το ρεύμα του κοινωνικού ρεαλισμού. Το 1959 μάλιστα, η Reynold’s News είχε σαν τίτλο για άρθρο που πραγματευόταν την δουλειά του “This is not art – it’s a joke in bad taste“. Όπως καταλαβαίνεις, ο καθένας με την αποψάρα του.

Κατά την προσωπική μου άποψη, η τέχνη του Pollock ήταν κάτι προσωπικό, κάτι σχετικά παρορμητικό και υπήρχε εν μέρει σαν διέξοδος για να ξορκίζει τους δαίμονες του. Από την άλλη, οπτικά έχει κάτι το περίεργο. Αρχικά σου δίνει μια αίσθηση χάους, αλλά κοιτώντας τους πίνακες του λίγο παραπάνω αντιλαμβάνεσαι πως τα πάντα εκεί μέσα, παρά την χαοτική τους διάταξη, βρίσκονται σε πλήρη αρμονία σε επίπεδο φόρμας και χρώματος.

Α! Και για να μην το ξεχάσω: μετέπειτα αναλυτές της δουλειάς του Pollock ανακάλυψαν πως η σύνθεση των έργων του ήταν, τρόπο τινά φρακταλοειδής. Δηλαδή, όσο και να εστίαζες σε κάποιο μέρος του πίνακα, αυτό σου προσέδιδε καινούριες φόρμες, και αυτό το φρακτάλιασμα είναι πολύ πιο έντονο στις ώριμες σταξιμέικες δουλειές του.

Κάπου εδώ λοιπόν λέω να σε αφήσω. Ελπίζω το πέρασμα που κάναμε στην ζωή του Pollock να σου φάνηκε ενδιαφέρον και να έκανες έστω και μια μικρή προσπάθεια να εκτιμήσεις την μη παραστατική ζωγραφική, ακόμα και αν αυτή είναι βγαλμένη από το μυαλό και τα χέρια ενός ατόμου λίαν προβληματισμένου και αυτοκαταστροφικού.

Λες να σου βάζω δύσκολα; Όπως και να ‘χει, τα λέμε από ‘βδομάδα!