Μάνα, μητέρα, μαμά

Μάνα, μητέρα, μαμά

Υπάρχει. Κι επειδή υπάρχει, υπάρχεις. Κάποτε υπάρχει λίγο περισσότερο από όσο θα ήθελες, μεγάλωσα πια, ρε μάνα! Κι άλλες φορές, κάτι φευγαλέες στιγμές μεταφυσικού φόβου, θα ’θελες να υπάρχει μόνο η αγκαλιά της, σαν τότε που ήσουν βρέφος – ασφάλεια άνευ όρων. Την κουβαλάς μέσα σου, θες δε θες. Ακόμη και στις εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν στάθηκε ο καθοριστικότερος άνθρωπος στη διαμόρφωσή σου, η βιολογία έρχεται να της δώσει και πάλι τα εύσημα – εννιά μήνες έπαιρνες ζωή από το αίμα της. Τους σημαντικότερους, τελικά, της ύπαρξής σου.

Και στο συγκεκριμένο πεδίο καμιά κλωνοποίηση ή άλλη αντιποίηση του… θείου δεν έχει καταφέρει να την αντικαταστήσει – ακόμα. Στο ζωικό βασίλειο, εκεί κι αν έχει την πρωτοκαθεδρία! Δηλαδή, με εξαίρεση τους αυτοκρατορικούς πιγκουίνους της Ανταρκτικής και κάτι άλλα ρομαντικά και πολιτικώς ορθά πετούμενα, τα περισσότερα ζωομωρά μεγαλώνουν και οπλίζονται για τη ζωή αποκλειστικά χάρη σ’ εκείνη – ο πατέρας θα τα εξολοθρεύσει δοθείσης μισής ευκαιρίας.

Είναι φορές, βέβαια, που έχει κι εκείνη τον τρόπο της να σε «εξολοθρεύσει» διά βίου με το βαμβάκι, με το ντάντεμα, την καταπίεση, με την ψυχρότητα, την απουσία… Κι όταν πια το πάρεις χαμπάρι είναι συνήθως αργούτσικα· και τότε τρέχεις. Εκείνη; Πρώτη φίρμα, διαχρονικά και πανανθρώπινα. Στις τέχνες, στη λογοτεχνία, στην Ιστορία σύμπασα. Η Παναγιά των Χριστιανών, η Μάνα Κουράγιο του Μπρεχτ κι ο Φρόιντ από δίπλα να μοιράζει ξεπερασμένα σύνδρομα και κολλήματα ζωής – βοήθειά μας.

Η ύπαρξη της χωράει όλη τη γκάμα των συναισθημάτων: από το «Γερνάω, μαμά» της Νικολακοπούλου, ως το «Άκου, μάνα» του B.D. Foxmoor. Και έρχεται μετά κι ο Ντε Βίτο και σου λέει χαλαρά «Πέτα τη μαμά από το τρένο». Ναι, καλά, εύκολα το λες, αλλά πώς το κάνεις; Πώς να πετάξεις, δηλαδή, απ’ το τρένο της ζωής σου τη θρυαλλίδα της… ζωής σου; Μωρέ, και Σεχίδης να γίνεις –έστω, Ορέστης– πάλι δεν ξεμπέρδεψες. Επίσης, ποτέ δεν ξεμπερδεύεις με τα ταπεράκια της. Όχι πως θα το ’θελες, δηλαδή, έτσι;

Πάντα θα μαγειρεύει καλύτερα από σένα. Αυτό απλά το αποδέχεσαι και τιμάς τις επιδόσεις της, είτε σπουδάζεις στο εξωτερικό είτε ετοιμάζεις παιδικό πάρτι για τα εγγόνια της. Με τις πολύ σενιαρισμένες μοντέρνες βερσιόν του είδους δεν ξέρω τι γίνεται τελικά. Που όλο καταπιάνονται με τις μες, τα σινιέ, τα μανικιούρ και τα Pilates τους και μετά τρέχουν τα μωρά από ταχυφαγείο σε μοδάτο καφέ καπνίζοντας ηδυπαθώς μες στα μούτρα τους.

Αλλά κι αυτές οι καψερές πάλι θα βγουν στη γύρα, σαν έρθει η ώρα, να τρέχουν τα παιδιά νυχθημερόν στα ιδιαίτερα, στους αθλητισμούς, στα ωδεία, στα παρθενικά τους shopping therapies. Έχει κουπί η υπόθεση. Κι όταν έρθει η ευλογημένη ώρα να παίξεις κι εσύ τον ρόλο της, τότε τα βλέπεις όλα. Γιατί το σπορ θέλει δόσιμο – όσο έχεις και λίγο παραπάνω.

Και εκεί που ορκιζόσουν στην εφηβεία σου:«Εγώ αυτό δεν πρόκειται να το κάνω ποτέ στο παιδί μου!» συνειδητοποιείς με τρόμο ότι κάποια χούγια της έχουν στρογγυλοκαθίσει κανονικά στα κύτταρά σου και για να ξεφύγεις από το μητρικό μοντέλο που έμαθες θέλει δουλειά πολλή. Αλλά την αγαπάς και τη νιώθεις διπλά τότε – το καλύτερο που ήξερε και μπορούσε έκανε τότε. Αυτό που κάνεις κι εσύ τώρα, δηλαδή. Δίνεις απλόχερα κι ελπίζεις κρυφά. Δεν είναι πως η ζωή δεν είχε ουσιαστικό νόημα πριν γεννήσεις. Κάθε άλλο. Μια χαρά ήταν η ζωή μου πριν αποκτήσω την Αύρα.

Από κάποιες απόψεις σαφώς καλύτερη. Μόνο που, ξέρεις, κάποια νοήματα αυτής της επίγειας περιπέτειας που λέγεται ζωή φωτίζονται και ζωντανεύουν και βγαίνουν στον αφρό μόνο όταν γίνεις γονιός. Με τα σημερινά πλουραλιστικά, καλοπερασάκικα κι ατομιστικά ιδεώδη, πάντως, το να είσαι μητέρα σίγουρα δεν είναι παιχνιδάκι. Εξ ου και η πληθυσμιακή ομάδα με τον μεγαλύτερο δείκτη γεννήσεων παγκοσμίως (6,8 παιδιά ανά οικογένεια, oh, yes!) είναι οι Άμις της Βόρειας Αμερικής που ζουν σε συνθήκες 18ου αιώνα – ούτε ηλεκτρικό, ούτε αυτοκίνητο, ούτε τηλέφωνο, ούτε λούσα. Δύσκολο, λοιπόν. Διόλου ακατόρθωτο, όμως. Και πολύ, πολύ ωραίο.

Και εκεί μέσα, πάλι όλη η γκάμα των συναισθημάτων: από φαν και στριμόκωλο έως μεγαλειώδες και συνταρακτικό. Πώς το ’χαν πει, μωρέ, τα τηλεοπτικά «Χρυσά κορίτσια» εξ Αμερικής; «Το να είσαι μητέρα δεν είναι εύκολο. Αν ήταν θα το έκαναν κι οι πατεράδες». Οι οποίοι –έλεγα να μην το πω, μα δεν κρατήθηκα– αυτοί κι αν μένουν εσαεί δέσμιοι της μαμάς. Χέσε τον Φρόιντ και τα σύνδρομά του, θα μου πεις. Οκέι. Θα κρατήσω μόνο την κλασική ατάκα του Άντονι Πέρκινς στο «Ψυχώ»: «Ο καλύτερος φίλος κάθε αγοριού είναι η μητέρα του». The end.

Υστερόγραφο εξομολόγηση

Ε, λοιπόν, αυτό το απωθημένο το είχα εδώ και καιρό που βολτάρω σε τούτη τη φιλόξενη σελίδα. Να γράψω, τουτέστιν, ένα κομμάτι χύμα, χωρίς σαφή δομή και πολλές πολλές δεσμεύσεις, κάπως σαν το stream of consciousness technique που μαθαίναμε και στο πανεπιστήμιο. Μια ελεύθερη ροή συνείδησης, σαν να πούμε. Αν δεν το επιχειρούσα μιλώντας για τη μάνα, τότε πότε;

Προηγούμενο άρθροΗ έλλειψη διακοπών βλάπτει σοβαρά την υγεία
Επόμενο άρθροΈνα λάθος έκανα, πρέπει να (μην) το ξεχάσω
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας