Λιμός, ο ανθρώπινος παράγοντας και η διεθνής αλληλεγγύη

Λιμός, ο ανθρώπινος παράγοντας και η διεθνής αλληλεγγύη

Ενώ στο Κέρας της Αφρικής εκατομμύρια άνθρωποι απειλούνται από το λιμό, η διεθνής αλληλεγγύη δυσκολεύεται ακόμα να παρέμβει αποτελεσματικά. Η προσοχή των μίντια επικεντρώνεται σε άλλα προβλήματα: την απειλή της διάλυσης της ευρωζώνης, το φάσμα της χρεοκοπίας ορισμένων τραπεζών, τις επαναστάσεις στη Συρία και τη Λιβύη.

Αυτή η αδιαφορία εξηγείται από την «κόπωση» που νιώθει σε κάποιο βαθμό η κοινή γνώμη των πλουσίων κρατών με το ζήτημα του λιμού, που θεωρείται αναχρονιστικό.

Κι όμως, δεν πάει πολύς καιρός που αυτή η πληγή αφορούσε ολόκληρη την ανθρωπότητα, όπως μαρτυρούν τα γραπτά του Μάλθους (Malthus) και τα 100 εκατομμύρια άνθρωποι που λιμοκτόνησαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Η Ευρώπη κατανίκησε τους λιμούς μόλις το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα και η Ιαπωνία και η λατινική Αμερική στις αρχές του 20ού.

Τη σύγχρονη εποχή, οι λιμοί ευτυχώς σπανίζουν, καθώς η εμφάνισή τους απαιτεί την σύμπτωση ποικίλων παραγόντων.

Χρειάζεται κατ’ αρχήν μια σειρά κακών εσοδειών, που οφείλονται είτε σε φυσικά αίτια, όπως ακραία καιρικά φαινόμενα (πλημμύρες, ξηρασίες) ή ασθένειες (όπως αυτή που έπληξε την καλλιέργεια γεωμήλων στην Ιρλανδία), είτε σε ανθρωπογενή (όπως ο εμφύλιος πόλεμος στη Ρωσία το 1921-1922). Έτσι η τρέχουσα κρίση οφείλεται εν μέρει από τη χειρότερη ξηρασία που γνώρισε η περιοχή εδώ κι εξήντα χρόνια.

Αλλά όμως στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο μας μια καταστροφική σοδειά κάπου στον κόσμο δεν αρκεί για να προκαλέσει λιμό.

Χρειάζεται επιπλέον η απομόνωση της περιοχής, όπως συμβαίνει με ορισμένες ζώνες του νότου της Σομαλίας που παραμένουν δυσπρόσιτες λόγω των εμφυλίων συρράξεων που σοβούν εκεί επί πολλά χρόνια, ή της Ερυθραίας, που παραμένει μια απομονωμένη και περίκλειστη χώρα.

Αλλά εντέλει, για να υπάρξει λιμός χρειάζονται κυρίως αποτυχημένες δημόσιες πολιτικές: έτσι π.χ. ο χειρότερος λιμός της ιστορίας που μεταξύ 1959 και 1961 προκάλεσε στην Κίνα το θάνατο μεταξύ 15 και 43 εκατομμυρίων ανθρώπων, οφείλεται στην πολιτική του «μεγάλου άλματος προς τα εμπρός» που εμπνεύστηκε ο Μάο Τσε Τουνγκ (Mao Zedong). Το ίδιο συμβαίνει και με το λιμό που έπληξε τη Σοβιετική Ένωση τη δεκαετία του 1930, λόγω του «πρώτου πενταετούς» προγράμματος του Στάλιν (Stalin) που στόχευε στην ανάπτυξη της βιομηχανίας εις βάρος της γεωργίας.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις ο λιμός προέκυψε από πολιτικές που στόχευσαν στην εξασθένιση κοινωνικών ομάδων που θεωρούνταν αντικαθεστωτικές. Πράγμα που επαναλήφθηκε τους λιμούς που προκάλεσαν οι «κόκκινοι χμερ» στην Καμπότζη το 1975-1979 ή εκείνο που έπληξε τη Βόρειο Κορέα μεταξύ 1995 και 2000 ή εκείνο που σήμερα πλήττει την Ερυθραία, όπου το καθεστώς αρνείται να παραδεχθεί ως και… την ύπαρξη της ξηρασίας!

Όπως έδειξε στη μελέτη του για το λιμό της Βεγγάλης του 1942-1944 ο Ινδός νομπελίστας οικονομικών του 1998 Αμάρτια Σεν (Amartya Sen), τη σύγχρονη εποχή οι λιμοί δεν οφείλονται τόσο στην έλλειψη τροφίμων, αλλά στις ανισότητες που προκαλεί η απουσία κατάλληλων μηχανισμών διανομής της τροφής.

Έτσι μέσα σε ένα χρόνο η τιμή των δημητριακών στην πόλη Μπαϊντόα της Σομαλίας αυξήθηκε κατά 240% κι εκείνη του αραβοσίτου κατά 117% σε ορισμένες περιοχές της Αιθιοπίας. Αυτή η εκτίναξη της τιμής των τροφίμων, χαρακτηριστική στους λιμούς, πλήττει πολύ χειρότερα τους φτωχούς από τους πλούσιους και τελικά δολοφονεί πολύ περισσότερα παιδιά από ενήλικες.

Με την πολύ καλύτερη κατανόηση του μηχανισμού των λιμών που διαθέτουμε σήμερα, τόσο στο επίπεδο της οικονομίας όσο και σε εκείνο της ιατρικής τους αντιμετώπισης, είναι αδιανόητο να μην μπορούμε να βοηθήσουμε τους πληττόμενους πληθυσμούς.

Όσον αφορά τις υποδομές των ανθρωπιστικών οργανώσεων ή τα περιθώρια πολιτικής πίεσης που διαθέτουν τα αναπτυγμένα ή αναδυόμενα κράτη, ο λιμός στο Κέρας της Αφρικής είναι απόλυτα αντιμετωπίσιμος βραχυπρόθεσμα. Μακροπρόθεσμα, οφείλουμε να υποστηρίξουμε τη δημοκρατία. Όπως έδειξε ο Αμάρτια Σεν, η δημοκρατία είναι το απόλυτο αντίδοτο στους λιμούς.

Γιατί επέστρεψε ο λιμός στην Αφρική;

Η Κένυα δεν είναι εύφορη χώρα. Στη Μομπάσα, το Ναϊρόμπι και το Κισούμου, τις τρεις μεγαλύτερες πόλεις που είναι και οι γνωστότερες στους τουρίστες, οι βροχοπτώσεις είναι σταθερές και έντονες. Αλλά το 80% της χώρας αποτελείται από γαίες που είτε αρδεύονται ελλιπώς, είτε δεν αρδεύονται καθόλου: σε αυτό το μέρος της Κένυα, η ζωή είναι σκληρή.

Λίγα μέρη είναι πιο αφιλόξενα από το Νταντάαμπ, την άλλοτε μικροσκοπική κοινότητα στη βορειοανατολική χώρα. Ο ήλιος είναι αδυσώπητος και οι ανεμοστρόβιλοι σαρώνουν τη λεπτή άμμο που καλύπτει το έδαφος. Η χλωρίδα αποτελείται κυρίως από ακακίες. Η κωμόπολη άρχισε να αυξάνει στις απαρχές της δεκαετίας του ’90, όταν η Σομαλία βυθίστηκε στο χάος και κύματα προσφύγων άρχισαν να διασχίζουν τα σύνορα, που βρίσκονται περί τα 80 χιλιόμετρα προς βορρά. Ένας προσφυγικός καταυλισμός, που είχε σχεδιαστεί για 90 χιλιάδες άτομα, άρχισε να φιλοξενεί 100, μετά 200 και μετά 300 χιλιάδες πρόσφυγες.

Στα τέλη του 2010, το Νταντάαμπ κόντευε να εκτοπίσει το Κισούμου από τη θέση της τρίτης πολυπληθέστερης «πόλης» της Κένυα. Κι ύστερα, η συνεχής ροή προσφύγων μετατράπηκε σε ποταμό και αργότερα σε πλημμύρα. Μέχρι τον περασμένο Ιούνιο έφταναν καθημερινά στο στρατόπεδο προσφύγων του Νταντάαμπ περισσότεροι από 1,500 Σομαλοί πρόσφυγες, εκτοξεύοντας τον πληθυσμό πάνω από τις 400 χιλιάδες.

Τα παλιότερα χρόνια, ο κόσμος αυτός προσπαθούσε να διαφύγει από τις συγκρούσεις. Τώρα όμως, αυτό που τους κυνηγά είναι η πείνα. Πέρσι μια έντονη ξηρασία έπληξε μεγάλα τμήματα του Κέρατος της Αφρικής, όπως συνέβαινε σχεδόν κάθε δυο χρόνια, ολόκληρη την περασμένη δεκαετία. Οι ξηρές γαίες της Αιθιοπίας και της Κένυα συμπεριλαμβάνονται σε αυτή τη ζώνη της ξηρασίας, μαζί με τη νότιο Σομαλία. Αλλά μόνο στη Σομαλία διαπιστώθηκαν μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών.

Και σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις γειτονικές χώρες, όπου αυτοί που πλήττονται είναι κυρίως οι νομάδες, πολλοί από τους πρόσφυγες της Σομαλίας είναι οι αγρότες από τους «σιτοβολώνες» της χώρας, που τα περασμένα χρόνια είχαν απολαύσει υπεράφθονες σοδιές, και στους οποίους το ερημικό τοπίο του Νταντάαμπ θα φαίνεται εντελώς απόκοσμο.

Οι πρόσφυγες που έφτασαν στο Νταντάαμπ ήταν σε απελπιστική κατάσταση, που πάντως ήταν καλύτερη από εκείνη όσων έμειναν πίσω: «ο κόσμος πεθαίνει εκεί πέρα», μου είπε η Χαουά Ορέ (Hawa Ore), μια νεαρή μητέρα που μόλις είχε φτάσει στο Νταντάαμπ μετά από εικοσαήμερη πεζοπορία. Την ίδια εκείνη ημέρα, στις 20 Ιουλίου, τα Ηνωμένα Έθνη ανήγγειλαν πως δεκάδες χιλιάδες Σομαλοί ήδη πεθαίνουν από το λιμό. Δύο περιφέρειες της χώρας είχαν ήδη κηρυχτεί σε κατάσταση λιμού. Αργότερα έγιναν πέντε, καλύπτοντας ολόκληρο το νότο της χώρας.

Η δήλωση του ΟΗΕ πυροδότησε ανησυχία και οργή: «πώς είναι δυνατό να πεθαίνουν σαν τις μύγες άνθρωποι από την πείνα εν έτει 2011;» αναρωτήθηκε ο Λούκα Αλινόβι (Luca Alinovi), ένας οικονομολόγος που έζησε στο Σομαλία στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και σήμερα διευθύνει το γραφείο της Σομαλίας του «οργανισμού τροφίμων και γεωργίας» (FAO) του ΟΗΕ, με έδρα το Ναϊρόμπι. «Είναι τόσο απαράδεκτο! Ο λιμός είναι ένα ζήτημα του μεσαίωνα».

Αυτό μπορεί να ισχύει, αλλά ο λιμός πάντοτε πλανιόταν πάνω από το Κέρας της Αφρικής. Η πιο γνωστή σχετική κρίση ξέσπασε στην Αιθιοπία το 1984-1985, όταν λιμοκτόνησαν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι. Και τότε, σαν σήμερα, η χώρα είχε πληγεί από σφοδρή ξηρασία· αλλά αυτό που κατέστρεψε τους ανθρώπους ήταν η καταστροφική αγροτική πολιτική της αιθιοπικής κυβέρνησης και ο εμφύλιος πόλεμος.

Παράλληλα, πολλές χιλιάδες πέθαιναν στο γειτονικό Σουδάν, που είχε επίσης δικτατορικό καθεστώς το οποίο αρνιόταν να αποδεχτεί την έκταση της διατροφικής κρίσης. Όπως και τώρα, έτσι και τότε, το αξίωμα του διασήμου Ινδού οικονομολόγου Αμάρτια Σεν (Amartya Sen) αποδείχθηκε αληθές: δεν γίνονται λιμοί σε λειτουργικές δημοκρατίες.

Η διεθνής αντίδραση στο λιμό της Αιθιοπίας ήταν καταπληκτική, ιδίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, και τα δεκάδες εκατομμύρια λίρες που συγκέντρωσε η οργάνωση «λάιβ έιντ», συνέβαλαν στη σωτηρία αμέτρητων ζωών. Η έκταση της καταστροφής ήταν τέτοια που κατεβλήθησαν σοβαρές προσπάθειες να μην επαναληφθεί ποτέ κάτι παρόμοιο. Η σημαντικότερη αλλαγή ήταν η εγκατάσταση ενός συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης λιμού, που τον δημιούργησαν οι ΗΠΑ για να δίνεται χρόνος στις κυβερνήσεις και τους πολιτικούς να αντιδρούν προληπτικά σε ανάλογες διατροφικές κρίσεις.

Λίγα μόλις χρόνια μετά όμως, χιλιάδες άνθρωποι λιμοκτονούσαν στη Σομαλία. Ξανά, η ξηρασία έπαιζε το ρόλο της, αλλά η σημαντικότερη αιτία του λιμού ήταν ο εμφύλιος πόλεμος. Το 1991 είχε ανατραπεί ο Μοχάμεντ Σιάντ Μπάρ (Mohamed Siad Barre) και μια σειρά από ανταρτικές ομάδες άρχισαν να αντιμάχονται για τη διαδοχή του.

Το σύστημα παραγωγής τροφίμων καταστράφηκε από τις συγκρούσεις -και τις λεηλασίες εκ μέρους των εμπολέμων. Αλλά και πέρα από τα σύνορα, στην Κένυα, όπου το καθεστώς του Ντάνιελ Άραπ Μόι (Daniel Arap Moi) ήταν μεν σταθερό, αλλά και αυταρχικό, διεφθαρμένο και αδιάφορο, υπήρχε επίσης κόσμος που λιμοκτονούσε.

Μια από τις περιοχές που πλήττονταν περισσότερο ήταν το Ουαζίρ, όπου κατοικούσε ένας νεαρός τότε αξιωματούχος του υπουργείου υγείας, ονόματι Μοχάμεντ Έλμι (Mohamed Elmi). «Ακόμα έχω εφιάλτες από εκείνη την εποχή», μου δήλωσε ο Έλμι σε ένα διάλειμμα των εργασιών του κοινοβουλίου στο Ναϊρόμπι, όπου σήμερα είναι υπουργός: «μόνο σε ένα χωριό, πέθαιναν 15 παιδιά τη μέρα.

Εκείνη την εποχή και σε εκείνες τις περιοχές, δεν υπήρχε ούτε καν η έννοια της ανθρωπιστικής βοήθειας. Πέθαιναν μεγάλοι αριθμοί ανθρώπων, αλλά η κυβέρνηση μας απαγόρευε να αναφέρουμε τα γεγονότα». Λίγο αργότερα ο Έλμι εντάχθηκε στην ανθρωπιστική οργάνωση «Όξφαμ» και εργάστηκε στις ομάδες άμεσης επέμβασής της.

Τα επόμενα χρόνια βελτιώθηκαν οι τρόποι αντίδρασης στις ξηρασίες, τόσο από την κυβέρνηση όσο και από τις υπόλοιπες υπηρεσίες. Το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης πρόσφερε πάρα πολύ, όπως και η εγκατάσταση μιας μόνιμης ροής ανθρωπιστικής βοήθειας. Αλλά και η διακυβέρνηση βελτιώθηκε, ιδιαίτερα μετά την αποχώρηση του Μόι, το 2002.

Και στην Αιθιοπία τα πράγματα βελτιώθηκαν κατά πολύ από τη δεκαετία του ’80. Ο πρωθυπουργός Μέλες Ζενάουι (Meles Zenawi), που ανέλαβε την εξουσία το 1991, μπορεί να έχει τις προσωπικές του απόψεις για το τι είναι δημοκρατία, αλλά η κυβέρνησή του έθεσε σε εφαρμογή πολιτικές και δομές που εξασφάλισαν τη χώρα από την επάνοδο του λιμού. Μόνο στη Σομαλία, καμία από τις διαδοχικές κυβερνήσεις που σχηματίστηκαν δεν κατόρθωσε να επεκτείνει την επιρροή της σε ολόκληρη την επικράτεια.

Πάντως, τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, στο Κέρας της Αφρικής η αγροτική παραγωγικότητα ανά εκτάριο αυξανόταν, όπως αυξάνονταν και οι δυνατότητες των ανθρωπιστικών οργανώσεων να αντιμετωπίσουν έκτακτες διατροφικές κρίσεις. «Σε σχέση με είκοσι χρόνια πριν, σήμερα έχουμε πολύ περισσότερη διαθέσιμη επιστήμη και κατανοούμε πολύ καλύτερα τις κρίσεις» λέει ο Ράντολφ Κεντ (Randolph Kent), διευθυντής του «προγράμματος ανθρωπιστικού μέλλοντος» στο «κινγκ’ς κόλετζ» του Λονδίνου, που εργάστηκε επί μακρόν στο Κέρας της Αφρικής. «Από την άλλη βέβαια, αυξάνεται η συχνότητα και η ένταση των περιβαλλοντικών φαινομένων που προκαλούν τις διατροφικές κρίσεις».

Πράγματι, οι έντονες ξηρασίες, που πάντοτε έπλητταν το Κέρας της Αφρικής πάνω-κάτω κάθε δεκαετία, είναι πια πολύ συχνότερες και από το 2000 εμφανίζονται κάθε δυο χρόνια κατά μέσο όρο. Αυτό έχει σοβαρότατες επιπτώσεις στη διατροφική ασφάλεια και έχει εξαναγκάσει τις διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις να βρίσκονται σε έναν αέναο σχεδόν κύκλο εκκλήσεων για επείγουσα βοήθεια. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το μετεωρολογικό σχήμα των βροχοπτώσεων αλλάζει.

Στην Κένυα π.χ. μειώνεται διαρκώς το τμήμα της χώρας που δέχεται μεταξύ 500mm και 600mm βροχής το χρόνο, την ελάχιστη ποσότητα που εκτιμάται πως είναι ικανή να επιτρέψει την καλλιέργεια. «Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι αν αυτό οφείλεται στην ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή ή σε κάποιο φυσιολογικό μετεωρολογικό κύκλο, αλλά πάντως είναι βέβαιο πως το κλίμα αλλάζει» μου λέει ο Ντανιέλε Ντε Μπέρναντι (Daniele de Bernardi), συντονιστής της «ομάδας διατροφικής ασφάλειας και διατροφής» του ΟΗΕ στο Ναϊρόμπι.

Οι πιο ευάλωτες περιοχές είναι οι φτωχότερες, όπου οι πληθυσμοί εξαρτώνται απολύτως από την ελάχιστη βροχή, που όμως δεν πέφτει. Στην Κένυα, οι περιοχές αυτές βρίσκονται στον άνυδρο βορρά, όπου έχουν εγκατασταθεί εδώ και αιώνες οι κτηνοτρόφοι με τα κοπάδια τους. Τις τελευταίες δεκαετίες, η περιβαλλοντική υποβάθμιση και η αύξηση του πληθυσμού αύξησαν τον ανταγωνισμό μεταξύ τους, για τους σπάνιους φυσικούς πόρους.

Επιπλέον η κυβέρνηση της Κένυα παραβλέπει τις κτηνοτροφικές περιοχές όσον αφορά τα αναπτυξιακά της σχέδια, όπως το κάνει η κυβέρνηση της Αιθιοπίας με την περιοχή του Ογκάντεν, όπου εξελίσσονται ένοπλες συγκρούσεις.

Στη βόρεια Κένυα, το ποσοστό των παιδιών που φοιτούν στο σχολείο και το επίπεδο μόρφωσης είναι σκανδαλωδώς χαμηλά, και η κτηνοτροφία, που θα μπορούσε να συμβάλει στην οικονομία της χώρας πολύ περισσότερο από ότι το κάνει σήμερα, παραμελείται συστηματικά. «Στις περισσότερες χώρες της περιοχής, οι κυβερνήσεις στηρίζονται στους γεωργικούς πληθυσμούς…

Όσον αφορά τους κτηνοτροφικούς πληθυσμούς εξακολουθεί να κυριαρχεί μια αντίληψη του τύπου “αυτοί οι περίεργοι με τα αλλόκοτα έθιμα που αλληλοσκοτώνονται”», μου επισημαίνει ο Έλμι, που το 2007 εγκατέλειψε την «όξφαμ» για να αναμειχθεί με την πολιτική κι είναι σήμερα υπουργός ανάπτυξης για τη βόρειο Κένυα και άλλες άγονες περιοχές. «Το αποτέλεσμα είναι να βρίσκεις χρηματοδοτήσεις για την καλλιέργεια καφέ, χρυσάνθεμων ή αγαύης (σισάλ). Αλλά για την κτηνοτροφία, δεν υπάρχει δεκάρα».

Αυτό καθιστά εξαιρετικά ευάλωτους τους κατοίκους των άγονων περιοχών, ιδίως όταν μειώνονται οι βροχοπτώσεις ή/και αυξάνουν οι τιμές των τροφίμων (όπως συνέβη, και μάλιστα δραματικά, τους τελευταίους δώδεκα μήνες για πολλούς λόγους, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης της τιμής των καυσίμων, της παγκόσμιας αύξησης της τιμής των πρώτων υλών και της αισχροκέρδειας των τοπικών μεσαζόντων). Αποτέλεσμα: στην Κένυα, 3.5 εκατομμύρια άνθρωποι χρειάζονται επειγόντως ανθρωπιστική/διατροφική βοήθεια.

Ο Έλμι παραδέχεται πως η κυβέρνησή του αντέδρασε καθυστερημένα στην κρίση. Αλλά παρόμοια κατηγορία θα μπορούσε να εγερθεί κατά πολλών ακόμα παραγόντων. Το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης λιμού, που ελέγχει μια σειρά από παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων των κλιματικών συνθηκών ή της τιμής των αγαθών στις τοπικές αγορές, είναι εις θέση να προειδοποιήσει πως έρχονται προβλήματα, πολύ πριν αυτά εμφανιστούν πράγματι στο πεδίο.

Και ανάλογες προειδοποιήσεις υπήρξαν πράγματι, που στάλθηκαν στις τοπικές κυβερνήσεις και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις ήδη από τον Οκτώβριο του 2010. Αλλά λίγα έγιναν ως ότου ξεσπάσει πραγματικά η κρίση… Όταν αποσαφηνίστηκε πως οι αναμενόμενες βροχές του Απριλίου δε θα έπεφταν ποτέ, έγιναν φανερά και τα πελώρια κενά στις δυνατότητες για άμεση ανθρωπιστική επέμβαση.

«Υπάρχει ένα κενό μεταξύ της επιστημονικής παρατήρησης και της πολιτικής αντίδρασης», επισημαίνει ο Κεντ. «Οι πάντες γνώριζαν από πέρσι πως τα πράγματα πήγαιναν άσχημα, αλλά οι επιστημονικές προειδοποιήσεις ουδέποτε μεταφράστηκαν σε απτές πολιτικές παρεμβάσεις. Χρειάζεται να γίνουμε περισσότερο προβλεπτικοί και να αποκτήσουμε στρατηγικές ταχείας παρέμβασης».

Τι θα μπορούσε όμως να αποτρέψει το λιμό στη Σομαλία; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τι ήταν αυτό που επιδείνωσε σε τέτοιο βαθμό την κατάσταση. Δεν ήταν επ’ ουδενί η ξηρασία διότι, έστω κι αν σε ορισμένες περιοχές οι βροχοπτώσεις έπεσαν στο χαμηλότερο σημείο τους εδώ και 60 χρόνια, οι συνθήκες είναι παρόμοιες με εκείνες στην Κένυα ή την Αιθιοπία.

Μερικές από τις περισσότερο πληγείσες περιοχές της Σομαλίας είναι οι εύφορες περιοχές του νότου και όχι τα άνυδρα βοσκοτόπια, όπως στους γείτονές της. Ο Αλινόβι θυμάται την -κηρυγμένη σε κατάσταση λιμού- περιφέρεια του Κάτω Σαμπέλε σαν μια «πραγματικά πανέμορφη περιοχή, με πλούσιο, εύφορο έδαφος», όπου κυριαρχούσε η καλλιέργεια μπανάνας.

Αλλά χωρίς να υπάρχει κυβέρνηση ικανή να επιβάλει τη θέλησή της επί είκοσι σχεδόν χρόνια, οι υποδομές της χώρας παρήκμασαν και η ανθρωπιστική βοήθεια είναι ελάχιστη σε σχέση με εκείνη στις γειτονικές χώρες. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, την περιοχή τη διαφέντευαν διάφοροι πολέμαρχοι.

Αλλά στη συνέχεια ένα παλλαϊκό ισλαμικό κίνημα, ονόματι «ισλαμικά δικαστήρια» (ΙCU) ανέλαβε τον έλεγχο του Μογκαντίσου και επέκτεινε γρήγορα την επιρροή του στη χώρα. Με την υποστήριξη των ΗΠΑ όμως, η Αιθιοπία εισέβαλε στη χώρα, με αποστολή να εκδιώξει από την εξουσία τα ICU, που κατηγορούνταν πως είχαν δεσμούς με την ισλαμική τρομοκρατία.

Από τα υπολείμματα των ICU γεννήθηκαν οι -πολύ πιο ακραίες- πολιτοφυλακές «αλ-σαμπάαμπ», που ελέγχουν σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της νοτίου Σομαλίας. Οι πολιτοφυλακές, που δεν είναι ομοιογενείς, διατηρούν δεσμούς με την «αλ κάιντα» και αντιτίθενται σε κάθε δυτική παρουσία στην περιοχή. Το 2009 άρχισαν να απελαύνουν τις ανθρωπιστικές οργανώσεις από τα εδάφη που ελέγχουν, συμπεριλαμβανομένου του «παγκοσμίου προγράμματος διατροφής» (WFP) του ΟΗΕ, ενώ οι εναπομείνασες οργανώσεις έπαψαν να απασχολούν αλλοδαπούς εμπειρογνώμονες, λόγω ελλιπούς ασφάλειας.

Το χειρότερο όμως ήταν πως λόγω των δεσμών των ντόπιων ιθυνόντων με την τρομοκρατία, οι ΗΠΑ, ο μεγαλύτερος δωρητής ανθρωπιστικής βοήθειας στον κόσμο, έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους ώστε οι πόροι τους να μην καταλήγουν σε ανθρώπους των «αλ-σαμπάαμπ», περικόπτοντας εντέλει δραστικά τη βοήθειά τους στη Σομαλία.

Πέρσι το φθινόπωρο, αυτή η εξασθένιση της ανθρωπιστικής βοήθειας δεν έγινε αισθητή, λόγω των εξαιρετικών βροχοπτώσεων και της πλούσιας σοδειάς που ακολούθησε. Αλλά η σωρευτική επίδραση των αλλεπάλληλων ξηρασιών των περασμένων ετών, σε συνδυασμό με τις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των ισλαμικών και άλλων πολιτοφυλακών, προεξοφλούσαν πως οι καλές ημέρες δεν επρόκειτο να κρατήσουν.

«Οι άνθρωποι βρίσκονταν ήδη στα άκρα», λέει ο Αλινόβι. Σύμφωνα με το FAO πολλοί μικροκαλλιεργητές ήταν ήδη υπερχρεωμένοι, και χρησιμοποιούσαν τα έσοδα από την καλή σοδειά για να αποπληρώσουν, όσο μπορούσαν, τα χρέη τους. Ο κόσμος ίσα-ίσα που αποθήκευε όσα τρόφιμα χρειαζόταν ως τον Απρίλιο, οπότε υποτίθεται πως θα επέστρεφαν οι βροχές. Αλλά οι βροχές καθυστέρησαν -κι ήταν αδύναμες.

Εντωμεταξύ η σπάνη σε σόργο και αραβόσιτο, που την προκάλεσαν οι αδύναμες βροχοπτώσεις, οδήγησε σε διπλασιασμό της τιμής των προϊόντων αυτών, ακόμα και τριπλασιασμό σε ορισμένες περιοχές. Χωρίς ισχυρή κυβέρνηση -η λεγόμενη «μεταβατική ομοσπονδιακή κυβέρνηση» του Μογκαντίσου είναι αδύναμη, ετοιμοθάνατη και βαθιά διεφθαρμένη- η Σομαλία μετατράπηκε στην ιδεώδη «ελεύθερη αγορά» -και οι εισαγωγές τροφίμων διακόπηκαν.

Το εισαγόμενο ρύζι που έφτανε στις περιοχές που ελέγχουν οι «αλ σαμπάαμπ» είχε τριπλάσια ή τετραπλάσια τιμή από το σόργο, ενώ η τιμή των μακαρονιών ήταν πέραν των οικονομικών δυνατοτήτων των περισσότερων κατοίκων. Χωρίς κρατικό «δίκτυ ασφαλείας» και με ελάχιστη (ή και καθόλου) εισαγόμενη ανθρωπιστική βοήθεια, οι κάτοικοι άρχισαν να πεινούν.

Όταν η πείνα έγινε υποσιτισμός, χιλιάδες άνθρωποι άρχισαν να εγκαταλείπουν καθημερινά τα σπίτια τους για να καταφύγουν στα στρατόπεδα προσφύγων της Κένυα και της Αιθιοπίας, ή και το Μογκαντίσου ακόμα -οπουδήποτε τέλος πάντων υπήρχε διαθέσιμη επισιτιστική βοήθεια.

Λοιπόν, θα μπορούσε να αποφευχθεί ο λιμός; Πιθανότατα όχι, με δεδομένες τις περίπλοκες δυναμικές της κατάστασης της Σομαλίας. Αλλά πολλοί άνθρωποι στις ανθρωπιστικές οργανώσεις νιώθουν πως έχουν γίνει λάθη. Όσον αφορά την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στις περιοχές που ελέγχουν οι «αλ σαμπάαμπ», ο Αλιβόνι θεωρεί πως οι πολιτικοί μπέρδεψαν την έννοια της ανθρωπιστικής βοήθειας με εκείνη της πολιτικής υποστήριξης.

«Υπάρχουν δύο διαφορετικά βασικά πράγματα. Πρέπει να προσηλωθούμε στις ανάγκες των ανθρώπων. Οι βασικές κοινωνικές υπηρεσίες, η διατροφική ασφάλεια και η απασχόληση των νέων είναι κρίσιμα μεγέθη, σε κάθε κρίση. Εν τη απουσία κυβέρνησης, το έργο για την εξασφάλιση των αγαθών αυτών το επωμίζεται η διεθνής κοινότητα. Αλλά τα τελευταία χρόνια οι αναπτυξιακές επενδύσεις έχουν μειωθεί δραματικά».

Ο Κεντ συμφωνεί πως θα μπορούσαν να έχουν γίνει πολύ περισσότερα, και επιμένει πως οι ανθρωπιστικές οργανώσεις πρέπει να βρουν έναν τρόπο να συνεργάζονται με «μη κρατικούς φορείς εξουσίας», σαν τις πολιτοφυλακές των «αλ-σαμπαάμπ». «Μπορούμε να διαπραγματευθούμε. Είμαστε όλοι ανθρώπινα όντα. Μπορεί να παριστάνουν τους θρησκόληπτους, αλλά έχουν αίσθηση των πρακτικών αναγκών».

Με δεδομένη τη συχνότητα των διατροφικών κρίσεων στο Κέρας της Αφρικής, ο Κεντ το θεωρεί «εργαστήριο» για μια νέα, πιο μακροπρόθεσμη και αποφασιστική προσέγγιση στην ανθρωπιστική βοήθεια. «Είναι μια έκκληση στα όπλα -αν είναι σώφρων να χρησιμοποιεί κανείς μια παρόμοια έκφραση αναφερόμενος στο Κέρας της Αφρικής. Μια ευκαιρία! Είδαμε πόσο δαπανηρή μπορεί να είναι μια κρίση. Το ζήτημα είναι: είμαστε πρόθυμοι να δράσουμε;»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας