Νίκος Καββαδίας: Ποίηση, Πάθη και Θάλασσα. Αφιέρωμα

Νίκος Καββαδίας: Ποίηση, Πάθη και Θάλασσα. Αφιέρωμα

Διάολε! Τρίτη βδομάδα που θέλω να γκρινιάξω για το ότι δεν μπορώ να γράψω με την ησυχία μου άρθρα τύπου μεγαθήρια που περιέχουν άπλετη πληροφορία και έρευνα γιατί τρέχω και δεν φτάνω για ένα σωρό άλλες ανούσιες καταστάσεις. Θα μπορούσα να γκρινιάξω για το τι πέρασα σήμερα ή για το πόσο με έχει ταράξει γαμάει στον πόνο ο αυχένας μου αυτή την στιγμή ή για το ότι αισθάνομαι πως τα σωθικά μου είναι έτοιμα να βγουν από μέσα μου σαν το μικρό alien και άλλα τέτοια. Όμως δεν πρέπει να το κάνω. Πρέπει να γράψω την βιογραφία της εβδομάδας.

Που λες, σε όλα αυτά τα τρεξίματα και τα παλαβά πήγαινε-έλα στη ξεχασμένη. ακόμα και από την Έριδα. πόλη που έτυχε να πέσω, έπιασα τον εαυτό μου να τραγουδάει μελοποιημένο Καββαδία. Μεγάλη αγάπη ο κύριος. Φέρνει περίεργα flashbacks στο κεφάλι μου, γεμάτα συναισθηματισμούς και γλυκόπικρη νοσταλγία.

Η τελευταία πρόταση παραείναι μελό για τα γούστα μου αλλά ισχύει. Γιατί να το κρύψομεν άλλωστε; Και έτσι καθώς εκτελούσα, με σκουπιδοσακούλα, την Φάτα Μοργκάνα μου ήρθε φλασιά: “Γράψε για τον Καββαδία χαζεμένο, αφού σε αρέσει“. Μετέπειτα έσκασε μύτη και το διαόλι που μου ψέλλισε πως οι πηγές μου θα είναι στα ελληνικά και δεν θα χρειαστεί να ταλαιπωρήσω την κατεστραμμένη κούτρα μου παραπάνω χαμένη μέσα σε μεταφράσεις. Δέσαμε.

Ντόπιο φρούτο λοιπόν, γνωστός εδώ στο δικαίως άμοιρο Ελλαδιστάν, κυρίως μετά θάνατον και αφού μελοποίησε ποιήματα του ο Μικρούτσικος. Βιωματικό ποιητή τον χαρακτηρίζουν, ο οποίος παράλληλα σφίζει από ειλικρίνεια και ταυτόχρονα γλαφυρότητα, ενώ ουδέποτε υπήρξε επιτηδευμένα πομπώδης.

Έλα λοιπόν να σε φιλέψω Νίκο Καββαδία για σήμερα, παρέα με αλατόνερο. Λιτά και όμορφα γιατί κλείνουν τα ματάκια μου καρδιά μου.

Ο Νικόλαος Κόλιας Καββαδίας λοιπόν, γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας. Ήταν τέκνο οικογένειας που τα πήγαινε καλά με το εμπόριο. Ο πατέρας του είχε γραφείο εισαγωγών-εξαγωγών, που προμήθευε κυρίως τον τσαρικό στρατό,και η μάνα του ήταν γόνος οικογένειας εφοπλιστών. Καθόλου άσχημη φάση, τέτοιου είδους εμπόριο συνήθως έχει μπακίρι.

Έλα όμως που η φαμίλια Καββαδία έπρεπε να φύγει από την Μαντζουρία, γιατί έκανε τη θεαματική του εμφάνιση ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και τα πράγματα δεν την πολυπάλευαν εκεί επάνω.

Εγκαταστάθηκαν λοιπόν το 1914 στην γενέτειρα των γονιών του, την Κεφαλλονιά, αλλά ο πατέρας του, Χαρίλαος Καββαδίας, γύρισε στην Μαντζουρία για να συνεχίσει τα επιχειρηματικά του τερτίπια. Η Οκτωμβριανή Επανάσταση όμως τον ταλαιπώρησε οικτρά — βλέπε φυλάκιση και δήμευση περιουσίας. Εν τέλει γύρισε στην Ελλάδα το 1920 και το 1921 εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά.

Ο μικρός Νικόλας τότε ήταν 11 χρονών και για πρώτη φορά έφαγε πετριά με την θάλασσα, πράγμα που έγινε σε ένα ταξίδι με προορισμούς τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, στο οποίο βοηθούσε τον πατέρα του που είχε αναλάβει την τροφοδοσία του πλοίου. Επίσης, εκείνο τον καιρό άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα, τα οποία έδειχνε στη μεγάλη αδερφή του την Τζένια.

Βέβαια πέρα της όλης δημιουργικότητας του μικρού, το οικογενειακό δράμα έδινε και έπαιρνε, λόγω οικονομικής και σωματικής κατάρρευσης του δύσμοιρου πατέρα του, ο οποίος έβγαλε φτεράκια και πήγε στον άλλο κόσμο όταν ο Νίκος ήταν 19 ετών. Παράλληλα ο δικός μας είχε περάσει στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία παράτησε λίγο πριν τον θάνατο του πατέρα του και πήγε να δουλέψει σε ναυτιλιακό γραφείο.

Ούτε όμως στο γραφείο την πάλεψε για πολύ. Είχε αρχίσει να του σαλέβει το μάτι βλέπεις, που όλοι τριγύρω του ταξίδευαν και αυτός καθόταν και πασπάτευε λογιστικά βιβλία. Οπότε βρόντηξε την εν λόγω δουλειά και μπάρκαρε στο πλοίο “Άγιος Νικόλαος“.

Οι εντυπώσεις από το πρώτο του ταξίδι δημοσιεύτηκαν στο “Περραϊκό Βήμα“. Να σου σημειώσω εδώ ότι ο Καββαδίας ήταν αρκετά ενεργός από άποψη δουλειάς και έκδοσης πριν αρχίσει να μπαρκάρει. Εκτός του ότι έστελνε ποιήματα του στην “Διάπλαση των Παίδων” από τα πολύ μικράτα του, μεγαλώνοντας συνεργαζόταν με ένα σωρό περιοδικές εκδόσεις και εφημερίδες, δημοσιεύοντας κυρίως ποιήματα αλλά και διηγήματα.

Στα πρώτα του εκδοτικά μπουσουλήματα κυκλοφορούσε με το ψευδώνυμο “Πέτρος Βαλχάλας” — ναι, το ξέρω, και εμένα μου ακούγεται σαν όνομα καμμένου επικομεταλλά δαύτο.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1933, εκδόθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή, το “Μαραμπού” σε 245 αντίτυπα με έξοδα κυρίως δικά του και κάποια τσονταρίσματα από το περιοδικό “Κύκλος“.

Οι ποιητοτέτοιοι της Αθήνας ερωτεύτηκαν το Μαραμπού κεραυνοβόλα, θεωρώντας πως φέρνει έναν νέο εξωτικό αέρα στην -όσο να ‘ναι- μίζερη ποίηση της περιόδου του μεσοπολέμου (Καρυωτάκη αγορίνα μου μας έκαψες!). Και αφού κέρδισε τους “πνευματικούς κύκλους” της Αθήνας ο δρόμος του ήταν γεμάτος λέλουδα, αλλά αυτόν δεν τον ένοιαζε και πολύ. Συνέχισε να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο και να γράφει την ποίηση του, χωρίς να ζητάει αναγνώριση και αποδοχή, άσχετα αν τα λάμβανε και με το παραπάνω.

Το 1938 έπαψε να είναι προστάτης της πολύτεκνης φαμίλιας του και πήγε για εκπαίδευση στην Ξάνθη, απ’ όπου έφυγε με την ειδικότητα του “ραδιοτηλεγραφητή Β’ τάξεως” (λέγε με “ασυρματιστή”) μιας και δεν μπορούσε να γίνει καπετάνιος, παρόλο που το ήθελε πολύ. Με την ειδικότητα αυτή όμως θα μπορούσε να κερδίζει τα προς το ζην ευπρεπώς και να μένει μέσα στη θάλασσα, που τόση αδυναμία της είχε.

Δυστυχώς για την αφεντιά του όμως, το 1940 το ανάγκασαν να τραβηχτεί στην στεριά και να πολεμήσει στο Αλβανικό Μέτωπο. Σε εκείνη την φάση έγραψε το πεζό “Στο άλογο μου“, για το περιοδικό “Λόγχη” -κάτι σαν φανταρικό φανζίν ήταν δαύτο- το οποίο πεζό αναγνωρίστηκε μετά τον θάνατο του.

Όταν έκαναν ντου οι δυνάμεις του Άξονα το ’41 και είχαμε στα μέρη μας το (πολυαγαπημένο από τις γιαγιάδες μας) event της κατοχής, ο Καββαδίας βρισκόταν στην Αθήνα, πάλι μακριά από τα καράβια του, όντας όμως λείαν ενεργός στους κύκλους της Αντίσταστης. Αρχικά στο ΕΑΜ των ναυτικών και μετέπειτα των λογοτεχνών.

Μετά το τέλος του πολέμου άρχισε να δημοσιεύει στο περιοδικό “Ελεύθερα Γράμματα” κάνοντας ποδαρικό με το ποίημα “Federico Garcia Lorca“, μια περίοδο που το κίνημα της αριστεράς στην Ελλάδα έχασε τόπο και άρχισε να κυνηγιέται. Προς τα τέλη του ’45 τον προσέλαβαν σαν δόκιμο ασυρματιστή στο πλοίο “Κορίνθια“, το οποίο έκανε δρομολόγια στο Αιγαίο (Πειραιάς-Θεσσαλονίκη-Καβάλα). Μετέπειτα μπήκε στην γραμμή Πειραιάς-Αλεξάνδρεια-Μασσαλία και παρά το ότι εκείνη την περίοδο έμενε πολιτικά ανενεργός και κρατούσε χαμηλό προφίλ, όσο μπορούσε φυγάδευε διωκόμενους προς τα έξω και έφερνε γραπτό παράνομο αριστερό stuff προς τα μέσα.

Το 1947 δημοσίευσε το πολυαγαπημένο “Πούσι“. Το αστείο όμως ήταν πως την εποχή που το δημοσίευσε, έφαγε κράξιμο από τους διάφορους κριτικούς και λογοτέχνες γιατί η εν λόγω συλλογή δεν είχε μέσα της ούτε ίχνος ποιήματος με πολιτικό περιεχόμενο — υποθέτω πως υπήρχε παραμφερές trend εκείνο τον καιρό, περί “πολιτικής ενασχόλησης” όπως αυτό που προέκυψε και τώρα πρόσφατα. Τον κατηγόρησαν μέχρι και για “‘ελλειψη ήθους”, στα αλατισμένα αρχίδια του όμως.

Πέντε χρόνια αργότερα πήρε επαγγελματικό upgrade, έγινε ασυρματιστής Ά τάξεως και τον επόμενο χρόνο, το 1954, βγήκαν σε δεύτερη έκδοση το “Πούσι” και το “Μαραμπού” καθώς και το διήγημα του με τίτλο “Βάρδια“.

Το 1957 όμως ήρθε άλλη μια μαλακία να τον ταλαιπωρήσει. Ο μικρός του αδερφός, ο Αργύρης, ο οποίος ήταν επίσης ναυτικός, βάρεσε μπιέλα και αυτοκτόνησε μέσα στο ίδιο καράβι όπου δούλευε και ο Νίκος. Φρίκη μεγάλη δαύτη, που τον κράτησε μακριά από το γράψιμο για αρκετό καιρό. Εννιά χρόνια αργότερα άρχισε να παίρνει σιγά σιγά μπρος, όταν γεννήθηκε ο γιος της ανιψιάς του Έλγκας, ο Φίλιππος.

Το 1968 έγραψε την νουβέλα “Λι“, η οποία πληροφοριακά γυρίστηκε το 1995 σε ταινία από τον Marion Hansel με τίτλο “Between the Devil and the Deep Blue Sea“. To 1969 έγραψε το διήγημα “Του πολέμου” επηρεασμένος από τις αναμνήσεις του στο μέτωπο.

Συνέχισε τα ταξίδια και το γράψιμο και το 1974 ετοίμαζε την τρίτη του συλλογή. Μόνο που η υγεία του άρχισε να τον προδίδει και εν τέλει στις 10 Φεβρουαρίου του 1975 απεβίωσε, πριν προλάβει να δει το “Τραβέρσο” τυπωμένο και να ακούσει τα μελοποιημένα του ποιήματα, παρά το ότι ο ίδιος κάπου μέσα του θεωρούσε ότι η μελοποίηση της δουλειάς του ήταν ιεροσυλία.

Στα 65 χρόνια που έζησε όμως, έκανε την καύλα του ταξιδεύοντας, έγραψε όμορφη δυνατή ποίηση και την πάλεψε αξιοπρεπώς παρά τα όσα εμπόδια και δράματα βρήκε μπροστά του.

Κατά την άποψη της γραφούσας ο Καββαδίας είναι ίσως ένας από τους πιο αυθεντικούς τύπους που γυροέφεραν στον χώρο των ελληνικών “γραμμάτων” και παρά τον μικρό όγκο δουλειάς του, συνεχίζει να μνημονεύεται όπως του αξίζει.

Αυτά τα ολίγα για σήμερα, εν ανάγκη θα σας μαζέψω όλους να κάνουμε ένα ωραίο τελετουργικό για να ξορκίσουμε τα τράβαλα που μου τυχαίνουν, μήπως και καταφέρω να γράψω με την ηρεμία μου επιτέλους.

Προηγούμενο άρθροMarie Curie: Η καταπληκτική ραδιενεργή κυρία
Επόμενο άρθροΤο μέλλον της γαστρονομίας και της μαγειρικής
Στέλιος Θεοδωρίδης
Για ένα πράγμα είναι περήφανος στη ζωή μου: «100 φορές έπεσα, 100 φορές σηκώθηκα, και αντί να απογοητευτώ, νιώθω πιο λυσσασμένος από ποτέ, προφανώς γιατί δεν σκέφτομαι επιφανειακά, αλλά επί της ουσίας». Η αγαπημένη μου ασχολία είναι η ερευνητική αρθρογραφία με έμφαση στην τεχνητή νοημοσύνη, τη μηχανική μάθηση και τη βαθιά μάθηση.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ