Νερό: Ένα απαξιωμένο αγαθό που είναι συνάμα ζωτικής σημασίας

Νερό: Ένα απαξιωμένο αγαθό που είναι συνάμα ζωτικής σημασίας

Δεδομένο πρώτο: Η αύξηση της στάθμης της θάλασσας έχει σχέση με την άνοδο της θερμοκρασίας.

Δεδομένο δεύτερο: Η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει με γρηγορότερους ρυθμούς κάθε χρόνο, λόγω και της θερμικής επέκτασης των ωκεανών.

Υπόθεση – «βεβαιότητα»: Η άνοδος της στάθμης (αν συνεχιστούν οι παράγοντες που την αυξάνουν) θα έχει ως αποτέλεσμα τη διείσδυση του θαλασσινού νερού στους παράκτιους υδροφόρους ορίζοντες και στα παράκτια επιφανειακά νερά, μειώνοντας τη διαθέσιμη ποσότητα γλυκού νερού για τον άνθρωπο και τα οικοσυστήματα στην παράκτια ζώνη.

Αν θελήσουμε αυτά τα δεδομένα και την υπόθεση να τα μεταφέρουμε σε μας, στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, τότε θα πρέπει να συνεκτιμήσουμε τα εξής:

  • Την άρδευση 132 εκατ. στρεμμάτων γεωργικής γης. Το 40% της αρδευόμενης έκτασης ανήκει στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Και το 60% καλύπτεται από ιδιωτικά αρδευτικά έργα που τροφοδοτούνται με υπόγεια νερά. Επίσης, ένας… Θεός ξέρει πόσες παράνομες αντλήσεις και γεωτρήσεις λειτουργούν σε συνθήκες ξηρασίας.
  • Την αύξηση του νερού για ύδρευση, που είναι στην Ελλάδα κατά 45% μεγαλύτερη σε σχέση με περίπου δύο και πλέον δεκαετίες πριν.

*Τις καταστροφικές πυρκαγιές που πλήττουν αδιακρίτως τα δάση της χώρας, ακόμα και αν πρόκειται για περιαστικά, και έχουν (ή θα έχουν) ως αποτέλεσμα και τη μείωση της παροχής νερού κατά 50% τουλάχιστον και την ακαταλληλότητά του για ύδρευση.

*Τη ρύπανση – μόλυνση λιμνών, Δέλτα ποταμών, «υδροφόρου ορίζοντα» από βιομηχανικά και άλλα χημικά – τοξικά λύματα, που απορρίπτονται χωρίς έλεγχο, π.χ. Κορώνεια, Ασωπός κ.λπ.

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε δεκάδες ακόμα στοιχεία – αριθμούς αλλά δεν είναι αυτός ο σκοπός του Φακέλου. Σκοπός είναι να υπενθυμίσει και να κάνει γνωστά με συνοπτικό τρόπο στον πολίτη αυτά που ξεχνάμε.

Πυρκαγιές και υδατικοί πόροι

Κατά τη διάρκεια μιας πυρκαγιάς, ανάλογα με τις θερμοκρασίες που αναπτύσσονται, τα δέντρα και τα φυτά καίγονται και μετατρέπονται σε τέφρα και απανθρακωμένα υλικά. Ο Μιχάλης Θεοδωρόπουλος, περιβαλλοντολόγος, μας δίνει καρέ καρέ τις επιπτώσεις στους υδατικούς πόρους. Το διοξείδιο του άνθρακα και το μεθάνιο που παράγονται συμβάλλουν στην αύξηση της θερμοκρασίας λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου, τα οξείδια του αζώτου και το διοξείδιο του θείου στην οξύτητα της βροχής, ενώ τα σωματίδια καπνού και οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAHs) επηρεάζουν δυσμενώς την ανθρώπινη υγεία. Επίσης, οι φωτοχημικές αντιδράσεις των αρχικών εκπομπών από την καύση της βιομάζας μπορούν να οδηγήσουν στην παραγωγή δευτερογενών ρύπων, όπως το όζον. Αν η φωτιά επεκταθεί σε Χώρο Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (ΧΥΤΑ) ή Χώρο Ανεξέλεγκτης Ταφής Απορριμμάτων (ΧΑΤΑ), τότε από την καύση των πλαστικών παράγονται διοξίνες και φουράνια, χημικές ουσίες που βιοσυσσωρεύονται στον οργανισμό ζώων, στις ελιές και στο λάδι και, κατ’ επέκταση, στον ανθρώπινο οργανισμό.

Στην τέφρα συσσωρεύονται θρεπτικά συστατικά και ιχνοστοιχεία σε υψηλές συγκεντρώσεις, τα οποία με την εκχείλιση στο νερό προκαλούν ρύπανση των επιφανειακών νερών και των υπόγειων υδροφορέων. Στη διάρκεια βροχοπτώσεων εκχειλίζονται από την τέφρα σημαντικά φορτία αμμωνιακού αζώτου, που μετατρέπονται σε νιτρικά απειλώντας με ευτροφισμό τους επιφανειακούς και τους υπόγειους υδάτινους αποδέκτες. Η καύση των δέντρων και των φυτών έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη συσσώρευση βαρέων μετάλλων και κυρίως χρωμίου, καδμίου του αρσενικού στην τέφρα, που μέσω του αέρα και της βροχής μεταφέρεται στα μη πυρόπληκτα τμήματα μιας λεκάνης απορροής.

Οι βροχοπτώσεις προκαλούν διαβρώσεις και κατολισθήσεις και τόνοι στάχτης και εδαφικού υλικού κινούνται προς το ποτάμι μέσω ενός δικτύου χειμάρρων και παραποτάμων. Τα προϊόντα της διάβρωσης, εκτός της απογύμνωσης του εδαφικού ορίζοντα και της αποδυνάμωσής του από θρεπτικά συστατικά, έχουν ως αποτέλεσμα το «μπάζωμα» ρυακιών και σπιτιών. Τα εδάφη, μετά από πυρκαγιά, παρουσιάζουν πιο υδρόφοβο χαρακτήρα, που επιδρά στις εδαφικές λειτουργίες αυξάνοντας την εδαφική ροή.

Στην περίπτωση των πυρκαγιών του Αυγούστου, δεν υπήρχε χρόνος σχεδιασμού. Οι φθινοπωρινές βροχές θα έρχονταν σύντομα και η πιθανότητα καταστροφικών πλημμυρών ήταν ορατή. Οι επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην υγεία έπρεπε να προσδιοριστούν ταυτόχρονα με τα άλλα προβλήματα.

Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λακωνίας ανέθεσε στο Πολυτεχνείο Κρήτης το πρόγραμμα «Ερευνα, Μετρήσεις και Παροχή Τεχνικών Κατευθύνσεων για την Υλοποίηση Αντιπλημμυρικών Εργων στις Πυρόπληκτες Περιοχές του Νομού Λακωνίας».

Η στρατηγική δειγματοληψίας είχε ως στόχο την ανάδειξη (ή απόρριψη) πιθανών επιπτώσεων από βαρέα μέταλλα και θρεπτικά στοιχεία. Οι δειγματοληψίες έλαβαν χώρα στις 15-16/9/2007 και στις 20-21/9/2007.

Στην πρώτη δειγματοληψία, που σκοπό είχε την εκτίμηση των συγκεντρώσεων υποβάθρου όσον αφορά το πόσιμο νερό και τις δυνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις της τέφρας, πάρθηκαν 16 δείγματα πόσιμου νερού (από όλες τις πηγές και τις γεωτρήσεις που χρησιμοποιούνται από τις πυρόπληκτες κοινότητες) και 18 χωρικο-αντιπροσωπευτικά δείγματα εδάφους και τέφρας.

Η δεύτερη δειγματοληψία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της βροχής τής 21/09/2007 και μετά από αυτήν στις 22/09/07 για να διερευνήσει τις επιπτώσεις της πρώτης βροχής στην ποιότητα των ιζημάτων των ποταμών και των επιφανειακών υδάτων και στο πόσιμο νερό. Πάρθηκαν συνολικά 4 δείγματα νερού και 6 δείγματα τέφρας, εδάφους και ιζήματος.

Αν και οι διάφορες οριακές τιμές έχουν μεγάλη διακύμανση (από κράτος σε κράτος και σε σχέση με αυτές που εκδίδει η Αμερικανική Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος-ΕΡΑ), οι συγκεντρώσεις σε αρσενικό, κάδμιο, χρώμιο και υδράργυρο είναι υψηλές και ξεπερνούν τα όρια. Συνεπώς υπάρχει πρόβλημα τοξικότητας, λόγω της άμεσης έκθεσης των κατοίκων των πυρόπληκτων οικισμών στην τέφρα. Μέσω του αέρα, η τέφρα εισέρχεται στις οικίες (υπό τη μορφή σκόνης) με αποτέλεσμα την άμεση εισπνοή και κατάποσή της. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν οι αγρότες που έρχονται σε επαφή με την τέφρα στη διάρκεια των εργασιών τους, καθώς και τα ζώα, αν βοσκήσουν σ’ αυτές τις περιοχές.

Τα αποτελέσματα δείχνουν υψηλές συγκεντρώσεις αμμωνίας και φωσφόρου, χαλκού και μολύβδου (επιπτώσεις στην οικολογία του ποταμού), καδμίου (επιπτώσεις στην οικολογία του ποταμού και στο πόσιμο νερό) και αρσενικού (επιπτώσεις στο πόσιμο νερό). Υπάρχει αυξημένη επικινδυνότητα ρύπανσης των επιφανειακών νερών, των πηγών και των υπογείων υδροφορέων. Στα επιφανειακά νερά, εκτός από την τοξικότητα των βαρέων μετάλλων, θα έχουμε προβλήματα ευτροφισμού και θολερότητας.

Οι πυρόπληκτες περιοχές επηρέασαν πολύ τα επιφανειακά νερά των υδρολογικών λεκανών των επτά νομών που επλήγησαν. Συνοπτικά, παρατηρείται ή πρόκειται να παρατηρηθεί:

  • Αύξηση της επιφανειακής απορροής κατά 15% και μείωση της ικανότητας κατείσδυσης (απορρόφησης νερού από τον υδροφόρο ορίζοντα) στους τομείς των πυρόπληκτων περιοχών, επηρεάζοντας το σύνολο σχεδόν των επιφανειακών νερών και σημαντικό μέρος του υπόγειου νερού έξω και μακριά από τις πυρόπληκτες περιοχές.
  • Σημαντικές πλημμύρες και καταστροφές στην κατάντη της καμένης περιοχής λόγω αύξησης της απορροής, επειδή τα κύρια ρέματα αποστράγγισης αναπτύσσονται ως μονόκλωνα σε μεγάλο μήκος και παρουσιάζουν μεγάλη μορφολογική κλίση στην κοίτη τους.
  • Μείωση της παροχής του νερού κάτω του 50% και ακαταλληλότητά του τουλάχιστον για ύδρευση ή και πότισμα ζώων, λόγω της μερικής ή και ολικής καταστροφής της υδρομάστευσης (π.χ. υποδομών γεωτρήσεων) του μεγαλύτερου μέρους των πηγών (>30%) εξαιτίας των πυρκαγιών, με έντονη επιφανειακή ρύπανση.
  • Αύξηση της διαβρωτικής ικανότητας του νερού, αύξηση της κατά βάθος διάβρωσης, μεταβολή της μορφής του υδρογραφικού δικτύου και σημαντική αύξηση της επικινδυνότητας για φαινόμενα εντατικής διάβρωσης. Επηρεάζονται οι αρδευόμενες και καλλιεργούμενες εκτάσεις.
  • Σημαντικές μεταβολές στα φυσικά και χημικά χαρακτηριστικά των επιφανειακών νερών, λόγω μεταφοράς σημαντικών ποσοτήτων υπολειμμάτων της καύσης σε περιοχές κατάντη. Μεταβολές αναμένονται και στα χημικά χαρακτηριστικά του νερού και αναμένονται και αυξημένες ποσότητες διοξινών από την καύση χώρων ανεξέλεγκτης διάθεσης αποβλήτων.
  • Σημαντικές μεταβολές των φυσικών και χημικών χαρακτηριστικών των υπόγειων νερών.

Εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες για το νερό

Πρακτικά το ενερό είναι το πιο διαδομένο σώμα στη φύση. Βρίσκεται παντού σαν υγρό (πάνω και μέσα στη Γη), σαν αέριο (ατμόσφαιρα) και σαν στερεό (χιόνια και πάγοι).

Με την υγρή του μορφή σκεπάζει τα 71,7% της επιφάνειας της Γης (ποτάμια, λίμνες, θάλασσες) κι αποτελεί το βασικότερο συστατικό όλων των οργανισμών, το 75% της ζωικής ύλης. Στον άνθρωπο αποτελεί το 59% του βάρους του.

Όλα τα ζώα κι όλα τα φυτά χωρίς τροφή μπορούν να ζήσουν αρκετό χρονικό διάστημα, χωρίς νερό όμως πεθαίνουν γρήγορα. Εξάλλου όλων η προέλευση ξεκίνησε από το νερό. “Το νερό είναι η αρχή όλων” δίδαξε ο Θαλής κι ο Αριστοτέλης το θεωρούσε μια απ’ τις τέσσερις πρωταρχικές ουσίες της φύσης (αέρας, γη, φωτιά, νερό).

Όμως και οι νεότεροι (Ντάρβιν κ.ά.) και οι σύγχρονοι επιστήμονες υποστηρίζουν πως όλα τα ζώα και τα φυτά προέρχοντα μ’ εξέλιξη απ’ τους μονοκύτταρους οργανισμούς, που αποτελούν την πρώτη μορφή της ζωής στη Γη και που πρωτοπαρουσιάστηκαν στο νερό (θάλασσα).

Η σύστασή του: το νερό αποτελεί χημική ένωση υδρογόνου κι οξυγόνου. Τούτο αποδείχτηκε απ’ τους Λαβουαζιέ και Μενιέ το 1788.

Η αναλογία των στοιχείων στην ένωση είναι: δύο μέρη υδρογόνου κι ένα οξυγόνου και ο χημικός της τύπος είναι Η2Ο. Μ’ άλλα λόγια το νερό είναι το οξείδιο του υδρογόνου. Όμως τα νερά των ποταμών, των πηγών κλπ., ακόμη και το βροχόνερο, περιέχουν κι άλλες ουσίες (άλατα, οξέα, μικροοργανισμούς, ζωικές και φυτικές ουσίες), που προσλαμβάνουν κατά την αέναη κίνησή τους, γιατί το νερό σ’ ελεύθερη κατάσταση πάντα κινείται. Κι όταν ακόμη λιμνάζει εξατμίζεται για να συνεχίσει το αιώνιο ταξίδι του με αέρια μορφή. Ολότελα καθαρό είναι μονάχα το αποσταγμένο νερό.

Το βάρος κι ο όγκος ενός κυβικού εκατοστομέτρου αποσταγμένου νερού σε θερμοκρασία 4° C πάρθηκε για μονάδα μέτρησης των βαρών και όγκων. Απ’ τα φυσικά νερά το πιο καθαρό είναι της βροχής, γιατί αποστάζεται στον τεράστιο λέβητα της φύσης, όμως κι αυτό κατά την υγροποίησή του στα σύννεφα και κατά την πτώση του, παίρνει διάφορες ουσίες, όπως αέρα, οξυγόνο, διοξείδιο του άνθρακα, άζωτο, σε μικρές ποσότητες, μα κι ενώσεις, όπως είναι το υπεροξείδιο του υδρογόνου, πιο πολύ όταν έχει προηγηθεί καταιγίδα.

Ιδιότητες: Το νερό σε κανονικές συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας, είναι υγρό, άγευστο, άοσμο κι άχρωμο (σε λεπτά στρώματα, γιατί στα παχιά φαίνεται γαλάζιο). Σε πίεση μιας ατμόσφαιρας παγώνει στους 0° C και βράζει στους 100° C. Μεγάλη σπουδαιότητα για τη ζωή έχουν οι δυο παρακάτω ιδιότητες: Η διαλυτική του ικανότητα. Το νερό είναι ο καλύτερος διαλύτης. Αυτή η ιδιότητα (είναι ανάλογη με τη θερμοκρασία του), συντέλεσε στη διαμόρφωση της γήινης επιφάνειας και στον ασταμάτητο σχηματισμό κι επέκταση του κατάλληλου για την ανάπτυξη των φυτών εδάφους. Επίσης, χάρη στη διαλυτική ικανότητα του νερού, γίνεται η αφομοίωση των τροφών απ’ όλους τους οργανισμούς.

Η δεύτερη ιδιότητα του νερού, που έχει τεράστια σημασία για τον οργανικό κόσμο, είναι αντίθετη στο φυσικό νόμο της συστολής και διαστολής. Το νερό, κάτω από την πίεση μιας ατμόσφαιρας κατά την ψύξη του μέχρι τους 4° C, συστέλλεται κανονικά όπως όλα τα σώματα. Απ’ τους 4° C όμως και κάτω μέχρι τους 0° C, διαστέλλεται αντί να συστέλλεται και καθώς στερεοποιείται αραιώνει η μάζα του, γίνεται ελαφρύτερο κι επιπλέει στις επιφάνειες των ποταμών, των λιμνών και των θαλασσών, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κάτω απ’ τους πάγους, ευνοϊκές συνθήκες για τη συνέχιση της ζωής. Το αντίθετο γίνεται με την τήξη του πάγου.

Κατά την άνοδο της θερμοκρασίας του μέχρι τους 0° C, διαστέλλεται κανονικά όπως όλα τα σώματα. Απ’ τους 0° C μέχρι τους 4° C συστέλλεται, οπότε τήκεται ολότελα κι από κει και πάνω διαστέλλεται κανονικά όπως όλα τα σώματα, αποκτώντας σαν υγρό το μεγαλύτερο όγκο του στους 100° C. Κατά την εξάτμισή του το νερό αποχτά όγκο 1651 φορές μεγαλύτερο από’ κείνον που έχει στην υγρή του κατάσταση σε κανονικές συνθήκες.

Νερά μαλακά και νερά σκληρά. Απ’ τα άλατα που βρίσκονται διαλυμένα στα φυσικά νερά, μεγαλύτερη σημασία έχουν τ’ άλατα του μαγνησίου και του ασβεστίου. Αυτά καθορίζουν τη σκληρότητα του νερού, που μετριέται σε γερμανικούς ή γαλλικούς ή αγγλικούς βαθμούς.

Σύμφωνα λοιπόν με την περιεκτικότητά τους σε άλατα, τα φυσικά νερά χωρίζονται:

  • Σε πολύ μαλακά (4 γερμ. βαθμούς) σε μαλακά (4-8 βαθμ.)
  • σε μέτρια σκληρά (8-12)
  • σε σκληρά (12-30)
  • και σε πολύ σκληρά (πάνω από 30 βαθμούς).

Η σκληρότητα και γενικά η περιεκτικότητα του νερού σε ξένες ουσίες καθορίζουν τη χρήση του στις καθημερινές ανάγκες της ζωής.

Έτσι: το νερό που χρησιμοποιείται για οικιακή χρήση δεν πρέπει να περιέχει διοξείδιο του άνθρακα, όξινα ανθρακικά άλατα και θειικά άλατα γιατί τα δύο πρώτα προσβάλλουν τον ασβέστη και το τελευταίο αποσαθρώνει το τσιμέντο. Το νερό που χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία δεν πρέπει να περιέχει οργανικές ουσίες, μικροοργανισμούς και σημαντικά ποσά αλάτων και ασβεστίου. Το νερό που χρησιμοποιείται στα πλυντήρια και στα κλωστοϋφαντουργεία πρέπει να είναι μαλακό.

Πόσιμα νερά

Τα πόσιμα νερά είναι μόνο τα πολύ μαλακά. Όμως για να είναι υγιεινό το πόσιμο νερό πρέπει να μην περιέχει μικροοργανισμούς ή παράσιτα και χημικά δηλητήρια, μ’ άλλα λόγια να είναι άοσμο, άχρωμο και καθαρό. Επίσης να είναι και δροσερό. Τέτοια φυσικά νερά, κρύα και κρυσταλλένια, στην πατρίδα μας βγάζουν οι περισσότερες πηγές των βουνών μας και είναι πιο κατάλληλα στον τόπο που αναβλύζουν. Τα νερά των ποταμών και των λιμνών πάντα περιέχουν, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο, ξένες ουσίες, γι’ αυτό και πρέπει να δυιλίζονται και να ελέγχονται πριν τη χρησιμοποίησή τους. Κι όταν τούτο δεν είναι δυνατό, πρέπει να βράζονται πρώτα κι ύστερα να χρησιμοποιούνται αφού κρυώσουν.

Νερά πολλά υπάρχουν και μέσα στο φλοιό της γης, όπου σχηματίζουν μικρές ή μεγάλες υπόγειες λίμνες καθώς και μικρά ή μεγάλα ποτάμια. Από κει ύστερα, με την πίεση ή με το νόμο των συγκοινωνούντων δοχείων, παρουσιάζονται στην επιφάνεια σαν πηγές ή κεφαλάρια.