Καιρός για αντιήρωες. Το παρασκήνιο μιας δημιουργικής επανάστασης

Καιρός για αντιήρωες. Το παρασκήνιο μιας δημιουργικής επανάστασης

Ένας μαφιόζος μπαίνει στο γραφείο μιας ψυχιάτρου. Κάπως έτσι ξεκινούν τα κακά ανέκδοτα. Κάπως έτσι, όμως, ξεκίνησε και η σύγχρονη τηλεοπτική επανάσταση, μιας τηλεόρασης, επιτέλους, για ενήλικες…

Ο Μπρετ Μαρτιν είναι δημοσιογράφος. Λόγω της δουλειάς του σε περιοδικά όπως το (κινηματογραφικό) Variety, έζησε από κοντά τη δεκαετία που με αφετηρία τους Σοπράνος το 1999 μεταμόρφωσε, τουλάχιστον έως την επόμενη κατακλυσμιαία αλλαγή, για πάντα την τηλεόραση. Ο Μάρτιν είχε την ευκαιρία να περάσει πολλές ώρες στα γυρίσματα της σειράς του Ντέιβιντ Τσέις, αλλά και σειρών όπως The Wire, Mad Men, Breaking Bad κ.λπ. συναναστρεφόμενος τους βασικούς συντελεστές τους. Το βιβλίο Difficult Men: Behind the Scenes of a Creative Revolution (Δύσκολοι άντρες. Το παρασκήνιο μιας δημιουργικής επανάστασης) είναι το αποτέλεσμα της πολυετούς εμπειρίας του. Από τον τίτλο του ακόμη συνοψίζει πολύ περιεκτικά το μεγάλο μυστικό: Αν η νέα αυτή εποχή της τηλεόρασης γνωρίζει την αποθέωσή της για το ρεαλισμό της, είναι επειδή οι συντελεστές πίσω από αυτήν έχουν τα θέματά τους –σαν κανονικοί άνθρωποι δηλαδή. Κυκλοφόρησε το περασμένο καλοκαίρι. Τραγική ειρωνεία, λίγες μέρες μετά το θάνατο του πρώτου από τα υπέροχα καθάρματα…

Οι πρωταγωνιστές

Τραγική ειρωνεία διότι ο πρόλογος του βιβλίου έχει τίτλο «Η μέρα όπου εξαφανίστηκε ο Τόνι Σοπράνο». Περιγράφει τις τεράστιες προσωπικές δυσκολίες που αντιμετώπισε ο ηθοποιός εξαιτίας της κατάδυσής του στον ερεβώδη ψυχισμό του αρχιμαφιόζου Τόνι: «Καθημερινά άκουγες κραυγές από το τροχόσπιτό του. Ηξερες ότι δεν ήταν τίποτα. Απλώς, ο Τζίμι προετοίμαζε την επόμενη σκηνή». Σύμφωνα με τον Μάρτιν, οι μικρές εξαφανίσεις του σταρ της σειράς δεν ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο. Συχνά ο Γκαντολφίνι έπαιρνε τηλέφωνο και δήλωνε άρρωστος, καθυστερώντας το γύρισμα. Στη συνέχεια, επανερχόταν με δωράκια για όλο το καστ και το συνεργείο. Ο δικός του τρόπος να ζητήσει συγγνώμη.

Εκείνη τη φορά, όμως, εξαφανίστηκε για τέσσερις ολόκληρες μέρες. Και καθώς βρισκόταν σε μια πολύ άσχημη περίοδο της ζωής του (στη μέση ενός άγριου διαζυγίου και της μάχης που έδινε με την εξάρτησή του από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά), οι παραγωγοί φοβήθηκαν ακόμα και για πιθανή αυτοκτονία. Εντέλει, όπως αναφέρει ο Μάρτιν, ο Γκαντολφίνι τηλεφώνησε στο στούντιο το πρωί της τέταρτης μέρας από ένα «σαλόνι ομορφιάς» στο New Jersey, όπου είχε βρεθεί χωρίς να θυμάται πώς, χωρίς ταυτότητα πάνω του και χωρίς λεφτά!

Όμως, και οι υπόλοιποι τηλεοπτικοί αντιήρωες της τελευταίας δεκαετίας είχαν, εδώ που τα λέμε, τα θέματά τους. Για παράδειγμα, ο «Ντον Ντρέιπερ» του Mad Men, κατά κόσμον Τζον Χαμ: «Παιδί χωρισμένων γονιών, μεγαλωμένος μέχρι μια ηλικία με τη μητέρα του, η οποία πέθανε από καρκίνο, και εν συνεχεία με τον πατέρα του, ο οποίος επίσης πέθανε, όταν ο νεαρός βρισκόταν ακόμα στο κολέγιο (και αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει), κατάλαβε ενστικτωδώς τον “Ντον”. Κυρίως κατάλαβε τι σημαίνει να εφευρίσκεις εκ νέου τον εαυτό σου κυνηγώντας το αμερικανικό όνειρο». Μια ζωή με τρομακτικές ομοιότητες, και στην ευτυχή κατάληξή της, της αναγνώρισης, με του Μπράιαν Κράνστον του Breaking Bad.

Ο Πίτερ Κράους, «Νέιτ Φίσερ» στο Six Feet Under (ή Γραφείο Κηδειών Φίσερ, όπως προβλήθηκε κάποτε ελληνιστί, στις μεγάλες ώρες) είχε ένα άλλο πρόβλημα. Ταυτίστηκε τόσο πολύ με το χαρακτήρα που από ένα σημείο και μετά, όταν δεν του άρεσαν οι πράξεις του, ζητούσε από τους σεναριογράφους να τις αλλάξουν για τον κάνουν πιο αρεστό! Κάτι, φυσικά, που δεν συνέβη ποτέ.

Ένα ακόμη κοινό στοιχείο αυτών των προβληματικών τύπων ήταν πως όλοι οι παραπάνω, ως αυθεντικοί outsiders, μαζί με τον Ντόμινικ Γουεστ (ο θρυλικός «Μακ Νάλτι» στο The Wire) ή τον Ιαν Μακ Σέιν («Al Swearengen» στο Deadwood) δεν υπήρξαν η πρώτη επιλογή των παραγωγών. Αλλά οι δημιουργοί επέμειναν. Και δικαιώθηκαν απόλυτα…

Οι δημιουργοί

Ακόμα περισσότερο από τους πρωταγωνιστές, το μεγαλύτερο ψυχολογικό φορτίο το κουβαλούσαν, και πιθανότατα το κουβαλούν ακόμα, αυτοί.

Ο Ντέιβιντ Σάιμον, του The Wire, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80 ήταν αστυνομικός ρεπόρτερ. Μέχρι που πήρε άδεια από την εφημερίδα του και έζησε έναν ολόκληρο χρόνο μαζί με τους άντρες του τμήματος ανθρωποκτονιών της Βαλτιμόρης : «Βρισκόταν μαζί τους έξι, συχνά επτά μέρες την εβδομάδα, γυρνούσε σπίτι ξημερώματα, σχεδόν πάντα πιωμένος. Διόλου τυχαία, εκείνη την εποχή έληξε και ο πρώτος από τους τρεις γάμους του. Στη συνέχεια, εξέδωσε το εξαιρετικό βιβλίο Homicide, στις σελίδες του οποίου υπάρχουν και όλα τα βασικά στοιχεία του The Wire: Ο ρεαλισμός, η διαφθορά, η απαισιοδοξία, η σκοτεινιά, αλλά και ο παράδοξος ανθρωπισμός».

Ο Άλαν Μπολ του Six Feet Under (και κάτοχος όσκαρ για το σενάριο του American Beauty) σημαδεύτηκε από το θάνατο σε πολύ μικρή ηλικία: «Οταν ήταν 13 ετών, η αδελφή του η Μαίρη-Αν, την ημέρα των εικοστών δεύτερων γενεθλίων της, ξεκίνησε να τον πάει με το αυτοκίνητο στο μάθημα πιάνου. Σε μια επικίνδυνη διασταύρωση, ένας άλλος οδηγός έπεσε πάνω τους και σκότωσε τη Μαίρη».

Ο Μάθιου Γουάινερ, των Mad Men, είχε πατέρα έναν από τους πιο επιτυχημένους νευρολόγους των Η.Π.Α. και προσωπικό γιατρό του Ρόναλντ Ρέιγκαν: «Η οικογένειά του ήταν κλειστή και ανταγωνιστική, και ασκούσε στα παιδιά της τεράστια πίεση για να πετύχουν. Το μπερδεμένο μήνυμα που εξέπεμπε “Είσαι καλύτερος από όλους τους άλλους, αλλά δεν είσαι αρκετά καλός” καθόρισε τη ζωή του Γουάινερ». Ο Ντέιβιντ Μιλχ, του Deadwood, είχε επίσης πατέρα γιατρό, βίαιο και μέθυσο στην περίπτωσή του, που τον ανάγκασε να φύγει από το σπίτι στα 17. Πέρασε αρκετά χρόνια με εθισμούς στο αλκοόλ και στην ηρωίνη, ενώ αντιμετώπισε μεταξύ άλλων και σοβαρούς ψυχαναγκαστικούς ιδεασμούς. Οταν ξεκίνησε να γίνει συγγραφέας, π.χ., έγραφε και ξαναέγραφε τις ίδιες σελίδες επί ώρες δίχως να αλλάξει λέξη!

Και ο χειρότερος όλων: Ο Ντέιβιντς Τσέις, των Σοπράνος, μεγάλωσε με μια μητέρα που τον καταπίεζε ατελείωτα (πηγή έμπνευσης για την ανεπανάληπτη Λίβια Σοπράνο), βουτώντας σε κάθε είδους κατάχρηση («τη δεκαετία του ’70 πήγα να δω το Σατυρικόν του Φελίνι, έχοντας πάρει πρώτα ένα τριπάκι. Πέρασα τις επόμενες δώδεκα ώρες πιστεύοντας ότι ο δολοφόνος του ζωδιακού κύκλου [σ.σ. γνωστός απλώς ως Zodiac] με κυνηγάει για να με σκοτώσει») και κάνοντας ψυχανάλυση για χρόνια: «Σε ένα ταξίδι στη Ρώμη, όταν ήμουν λίγο πάνω από τα 30, έπινα καφέ σε μια υπέροχη πλατεία και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν: “Τι το ωραίο έχει αυτή η πόλη; Μόνο χιλιάδες χρόνια θανάτου”. Τότε κατάλαβα ότι χρειαζόμουν τη βοήθεια ενός ειδικού»…

Πως συνέβησαν όλα αυτά

Πως, όμως, έφτασε μια σειρά με πρωταγωνιστή έναν υπέρβαρο μεσήλικα μαφιόζο να καθηλώσει την Αμερική και τον κόσμο και να αλλάξει δραστικά το μέσο;

Οι Σοπράνος και οι αντίστοιχες σειρές που ακολούθησαν εκμεταλλεύτηκαν μια ευτυχή συγκυρία. Πρακτικά, έπαιξε ρόλο η απόφαση του H.B.O. να στραφεί στην πρωτογενή μυθοπλασία. Και καθώς μιλάμε για καλωδιακό δίκτυο που συντηρείται κυρίως από τις συνδρομές, οι φόβοι των διαφημιστών έπαψαν να μετρούν. Ο Ντέιβιντ Μιλχ λέει χαρακτηριστικά: «Επί 25 χρόνια τα διαφημιστικά σποτ ήταν η εκκλησία της τηλεόρασης: Υπαγόρευαν τι μπορούμε να αγγίξουμε και τι όχι. Με την άνοδο των καλωδιακών δικτύων, όλες οι συμβάσεις έσπασαν. Για την ακρίβεια, οι υπεύθυνοι των δικτύων απαιτούσαν από εμάς να σπάσουμε όλες τις συμβάσεις».

Ένα άλλο καθοριστικό γεγονός για την αλλαγή της τηλεόρασης υπήρξε και η τεχνολογική εξέλιξη. «Κάποτε», αναφέρει ο Μάρτιν, «οι αντιήρωες ήταν της μόδας στον κινηματογράφο, ειδικά τη δεκαετία του ’70. Ωστόσο, αυτό που θεωρούνταν αποδεκτό στη μεγάλη οθόνη δεν θεωρούνταν αποδεκτό στη μικρή. Μέχρι που η τεχνολογία θόλωσε τα όρια. Βίντεο, DVD, μεγάλες plasma τηλεοράσεις, ίντερνετ, όλα αυτά εξελίσσονταν ραγδαία μέχρι που στα μέσα της δεκαετίας του 2000 είχε μεγαλώσει μια ολόκληρη γενιά για την οποία το να δει ένα επεισόδιο ή μια ταινία στο YouTube ή ακόμα και στο κινητό ήταν κάτι απολύτως φυσιολογικό».

Πάνω από όλα, όμως, γράφει ο Μάρτιν, η τηλεοπτική επανάσταση προέκυψε ως αποτέλεσμα ωριμότητας: «Το κοινό είχε πια ανάγκη να δει την αλήθεια για το αμερικανικό όνειρο και για τον καπιταλισμό συνολικά. Η νύξη ότι ο δυτικός πολιτισμός στη δομή του δεν διαφέρει ιδιαίτερα από μια εγκληματική οργάνωση δεν ενοχλούσε πια τους τηλεθεατές. Αντιθέτως, αποτελούσε κάτι που ήθελαν να να δουν και να συζητήσουν. Και, παράλληλα, το πρότυπο του άντρα που φαινομενικά τα πάει πολύ καλά στη δουλειά του, παίρνει ό,τι θέλει (από γκόμενες μέχρι αυτοκίνητα), αλλά κατά βάθος νιώθει διαρκώς ανασφαλής και λίγος υπήρχε ολοζώντανο στην κοινωνία. Oχι, όμως, και στην τηλεόραση».

Μέχρι που τον Ιανουάριο του 1999 ένας μαφιόζος μπήκε στο γραφείο της ψυχιάτρου του…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας