ΑρχικήΤι είναιLouis Daguerre: Η αποτύπωση της φωτογραφίας και άλλες ιστορίες

Louis Daguerre: Η αποτύπωση της φωτογραφίας και άλλες ιστορίες

Στους καιρούς μας η φωτογραφία αποτελεί ένα εύκολο και προσβάσιμο αγαθό για τον μέσο πολίτη του δυτικού κόσμου και όχι μόνο. Για την ακρίβεια η φωτογραφία βρίσκεται κυριολεκτικά παντού στις ζωές μας. Είτε σαν μέσο διαφήμισης, είτε σαν συλλογή αναμνήσεων, είτε σαν εικαστική τέχνη, η αποτύπωση εικόνων με τη χρήση φωτογραφικού φακού φαντάζει κάτι παραπάνω από δεδομένη.

Κυρίως τη τελευταία δεκαετία με την ανάπτυξη των ψηφιακών φωτογραφικών μηχανών και την ενσωμάτωση κάμερας στις συσκευές κινητών τηλεφώνων, ο καθένας, ακόμα και ο πιο κρετίνος, μπορεί να φωτογραφήσει οτιδήποτε του καρφωθεί (βλέπε 4-chan και άλλα site παρόμοιου τύπου).

Όπως οι περισσότεροι αντιλαμβανόμαστε, όλη αυτή η δεδομένη ευκολία δεν υπήρχε μέχρι πρότινος. Μέχρι τις αρχές του αιώνα μας, οι αναλογικές φωτογραφικές μηχανές με φιλμ ήταν κυρίαρχες, μαζί με την λοιπή μανούρα που τις ακολουθούσε – πάρε φιλμ, όμως πρόσεξε μη το κάψεις ή το φιλμ βγήκε χάλια.

Βασικά τους μειονεκτήματα ήταν η έλλειψη αμεσότητας στον έλεγχο του αποτελέσματος, το πως οποιαδήποτε στραβή μπορούσε να σου χαλάσει το φιλμ και η διαδικασία της εμφάνισης, για την οποία έπρεπε να τα σκάσεις ή να την κάνεις μονάχος σου, εφόσον είχες αυτή την εξειδίκευση. Η αναλογική φωτογραφία έχει -και συνεχίζει να έχει- την γοητεία της παρά την δυστροπίες της, αν και πλέον συνήθως θα την δεις να κακοποιείται στα χέρια χιπστεράδων.

Ακόμα και με αυτές τις δυσκολίες όμως, η διαδικασία της εμφάνισης μιας φωτογραφίας στα μέσα και τέλη του 20ου αιώνα φάνταζε σαν ένα κομμάτι κέικ σε σχέση με τα ζόρια που έτρωγαν τα παλικάρια που αποφάσιζαν να ασχοληθούν με τη τέχνη της φωτογραφίας όταν αυτή βρισκόταν στα γεννοφάσκια της.

Για να φτάσει η αποτύπωση φωτογραφικού φιλμ στα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα, έπεσε πολύ δουλειά και πολύς πειραματισμός, ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Ένας από τους γνωστότερους μπαρμπάδες στον οποίο χρωστάμε την εξέλιξη και την μετάδοση αυτού του μέσου στο πόπολο, είναι ο Louis-Jaques-Mandé Daguerre (ελληνικά: Λουί-Ζακ-Μαντέ Νταγκέρ).

Ήταν Γάλλος στη καταγωγή, ξεκίνησε τη καριέρα του ως ζωγράφος, ασχολήθηκε με το κόσμο του θεάματος -στον οποίο χάρισε κάποια ενδιαφέροντα και νεωτεριστικά στοιχεία- και κατέληξε να ασχολείται με την αποτύπωση φωτογραφιών εφευρίσκοντας την δική του τεχνική και δίνοντας ένα γερό level up στη διαδικασία της φωτογραφίας.

Ας πάμε να δούμε τη περίπτωση του πιο αναλυτικά:

Ο Louis Daguerre (ελληνικά: Λουί Νταγκέρ) γεννήθηκε στις 18 Νοέμβρη του 1787 στη κομούνα Corneilles-en-Parisis του Val-d’Oise. Έδειξε από νωρίς ενδιαφέρον για τη ζωγραφική και στα 16 του ξεκίνησε την εκπαίδευση του ως αρχιτέκτονας. Δεν του πολυάρεσε όμως αυτός ο κλάδος και σε χρονικό διάστημα μικρότερο από έτος τα παράτησε. Προτίμησε να επικεντρωθεί στη κατασκευή σκηνικών όπερας και γύρω στο 1807 έγινε βοηθός του ζωγράφου Pierre Prévost, του οποίου ο νταλκάς ήταν να ζωγραφίζει πανοράματα μεγαλουπόλεων.

Το 1821 ο Louis τα έκανε πλακάκια με τον Charles Marie Bouton και μαζί επινόησαν την τεχνική του “diorama“, όπου έκανε θραύση κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Το 1822 άνοιξαν το πρώτο θέατρο diorama στο Παρίσι — εσύ που αναρωτιέσαι τι είναι αυτό το “diorama” (πέρα από όνομα future pop μπάντας) μην ανησυχείς, θα ικανοποιήσω την περιέργεια σου ευθύς αμέσως.

Το Diorama (λέγεται και “διόραμα” ελληνιστί) αποτελούταν από υπερμεγέθης ρεαλιστικές ζωγραφιές τοπίων σε διαμπερή καμβά οι οποίες, με την χρήση εφέ φωτισμού, άλλαζαν δραματικά μπροστά στα μάτια του κοινού. Έτσι από εκεί που είχες ένα νυχτερινό τοπίο ας πούμε, με την χρήση του φωτός έμοιαζε πως σιγά σιγά άρχιζε να ξημερώνει, δίνοντας την αίσθηση πως μπροστά στα μάτια σου διαδραματίζεται όντως μία σκηνή ανατολής του ήλιου. Παράλληλα το auditorium ήταν περιστρεφόμενο, ώστε να αλλάζουν οι σκηνές που βλέπει το κοινό.

Την εποχή εκείνη, η δημιουργία μιας τέτοιας ψευδαίσθησης ήταν κάτι παραπάνω από εντυπωσιακή για τον κοσμάκη. Φαντάσου την όλη εμπειρία σαν μια αρκετά πρωτόγονη εκδοχή των 3D προσομοιώσεων που υπάρχουν στις μέρες μας.

Βέβαια μαζί με το εντυπωσιασμένο κοινό, άρχισαν να σκάνε ενστάσεις για αν το διόραμα είναι τέχνη ή ένα απλό μέσο ψυχαγωγίας. Φαίνεται πως από τότε υπήρχε αυτό το ζήτημα, δηλαδή το αν μια “εφαρμοσμένη” τέχνη, μια τέχνη που αποκτάει χρηστική σημασία και ευρεία αποδοχή, είναι καθαρή Τέχνη ή όχι. Η αλήθεια είναι πως αποτελεί ακόμα άλυτο δίλημμα, αλλά μπορούμε να αφήσουμε τους τεχνοκριτικούς να σκίσουν τα καλσόν τους με την ησυχία τους επί του ζητήματος.

Η έννοια του διοράματος άλλαξε τον 20ο αιώνα, όπου άρχισε να χρησιμοποιείται για να περιγράψει τρισδιάστατες ρεπλίκες τοπίων σε πραγματικό μέγεθος ή σε σμίκρυνση, συνήθως για την αναπαράσταση ιστορικών σκηνών.

Όπως σου ανέφερα, αυτή η πρωτοπορία των Daguerre και Bouton πήγε πολύ καλά, τους έκανε διάσημους και σύντομα κατάφεραν να ανοίξουν και δεύτερο θέατρο διοράματος στο Λονδίνο. Παράλληλα ο Louis ασχολούνταν με την τέχνη της φωτογραφίας η οποία τότε βρισκόταν στα σπάργανα, κάνοντας πειράματα αποτύπωσης εικόνων που τραβούσε με την camera obscura του, πάνω σε μεταλλικές πλάκες με τη χρήση φωτοευαίσθητων υλικών.

Το ίδιο λούκι τραβούσε και ένας άλλος Γάλλος, ο Joseph-Nicéphore Niépce. Ο Louis του ζήτησε να συνεργαστούν, ο Niépce αρχικά δεν τον ήθελε στα πόδια του, αλλά ο δικός μας ρίχνοντας ένα 20άρι στο diplomacy check, κατάφερε το 1829 να κλείσει συνεργασία μαζί του.

Η συνεργασία αυτή κράτησε μέχρι τον ξαφνικό θάνατο του Niépce το 1833. Τη θέση του πήρε ο γιος του, ο οποίος όμως μάλλον μην έχοντας ιδέα για την σημασία της έρευνας του πατέρα του δεν έδωσε μεγάλη βοήθεια –εδώ οι κακές γλώσσες λένε πως ο Daguerre τον άφησε επίτηδες στην άγνοιά του, ώστε να μπορέσει να επωφεληθεί μόνο ο ίδιος από τα αποτελέσματα της εφεύρεσης.

Όπως και να ‘χει, ουσιαστικά πια solo ο Louis, συνέχισε να πειραματίζεται χρησιμοποιώντας άλατα αργύρου προσπαθώντας να επισπεύσει την διαδικασία αποτύπωσης πάνω στις μεταλλικές πλάκες, που μέχρι τότε έπαιρνε ώρες. Κατάφερε να μειώσει τον χρόνο αποτύπωσης στα 20-30 λεπτά και η τεχνική που χρησιμοποίησε, καθώς και το αποτέλεσμά της πήραν κάτι από το ονοματάκι του. Ας ρίξουμε λοιπόν μια χαιρετούρα στη Νταγκερροτυπία (Daguerrotype).

Η διαδικασία της νταγκερροτυπίας είχε ως εξής: ο Louis χρησιμοποιούσε ένα λεπτό φύλλο χαλκού επικαλυμμένο με ασήμι το οποίο έκθετε στις αναθυμιάσεις κρυστάλλων ιωδίου, δημιουργώντας έτσι στην επιφάνεια του μια λεπτή στρώση ιωδιούχου άργυρου, ο οποίος ήταν αρκετά φωτοευαίσθητος.

Στα καπάκια έδινε στη πλάκα του να “φάει” και αναθυμιάσεις υδραργύρου οι οποίες αύξαναν τη φωτοευαισθησία της, μειώνοντας δραματικά τον χρόνο αποτύπωσης της εικόνας. Ύστερα εξέθετε αυτή την πλάκα στη κάμερα του, περίμενε κάνα μισάωρο και “ταντάάάά!”, να σου μια ευκρινής εικόνα! Τέλος, για να φιξάρει το αποτέλεσμα, αφαιρούσε όσο ιωδιούχο άργυρο είχε ξεμείνει πάνω στη πλάκα, ρίχνοντας πάνω της συμπυκνωμένο και καυτό αλατόνερο. Αργότερα αντικατέστησε το αλατόνερο με διάλυμα θειοθειικού νατρίου.

Αργότερα, με την χρήση της καλοτυπίας του Βρετανού Henry Fox Talbot, αυτές οι πλάκες μπορούσαν να τυπωθούν σε άπειρα αντίτυπα, αν και η ποιότητα της λεπτομέρειας τους υστερούσε σε σχέση με αυτή της ίδιας της νταγκερροτυπίας.

Εδώ να σημειώσω πως όταν ο Talbot ανακάλυψε την ύπαρξη του Daguerre και των τεχνικών του, έβγαλε ατμούς και άρχισε να προσπαθεί να αναπτύξει μια τεχνική εκτύπωσης καλύτερη και πιο οικονομική από αυτή του Daguerre.

Σαν απάντηση στη κόντρα αυτή, ο δικός μας ζήτησε καταχώριση πατέντας για την τεχνική του στη Μεγάλη Βρετανία, πράγμα που σήμαινε πως για να χρησιμοποιήσει κάποιος την τεχνική της νταγκερροτυπίας έπρεπε να τα σκάσει σε άδειες και διπλώματα, ενώ σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο η χρήση της τεχνικής ήταν “free to the world“. Ο Talbot από την άλλη, σε μια κίνηση εξυπνακισμού και κερδοσκοπίας, αντί να κάνει την καλοτυπία προσβάσιμη στους συμπατριώτες του, ακολούθησε την ίδια τακτική με τον Daguerre, ουσιαστικά σαμποτάροντας την εξάπλωση της εφεύρεσής του.

Όταν κατάλαβε ότι αυτο-σαμποτάρεται, άνοιξε την χρήση της προς το κοινό και απαιτούσε άδειες μόνο από επαγγελματίες που χρησιμοποιούσαν τη τεχνική για προσωπογραφίες.

Ας γυρίσουμε όμως πάλι πίσω στον Louis και στις δουλειές του: ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1820, το θέατρο διοράματος στο Λονδίνο δεν έφερνε επαρκή κέρδη. Το θέατρο του Παρισιού τα πήγαινε αρκετά καλύτερα, αλλά τον Μάρτιο του 1839 έπιασε φωτιά και έγινε στάχτη και μπούρμπερη. Ο Louis κατ’ αυτόν τον τρόπο έχασε δουλειά ετών και το σταθερό εισόδημα που του προσέφερε αυτή, αλλά για σαν βραβείο παρηγοριάς πήρε ένα παχυλό ποσό από την ασφάλεια του θεάτρου.

Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου η νταγκερροτυπία έγινε προσβάσιμη στο ευρύ κοινό (εκτός από τους Βρετανούς όπως είπαμε) με δέσμευση του γαλλικού κράτους να δίνει στον Daguerre σύνταξη εφ’ όρου ζωής και να του επιτρέψει να κρατήσει τα δικαιώματα της πατέντας του.

Για τα εναπομείναντα 12 χρόνια της ζωής του την άραξε, απολαμβάνοντας τους καρπούς της εργασίας του και αφήνοντας άλλα παλικαράκια να παίξουν πάνω στα μέσα που έδωσε ο ίδιος και να τα αναπτύξουν παραπέρα. Εν τέλει πήγε από καρδιακή προσβολή στις 10 Ιουλίου του 1851 ενώ βρισκόταν στο Bry-sur-Marne, 12 χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι.

Μετά από τον Daguerre όπως ανέφερα, υπήρξε πολύς κοσμάκης που πειραματίστηκε με αυτό το νέο μέσο. Μια ενδιαφέρουσα και ιστορικά και παραγκωνισμένη περίπτωση πρωτοπόρου στην ανάπτυξη της τέχνης της φωτογραφίας είναι ο Αμερικάνος Robert Cornelius. Δυστυχώς λόγω έλλειψης επαρκών βιογραφικών στοιχείων δεν ήμουν σε θέση να αφιερώσω ολόκληρο άρθρο για την περίπτωση του, αλλά επειδή έχει ενδιαφέρον θα σου τον κεράσω για trivia επιδόρπιο.

Πάμε να δούμε τι παίζει με τον Robert:

Γεννήθηκε στην Αμερική από μετανάστες γονείς ολλανδικής καταγωγής. Από τα μικράτα του έδειξε ενδιαφέρον για τη χημεία, αλλά κατέληξε να δουλεύει στην επιχείρηση κατασκευής λαμπτήρων του πατέρα του.

Έχοντας πρακτικές γνώσεις μεταλλουργίας και χημείας και πιάνοντας παρτίδες με τον Joseph Saxton, ενδιαφέρθηκε για την τέχνη της φωτογραφίας και βάλθηκε γρήγορα να αποδείξει στους συγχρόνούς τους πως η νταγκερροτυπία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την λήψη ανθρώπινων πορτρέτων.

Το πρώτο του πετυχημένο πείραμα έγινε τον Οκτώβριο του 1839 (δύο μήνες μετά την παρουσίαση της νταγγεροτυπίας στο ευρύ κοινό δηλαδή) όπου κατάφερε να τραβήξει μια φωτογραφία του εαυτού του, έξω από την επιχείρηση των δικών του στη Φιλαδέλφεια. Ιδού:

Αυτή η προσπάθεια του Robert αποτελεί μια από τις πρώτες αποτυπώσεις της ανθρώπινης μορφής με τη χρήση φωτογραφίας. Στη πίσω πλευρά της πλάκας γράφει αυτάρεσκα “the first light picture ever taken” υπονοώντας πως ήταν η πρώτη του φωτογραφική προσπάθεια, εστεμμένη με πλήρες success.

Από εκεί και έπειτα πειραματίστηκε πάνω στη χημεία της φωτογραφίας δουλεύοντας μαζί με έναν φαρμακοποιό από το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβανίας, τον Paul Beck Goddard και την άνοιξη του 1840 άνοιξε το δικό του φωτογραφικό στούντιο — το οποίο ήταν το δεύτερο στούντιο τέτοιου τύπου εκεί στο Αμέρικα. Κράτησε τη μπίζνα μέχρι το 1843, μιας και από εκεί και έπειτα οι φωτογράφοι που άνοιγαν στούντιο, είχαν γίνει πιο κοινοί και από τα χοντρά περιστέρια στα κέντρα των μεγαλουπόλεων. Γύρισε στην οικογενειακή επιχείρηση και το 1862 έγινε μέλος της American Psysical Society. Μεγαλώνοντας αποσύρθηκε σε μια φάρμα στο Frakford και πέθανε εκεί το 1893 σε ηλικία 82 ετών.

Αυτά τα ολίγα περί των απαρχών και των πιονέρων της φωτογραφίας. Αν το ψάξεις ιστορικά θα δεις πως υπήρξαν μπόλικοι τυπάδες που έβαλαν το “κάτι τους” στα θεμέλια για την ανάπτυξη και την εξέλιξη της φωτογραφίας.

Ο Daguerre και ο Cornelius αποτελούν ένα πολύ μικρό μέρος μιας μεγάλης ανθρώπινης προσπάθειας η οποία έδωσε ένα από τα πιο πολυχρησιμοποιημένα μέσα της εποχής μας. Σε μεταγενέστερα άρθρα σίγουρα θα ασχοληθώ και πάλι με το θέμα, μιας και έχει μπόλικο υλικό καθώς και άμεση σύνδεση με τη τέχνη του κινηματογράφου. En guard!

Εμείς πουλάκια μου θα τα πούμε από την επόμενη εβδομάδα

Στέλιος Θεοδωρίδης
Στέλιος Θεοδωρίδης
Ο ήρωας μου είναι ο γάτος μου ο Τσάρλι και ακροάζομαι μόνο Psychedelic Trance
RELATED ARTICLES

Πρόσφατα άρθρα

Tηλέφωνα έκτακτης ανάγκης

Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος: 11188
Ελληνική Αστυνομία: 100
Χαμόγελο του Παιδιού: 210 3306140
Πυροσβεστική Υπηρεσία: 199
ΕΚΑΒ 166