Ο Λαρς φον Τρίερ, γεννήθηκε το 1956 στην Κοπεγχάγη. Το 1989, λίγο πριν πεθάνει η μητέρα του, του αποκάλυψε ότι ο βιολογικός του πατέρας δεν ήταν ο άντρας που τον μεγάλωσε, αλλά ένας υπάλληλος που δούλευε στην εταιρεία, την οποία εκείνη διατηρούσε πριν από χρόνια. Ο Τρίερ βρήκε τον πραγματικό του πατέρα αλλά κατάφερε να συναντηθεί μαζί του μόνο τέσσερις φορές. Με το πέρας της τελευταίας τους συνάντησης εκείνος δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να τον ξαναδεί, και για όποια περαιτέρω εξήγηση τον παρέπεμψε στον δικηγόρο του.
Αν εξαιρέσει κανείς αυτό το μικρό (!) ένοχο μυστικό της οικογένειας, ο ίδιος έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι θυμάται τα παιδικά του χρόνια με ιδιαίτερη τρυφερότητα, με μοναδικό ίσως “αγκάθι” την κατασκήνωση γυμνιστών στην οποία οι γονείς του τον έστελναν για να περάσει τα καλοκαίρια του.
Την ίδια εποχή αρχίζει να ανακαλύπτει την αγάπη του για τον κινηματογράφο. Με μια super 8, δώρο της οικογένειας του, ο 11χρονος Λαρς γυρίζει την πρώτη του μικρού μήκους ταινία. Δώδεκα χρόνια αργότερα γράφεται στην Εθνική σχολή κινηματογράφου της Δανίας. Κατά την διάρκεια της τετραετούς φοίτησης του στη σχολή, οι συμφοιτητές του, του κολλούν το παρατσούκλι “Φον”, προσθήκη που διατήρησε σε ολόκληρη την καριέρα του μέχρι σήμερα. Το 1983 αποφοιτά απο τη σχολή έχοντας ήδη στο ενεργητικό του δύο βραβευμένα φιλμ (“Nocturne” και The “Last Detail”). Το 1984 γυρίζει “Το Στοιχείο του Εγκλήματος”, σηματοδοτώντας μία απο τις καλύτερες στιγμές της πορείας του. Ακολουθούν η “Επιδημία” (1987) και το “Europa” (1991) – πολυβραβευμένα και τα δύο.
Το 1995, μεταξύ αστείου και σοβαρού, συντάσσει μαζί με τον Τόμας Βίντερμπεργκ το περιβόητο “Δόγμα ’95”. Μια διακήρυξη κινηματογραφικής “αγνότητας” που προσυπόγραψαν άλλοι δέκα Δανοί κινηματογραφιστές, κι η οποία περικλείει άλλους τόσους κανόνες – εντολές, που σκοπό τους είχαν να προφυλάξουν θεατή και κινηματογραφιστή από την κυριαρχία των εταιρειών παραγωγής. Το “Δόγμα ’95” μεταξύ άλλων, απαγορεύει δια ροπάλου την επεξεργασία της εικόνας, το γύρισμα σε στούντιο, αλλά και την αναγραφή του ονόματος του σκηνοθέτη στους τίτλους έναρξης και λήξης…
Το 1996 το τότε αγαπημένο παιδί των Γάλλων, και νυν “persona non grata”, βραβεύεται στο Φεστιβάλ των Καννών με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής για το “Δαμάζοντας τα Κύματα”, το οποίο κι αποτελεί την πρώτη του ταινία που γυρίζεται ολόκληρη στα αγγλικά. Το λυρικό αριστούργημα του Τρίερ περιστρέφεται γύρω από τον γάμο μιας γυναίκας με νοητική στέρηση, και ενός άντρα που μένει ανάπηρος μετά από ένα εργατικό ατύχημα.
Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία αγάπης δυο διαφορετικών προσώπων, τα όσα παρεμβαίνουν εμποδίζοντας την ένωση, όπως για παράδειγμα ένα σώμα, καταργούνται σαν υποδεέστερα. Εκείνος της ζητάει να πηγαίνει με άλλους άντρες και να του αφηγείται τις εμπειρίες της, εκείνη προσφέρεται να του σώσει τη ζωή. Το ιδιόμορφο happy end που συνοδεύεται από την τελική κάθαρση αφήνει μια γεύση ανάμεικτη, μια αίσθηση που ισορροπεί ανάμεσα στο δέος και τον πόνο.
«Οι Ηλίθιοι» που έκαναν την έξοδο τους το 1998 είναι ένα τυπικό παράδειγμα μιας από τις ελάχιστες ταινίες, που γυρίστηκαν τηρώντας στο ακέραιο τους κανόνες του “Δόγματος”. Το “Χορεύοντας στο σκοτάδι” ήρθε το 2000 και έφερε μαζί του έναν Χρυσό Φοίνικα από τις Κάννες. Ο Τρίερ τολμά να κάνει την απόλυτη καινοτομία, δανείζεται στοιχεία από ένα κοινωνικό – ταξικό, πλην όμως προσωπικό δράμα, τα εμπλουτίζει με πολλές δόσεις μιούζικαλ, και μας καλεί σε ένα ταξίδι που καταλήγει σε λυγμούς και σφιγμένες γροθιές.
Η θυσία, που έτσι κι αλλιώς παραμένει πάντα ένα από τα αγαπημένα του θέματα, βρίσκει έδαφος για να ανθίσει πάνω στην πιο ολοκληρωτική σχέση αγάπης, αυτή μιας μάνας προς το παιδί της. Προσθήκες δροσιάς αποτελούν τα τραγούδια της ταινίας, ερμηνευμένα από την πρωταγωνίστρια Μπιορκ, που με αυτή της την εμφάνιση απέδειξε γι’ ακόμη μια φορά το εύρος των καλλιτεχνικών της δυνατοτήτων.
Αφού πλέον μας έχει εκπαιδεύσει στο διαφορετικό, το 2003 υποδεχόμαστε το “Dogville”, το πρώτο μέρος μιας τριλογίας που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, και σαν κύριο θέμα έχει την Αμερική. Ένα αχανές πλατό, που ανταγωνίζεται σε διαστάσεις ολυμπιακό γυμναστήριο, κτήρια ζωγραφισμένα στο πάτωμα με κιμωλία – μια από τις πολλές Μπρεχτικές επιρροές – και μια Νικόλ Κίντμαν που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό.
Καθώς η κυνηγημένη Γκρέις (Χάρη), υπομένει στωικά τα βασανιστήρια στα οποία την εξαναγκάζουν οι κάτοικοι του Ντογκβίλ, μια σειρά από ηθικά διλλήματα κατακλύζουν το μυαλό του θεατή. Η Αμερική, ως σύγχρονη γη της επαγγελίας, ρίχνει στο πάτωμα το πλατύ της χαμόγελο αποκαλύπτοντας μια κοινωνία άρρωστη, απελπιστικά αδύναμη που περιμένει την σπίθα που θα την διαλύσει.
Η συνέχεια γράφεται με το εξίσου αξιόλογο “Manderlay”, τον “Αντίχριστο” – την ταινία του Τρίερ με την πιο εμφανή επεξεργασία στην εικόνα, και τέλος το φετινό “Μελαγχολία”, η αξία του οποίου (ευτυχώς) δεν επισκιάστηκε από τις προβοκατόρικες, δηλώσεις του Τρίερ στις Κάννες.
Με σαφείς αναφορές στο έργο του μεγάλου Ντράγιερ, ο Τρίερ πέτυχε από πολύ νωρίς να δημιουργήσει ένα απολύτως προσωπικό στυλ που βασίζεται στην αφαίρεση οποίας περιττής προσθήκης, ενώ την ίδια στιγμή το απογυμνωμένο συναίσθημα του ήρωα αντικαθιστά την υπερβολική τεχνική επεξεργασία. Μπορεί να γίνει τόσο άμεσος, που πολλές φορές νιώθεις την ανάγκη να αποστρέψεις το βλέμμα από την οθόνη, πιστεύοντας ότι είσαι εκεί τοποθετημένος, αντικαθιστώντας μια κρυφή κάμερα. Πόσο κοντά μπορείς να πλησιάσεις μια τραγωδία χωρίς να διαλυθείς κι ο ίδιος; Τα σκηνικά, οι φωτισμοί, οι ανθρώπινες μορφές – που τις περισσότερες φορές φέρουν το βάρος μιας αδίστακτης μοίρας, όλα είναι εκεί – απέναντι, μα όλα είναι και δίπλα σου. Τις περισσότερες φορές η κάμερα δεν μένει ακίνητη πάνω στο “βάθρο” της, αλλά μετακινείται διαρκώς στα χέρια του σκηνοθέτη ακολουθώντας την εξέλιξη μιας άλλης κίνησης που ξεκινάει από πολύ πιο βαθιά και εκρήγνυται στην οθόνη.
Φιλμογραφία
- 2011 – Μελαγχολία
- 2009 – Αντίχριστος
- 2006 – Το μεγάλο αφεντικό
- 2005 – Manderlay
- 2003 – Dogville
- 2000 – Xoρεύοντας στο σκοτάδι
- 1998 – Ηλίθιοι
- 1996 – Δαμάζοντας τα κύματα
- 1991 – Europa
- 1988 – Mήδεια
- 1987 – Επιδημία
- 1984 – Το στοιχείο του εγκλήματος
