Μια βαθιά ματιά στο έργο της Κριστίν ντε Πιζάν

Μια βαθιά ματιά στο έργο της Κριστίν ντε Πιζάν

Τρέχω και δε φτάνω σαν αρκτικό κουνέλι για να εκπληρώσω τις επιθυμίες των αναγνωστών μου, γράφοντας για σπουδαίες προσωπικότητες που άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους ανθρωπότητα με τα διαφορά κατορθώματα τους.

Βιογραφία δε θέλεις; Εμ, σήμερα δε θα σου γράψω ακριβώς βιογραφία, αλλά μη μου χαλιέσαι, βρήκα θέμα αρκετά ενδιαφέρον για να το στουμπώσω όμορφα και χαρωπά στο γλυκό σου κεφάλι. Στο παρακάτω άρθρο θα μας απασχολήσει η Κριστίν ντε Πιζάν (αγγλικά: Christine de Pizan) και το έργο της. Πέταξε μου ένα από τα γνωστά σου, “Και οια είναι αυτή;“.

Η Κριστίν ντε Πιζάν υπήρξε γνωστή και καταξιωμένη ποιήτρια και συγγραφέας κατά τον ύστερο Μεσαίωνα και την πρώιμη Αναγέννηση, αν και τι περίεργο είναι ότι υπέστη ιστορική παραγκώνιση, όπου τελικά το έργο της αναγνωρίστηκε μετά θάνατον.

Αυτό που την έκανε σημαντική στην εποχή της, αλλά και όταν επανανακαλύφτηκε το έργο της σε μεταγενέστερο στάδιο, ήταν η χρήση του λεγόμενου “γυναικείου βλέμματος” στη γραφή της, δηλαδή η διατύπωση της οπτικής του κόσμου μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που κοινωνικά καθορίζεται ως γυναίκα.

Για το έργο της θα πούμε πιο κάτω, προς στιγμήν ας δούμε λίγα τα βιογραφικά της στοιχεία:

Η Christine de Pizan γεννήθηκε το 1365 στη Βενετία. Ήταν κόρη του Thomas de Pizan, γιατρού και αστρολόγου και μέλος του συμβουλίου της πόλης. Λίγο καιρό μετά τη γέννηση της Christine, η φαμίλια de Pizan μετακόμισε στην αυλή του Γάλλου βασιλιά Charles V, όπου ο μπαμπάς Thomas εκτελούσε χρέη αστρολόγου, αλχημιστή και ιατρού.

Στο εν λόγω περιβάλλον, η μικρή Christine πήρε την μόρφωση που της αναλογούσε και κάτι παραπάνω, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί σε τρελό βιβλιοσκώληκα με μεγάλο εύρος ενδιαφερόντων: ξένες γλώσσες, κλασσικά κείμενα, ουμανιστικά γραπτά της πρώιμης Αναγέννησης και ότι άλλα καλούδια μπορούσε να βρει στη μεγάλη βιβλιοθήκη του Γάλλου βασιλιά στην οποία είχε πρόσβαση.

Βέβαια όταν έγινε 15 της κόπηκε η χαρά, μιας και αναγκάστηκε να παντρευτεί έναν αυλικό, τον Etienne du Castel, και να επικεντρωθεί στα συζυγικά της καθήκοντα, πράγμα που περιόρισε τις γνωστικές και διανοητικές της αναζητήσεις. Μαζί απέκτησαν τρία παιδιά, εκ των οποίων επιβίωσαν τα δύο. Μετά από μια δεκαετία γάμου όμως, η Christine έμεινε χήρα μιας και ο Etienne πέθανε ενώ βρισκόταν σε μια αποστολή με τον βασιλιά, από κάποια επιδημική ασθένεια.

Έτσι η Christine έμεινε “μόνη στο κόσμο” με μια μάνα, μια ανιψιά και δυο κουτσούβελα να ταΐσει. Και εκεί αποφάσισε να αξιοποιήσει ένα από τα καλύτερα μέσα που είχε αναπτύξει εξαιτίας της νερντουλίασης της: το γράψιμό της. Τα πρώτα γραπτά της που την έκαναν γνωστή στην αυλή του Γάλλου βασιλιά ήταν οι ρομαντικές της μπαλάντες, οι οποίες εντυπωσίασαν τους ευγενείς, που άλλο δεν ήθελαν από κάποιον να τους κάνει ego stroking, και πόσο μάλλον για τις ρομαντικές τους κατακτήσεις.

Και το ενδιαφέρον εδώ είναι πως βρήκαν στη προσέγγιση της Christine σε αυτά τα θέματα “μια φρέσκια ματιά” πάνω στο ρομάντζο — “γυναικείο βλέμμα” το λέμε στα μέρη μου πάντως. Επίσης περιττό να πούμε πως μέσα σε μια εικοσαετία έγραψε περίπου 300 ερωτομπαλάντες και πολλά μικρότερα ερωτικά ποιήματα, κάνοντας κάθε Έλληνα καψουροστιχουργό να φαντάζει ακόμα πια άχρηστο σκουλήκι απ’ ότι ήδη δείχνει.

Το ευτυχές με την περίπτωση της de Pizan είναι ότι δε περιορίστηκε στο να γράφει μόνο όσα ζητούσε το κοινό της, αλλά επεκτάθηκε στη κριτική της σύγχρονής της λογοτεχνικής παραγωγής, μέσα από ένα πρίσμα που κάπως αναχρονιστικά θα μπορούσαμε να πούμε πως έχει φεμινιστικό χαρακτήρα — κάποιοι άλλωστε την μνημονεύουν και ως “πρωτοφεμινίστρια“. Όλο αυτό ξεκίνησε με μια μικρή συλλογή κειμένων που έστειλε η δικιά μας το 1402 στη βασίλισσα της Γαλλίας Isabeau de Bavière και στον προεστό του Παρισιού Guillaume de Tignonville.

Μέσα σε αυτά περιλαμβανόταν και ένα κείμενο με τίτλο “Epistles of the Debate over the Romance of the Rose between certain persons of note” όπου περιλάμβανε την αλληλογραφία της de Pizan με τον προεστό του Lille Jean de Montreuil, σχετικά με το αλληγορικό ποίημα του 13ου αιώνα, “Romance of the Rose“. Πιο συγκεκριμένα αυτή η αλληλογραφία είχε την μορφή debate πάνω στο ζήτημα της απεικόνισης των γυναικών μέσα στο έργο.

Ο συγγραφέας του εν λόγω ποιήματος αντιμετώπιζε τις γυναίκες απλά σαν πλανεύτρες, που μόνο σκοπό έχουν να ξεμυαλίσουν τα καημένα τα σερνικά. Η de Pizan έκανε κριτική σε όλο αυτό, αντιπαραθέτοντας βέβαια πως ιδίως οι γυναίκες της τάξης της, δε φέρονταν σε καμία περίπτωση με τον τρόπο που περιγράφεται στο “Romance of the Rose”.

Αυτή η άποψη και γενικά το σώμα των απόψεων της de Pizan πάνω στις γυναίκες και στον ερωτισμό τους, με τα μάτια του σύγχρονου-διαθεματικού-φεμινισμού, είναι αρκετά προβληματική, μιας και φλερτάρει με τη πλευρά που εν τέλει καταδικάζει την γυναικεία ερωτική έκφραση και πάσχει από ακατάσχετο ταξισμό. Προφανώς σκεπτόμενοι το πλαίσιο στο οποίο έζησε και κινήθηκε η de Pizan, τέτοιες προβληματικότητες είναι δυστυχώς αναμενόμενες.

Για την ιστορία, το εν λόγω debate κατέληξε στο ότι όχι μόνο το Ρομάντζο του Ρόδου, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της τότε λογοτεχνίας είχε αναληθείς και συχνά μισογυνικές απεικονίσεις γυναικών– guess what, και τώρα έχει.

Τέλος πάντων, αυτή η αλληλογραφία όπως είπαμε στάλθηκε στη βασίλισσα και στον Guillaume και στη συνέχεια “κυκλοφόρησε” μέσα στην Αυλή, αλλά και εκτός αυτής, δίνοντας στην de Pizan αναγνώριση για το συγγραφικό της έργο. Μετά από αυτό η δικιά μας πήρε φόρα και έπιασε να γράφει το “The Book of the City of Ladies” το οποίο ολοκλήρωσε το 1405.

Σε αυτό περιγράφει μια συμβολική πολιτεία, στην οποία οι τρεις ηρωίδες της, η Λογική, η Δικαιοσύνη και η Εντιμότητα συζητούν μαζί της για τα γυναικεία ζητήματα σε μορφή ερωταπαντήσεων, μέσα από ένα καθαρά γυναικείο βλέμμα, ενώ στο τέλος δημιουργούν μια αγορά στην οποία όλες οι γυναίκες μπορούν να μιλήσουν για τα ζητήματα που αφορούν τις κοινωνικές διακρίσεις που υφίσταται το φύλο τους.

Στα καπάκια έγραψε και το “The Treasure of the City of Ladies” στο οποίο επιχειρηματολογεί πάνω στο ότι οι γυναίκες είναι ικανές να συμμετέχουν στα κοινά και να συνεισφέρουν στη δημιουργία και στην επικράτηση ενός ειρηνικού status quo. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί κατά το γράφον ον έχουν βάση, όχι στο ότι οι γυναίκες “είναι ειρηνικά πλάσματα εκ φύσεως” ή κάποιο παρεμφερές λαθεμένο στερεότυπο.

Απλά σε μια κοινωνία όπου όλα τα φύλα θα συνείσφεραν, χωρίς διακρίσεις και περιθωριοποιήσεις, όλοι θα ήταν ικανοί να αξιοποιήσουν το δυναμικό τους σχετικά με την προσφορά στα κοινά. Και φυσικά σε μια τέτοια κοινωνία η διατήρηση ευημερίας και ειρήνης θα ήταν το ζητούμενο. Βέβαια όλο αυτό το μοντέλο φαντάζει πολύ ουτοπιστικό για να στεριώσει σαν επικρατούσα πραγματικότητα σε κοινωνίες που από τότε μέχρι σήμερα βρίθουν από προβλήματα που συχνά έχουν κοινές ρίζες.

Τέλος πάντων, παρακάτω στο βιβλίο μας τα χαλάει κάπως μιας και αρχίσει το ranting περί του ότι οι γυναίκες πρέπει να είναι ευγενικές και να μην μιλάνε βρώμικα γιατί κάτι τέτοιο υποσκελίζει τη τιμή τους και “χαλάει την αναμεταξύ τους αδελφότητα“. Τέτοιοι μονολιθικοί περιορισμοί σχετικά με τη γλώσσα βέβαια δεν είναι και ότι καλύτερο, ιδίως όταν απευθύνονται σε κοινωνικά καταπιεσμένες ομάδες.

Στο σύνολο του σαν βιβλίο, όμως, ήταν μια προσπάθεια της de Pizan να υποδείξει έναν για την ίδια θεμιτό τρόπο, για να μπορέσουν σε ατομικό και γενικό επίπεδο οι γυναίκες, ανεξαιρέτως ταξικής προέλευσης να υποσκελίσουν πατριαρχικές ιδέες και νοοτροπίες μέσω της δικής τους ρητορικής.

Φυσικά, άσχετα με τα insights που έδωσε στην εποχή που γράφτηκε αλλά και μεταγενέστερα, δεν άλλαξε και πολλά πράγματα — ένα μόνο φεμινιστικό κείμενο δεν φέρνει την κατάλυση της πατριαρχίας. Παρόλα αυτά, σαν έργο έχει πλέον ιδιαίτερη ιστορική αξία, μιας και δίνει μια ενδιαφέρουσα γρήγορη ματιά στις ζωές των γυναικών σε όλα τα κοινωνικά στρώματα κατά τον 15ο αιώνα.

Πίσω στα λίγα βιογραφικά που μας έμειναν τώρα:

Μετά τον Εκατονταετή Πόλεμο, επέλεξε να ακολουθήσει μοναστικό βίο, μιας και τα πράγματα στην γαλλική αυλή είχαν γίνει άσχημα έπειτα από την ήττα στο πόλεμο. Κατά τη περίοδο που έμεινε εκεί περιόρισε τη συγγραφική της δραστηριότητα και το τελευταίο της έργο ήταν ένα ποίημα για την Joan d’Arc, γραμμένο το 1429. Πέθανε έναν χρόνο αργότερα, σε ηλικία 65 ετών (άλλες πηγές αναφέρουν πως πέθανε το 1431, αλλά δε θα χαλαστούμε για αυτό).

Εδώ τελειώνουμε χωρίς επίλογους και τα ρέστα. Ελπίζω να σου φάνηκε ενδιαφέρουσα η περίπτωση της. Εμείς θα τα πούμε από βδομάδα που θα έχω πάψει να αισθάνομαι σαν αρκτικό κουνέλι.