Marie Curie: Η καταπληκτική ραδιενεργή κυρία

Marie Curie: Η καταπληκτική ραδιενεργή κυρία

Το έχεις παρατηρήσει και το έχω αναφέρει ξανά: ότι η στήλη με τα αφιερώματα και τις βιογραφίες είναι μια ανδροκρατούμενη στήλη. Είναι κατά λάθος σεξιστική, προφανώς γιατί οι περισσότεροι άντρες είχαν μία μεγάλη λοξά με τις γυναίκες.

Σου έχω αναφέρει τον βασικό λόγο αυτής της “διάκρισης” και παλαιότερα. Μπορώ να επεκταθώ πάνω σε αυτό, λέγοντας ότι επειδή απλά αιώνες τώρα το επιβεβλημένο ζητούμενο για τις γυναίκες ήταν να είναι όμορφες και καλοί σύντροφοι, λίγες από αυτές κατάφεραν να “ανθίσουν” διανοητικά, στο επίπεδο τουλάχιστον που επιτρεπόταν στους άντρες.

Κακά τα ψέμματα, τις περισσότερες τις τρώει το κατεστημένο που τις θέλει καλές συζύγους και μάνες, ακόμα και αν στις μέρες μας έστω έχουν και αδράττουν την ευκαιρία να λάβουν μόρφωση ισάξια με αυτή των ανδρών.

Για να μην αρχίσω όμως τα κραξίδια, για τον διανοητικό περιορισμό που έχει δεχτεί και δέχεται το γυναικείο φύλο, ας μπω γρήγορα σε αυτό ετοίμασα για σήμερα.

Σήμερα λοιπόν, το πρόγραμμα έχει Marie Curie (ελληνικά: Μαρία Κιουρί). Την ξέρεις. Έστω και ακουστά. Διπλό Νόμπελ, τρυφερά ζουλήγματα με ραδιενεργά υλικά (τότε που η ραδιενέργεια ήταν στα γεννοφάσκια της), ανακάλυψη νέων στοιχείων, μαράζωμα από αναιμία. Και μαζί με όλα αυτά, είναι μια από εκείνες τις λίγες γυναίκες που δεν τις μνημονεύει η ανθρωπότητα — επειδή ήταν όμορφες ή είχαν αριστοκρατική καταγωγή ή για κάτι άλλο εξίσου διανοητικά νεκρό.

Την Madam Curie την θυμόμαστε και πίνουμε Γιάγκο στο όνομα της γιατί υπήρξε πρωτοποριακή — και μάλιστα σε μια εποχή που η γυναικεία πρωτοπορία παρεμποδιζόταν απροκάλυπτα. Πριν όμως προλάβεις να μου κολλήσεις την ταμπέλα ότι στηρίζω τις “φεμινίστριες“, την οποία δεν βρίσκω διόλου διασκεδαστική, ας πάμε να δούμε κάπως πιο αναλυτικά τον βίο αυτής της υπέροχης ύπαρξης.

Maria Salomea Sklodowska ήταν το πατρικό της όνομα και γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου του 1867 στην Βαρσοβία της Πολωνίας. Ήταν το πέμπτο και τελευταίο παιδί της φαμίλιας Sklodowski.

Οι γονείς της ήταν και οι δύο δάσκαλοι από ευκατάστατες οικογένειες -η μητέρα της μάλιστα είχε αριστοκρατική καταγωγή-, αλλά έχασαν μεγάλο μέρος της περιουσίας τους λόγω δημεύσεων που έγιναν από την κυβέρνηση, εξαιτίας της συμμετοχής αμφότερων στην αποτυχημένη επανάσταση του 1863 που είχε σκοπό την ανεξαρτητοποίηση της Πολωνίας από τους Ρώσους. Με λίγα λόγια το οικογενειακό της background ήταν αυτό που θα έλεγαν οι Βρετανοί “noble“, όχι μόνο λόγω καταγωγής, αλλά λόγω ιδεολογίας.

Βέβαια όπως προανέφερα η ιδεολογία στοίχισε πολύ δύσκολα χρόνια γι’ αυτούς και τις κόρες τους, αλλά και μόνο το ότι τα επιβιώσαντα, μέχρι την ενηλικίωση, τέκνα τους τους “άνθισαν” λίγο ή πολύ σε κάτι παραπάνω από κοινές housewives, με τη μικρή να είναι ένα από τα αστέρια του επιστημονικού χώρου, τους δίνει και άλλα kudos οικογενειακώς.

Από μικρή η Maria φαινόταν πως είχε κλίση προς τις θετικές επιστήμες και το γεγονός πως ο πατέρας της ήταν δάσκαλος μαθηματικών και φυσικής σε γυμνάσιο, της έδινε ένα κάποιο προβάδισμα. Πέραν όμως του δυνατού της κεφαλιού, έμαθε τι θα πει δυσκολία και απώλεια από πολύ νωρίς.

Βλέπεις, μιας και ο πατέρας της ήταν Πολωνός πατριώτης to the core, οι Ρώσοι νταήδες φρόντισαν να τον χαντακώσουν σταδιακά στον επαγγελματικό του τομέα, με αποτέλεσμα η φαμίλια να έχει χοντρά οικονομικά προβλήματα. Έτσι, αναγκαστικά, επειδή δεν μπορούσαν να συντηρήσουν τις κόρες τους οι ίδιοι, τις έστειλαν σε οικοτροφείο.

Εκεί όμως, η μεγαλύτερη αδερφή της Marie, η Zophia, κόλλησε τύφο και απεβίωσε όταν η Marie ήταν μόλις 8 ετών. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η μητέρα της ήδη έφτυνε τα πλεμόνια της από φυματίωση. Μια διετία λοιπόν μετά τον θάνατο της Zophia, εν έτει 1878, πήγε να την συναντήσει στην μεταθανάτιο. Αυτό ήταν το δεύτερο και ισχυρότερο πλήγμα για την Maria, η οποία έπεσε σε κατάθλιψη.

Όμως, παρά τα άσχημα που της ήρθαν, συνέχισε να είναι overachiever στο σχολείο, από το οποίο ξεμπέρδεψε το 1883 με επαίνους και χρυσά μετάλλια. Και μετά; Μετά πέρασε ένα χρόνο στην εξοχή μαζί με συγγενείς του πατέρα της, μιας και χρειαζόταν μια φυγή αφού όλη αυτή η υπερπροσπάθεια της προκάλεσε έναν μίνι νευρικό κλονισμό.

Αφού τελείωσε αυτός ο χρόνος απομόνωσης, κατά τον οποίο πήρε τα πάνω της, γύρισε πίσω στο Warsaw στον πατέρα της. Εκεί ξεκίνησε να παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα, ενώ παράλληλα μαζί με την αδερφή της Bronislawa άρχισαν τα πάρε – δώσε με το Flying University.

Τι ήταν αυτό; Ήταν φαντάσου μια μικρή συλλογικότητα από καθηγητές και αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η οποία λειτουργούσε σαν “κρυφό σχολειό“, παραδίδοντας μαθήματα πανεπιστημιακού επιπέδου κόντρα στο ρώσικο κατεστημένο, προσφέροντας μαθήματα θεωρητικού περιεχομένου όπως Πολωνική ιστορία και φιλολογία, τα οποία ήταν απαγορευμένα από την ρώσικη κυβέρνηση, αλλά και μαθήματα πάνω στις θετικές επιστήμες, για τις οποίες ενδιαφέρονταν άλλωστε οι αδερφές Slodowska.

Γιατί όμως τη βρήκαν με τους παράνομους διανοητικούς αντιστασιακούς και δεν πήγαν σε ένα κανονικό πανεπιστήμιο;

Γιατί στην Πολωνία η κυβέρνηση των Ρώσων είχε απαγορεύσει την εισαγωγή γυναικών στο πανεπιστήμιο, ενώ παράλληλα το να βγούνε σε κάποιο πανεπιστήμιο του εξωτερικού και να σπουδάσουν ήταν αδύνατον εξαιτίας της οικονομικής τους κατάστασης.

Επειδή όμως, καλό το Ιπτάμενο Πανεπιστήμιο, αλλά λόγω παρανομίας του ήταν αρκετά ασταθές και πρακτικά δεν μπορούσε να προσφέρει τα εφόδια που θα πρόσφερε ένα νόμιμο και στην εντέλεια οργανωμένο πανεπιστήμιο, οι αδερφές μας έπρεπε να βρούνε μια άλλη λύση για να καταφέρουν να λάβουν την πολυπόθητη πανεπιστημιακή τους μόρφωση.

Έτσι έκαναν μια δίκαιη συμφωνία: αρχικά θα πήγαινε η Bronislawa στο Παρίσι για να σπουδάσει Ιατρική, ενώ η μικρή Maria θα έμενε πίσω δουλεύοντας για να στηρίξει οικονομικά την μεγάλη της αδερφή, και όταν η Bronislawa τελείωνε τις σπουδές της θα έκαναν αλλαγή ρόλων, με την μεγάλη να δουλεύει και να υποστηρίζει την μικρή όσο εκείνη σπουδάζει.

Η Maria άρχισε να εργάζεται ως δασκάλα, δίνοντας κατ’ οίκον μαθήματα εδώ κι εκεί, ενώ για την επόμενη διετία πήγε στο Szczuki, στο οποίο εργαζόταν ως παιδαγωγός για τα κουτσούβελα της οικογένειας Zorawski, οι οποίοι ήταν εύποροι συγγενείς του πατέρα της. Και όλα πήγαιναν κατά γράμμα μέχρι που η Maria ερωτεύτηκε τον μεγάλο γιο της οικογένειας, Kazimierz Zorawski.

Ο Kazimierz ήταν εξίσου ερωτευμένος μαζί της — μαθηματικά μυαλά γαρ, πρέπει να ήρθαν εύκολα σε επαφή. Μέχρι εδώ όλα καλά, δυο νέα παιδιά που αγαπιούνται, τι μπορεί να πάει στραβά; Το σόι! Ενώ ο Kazimierz είχε σοβαρό σκοπό και συζήτησε με την Maria το ενδεχόμενο γάμου, η φαμίλια του ήταν εγκάθετη: “δεν θα παντρευτείς την απένταρη!“.

Η ανικανότητα του Kazimierz, όμως, να κάνει την ακατάδεκτη οικογένεια του να πάρει στα σοβαρά τον δεσμό του με την Maria, έκανε την δικιά μας να τα περνάει δύσκολα και εν τέλει αναγκάστηκε να φύγει και να βρει δουλειά ως παιδαγωγός για μια άλλη οικογένεια στο Sopot, στις ακτές της Βαλτικής.

Το 1890 η Bronislawa, έχοντας στρώσει την ζωή της στο Παρίσι, είπε στην αδερφή της πως μπορεί να πάει να μείνει εκεί. Όμως η Maria δεν είχε λεφτά για τα δίδακτρα του πανεπιστημίου και δεν ήθελε να αναγκάσει την νιόπαντρη αδερφή της να δουλέψει για να σπουδάσει η ίδια — παρά την συμφωνία τους.

Έτσι έμεινε έναν ακόμη χρόνο στην Πολωνία, γυρνώντας στο πατρικό της στο Warsaw, συνεχίζοντας της δουλειά της ως παιδαγωγός, διδάσκοντας και παίρνοντας μαθήματα στο Flying University, ενώ παράλληλα επιδιδόταν και μόνη της πάνω στην μελέτη των θεμάτων που την ενδιέφεραν, θέτοντας με αυτό τον τρόπο βάσεις για τις μετέπειτα πανεπιστημιακές της σπουδές.

Και, όταν εν τέλει ο Kazie τη χώρισε διά αλληλογραφίας, η Maria δεν δίστασε καθόλου. Μάζεψε τα μπογαλάκια της και πήγε στο Παρίσι. Το 1891 πάτησε τελικά το πόδι της στην Πόλη του Φωτός. Αρχικά έμενε με τη μεγάλη της αδερφή, και μετέπειτα μετακόμισε σε ένα διαμέρισμα κοντά στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης όπου και σπούδαζε.

Ούτε εδώ τα βρήκε εύκολα βέβαια. Τα πρωινά έτρεχε για τα δικά της μαθήματα και τα απογεύματα έκανε φροντιστήρια, ενώ παρά την βοήθεια της αδερφής της τα έβγαζε δύσκολα πέρα. Συν τοις άλλοις, οι φόβοι της πως ήταν ανεπαρκώς προετοιμασμένη για τις σπουδές της στο γαλλικό πανεπιστήμιο επαληθεύτηκαν, με αποτέλεσμα να χρειαστεί να στρωθεί άσχημα ώστε να καταφέρει να φτάσει τους συμφοιτητές της. Σκέψου: ήταν τόσο αφοσιωμένη στα διαβάσματα της, που πολλές φορές την μάζευαν από τα πατώματα, μιας και λιποθυμούσε από την πείνα γιατί ξεχνούσε να φάει.

Όμως οι κόποι της απέδωσαν και το καλοκαίρι του 1893 πήρε το πτυχίο της ως φυσικός, ενώ τον επόμενο χρόνο πήρε πτυχίο και στα μαθηματικά. Πριν καν τελειώσει τις σπουδές της, ξεκίνησε τους πειραματισμούς της πάνω στις μαγνητικές ιδιότητες διαφόρων μετάλλων.

Το πρόβλημά της ήταν πως δεν είχε ένα αξιοσέβαστο εργαστηριακό χώρο ώστε να κάνει τις δοκιμές της. Κάτι που ήρθε να το λύσει ο καθηγητής Josef Wierusz-Kowalski, ο οποίος σύστησε την Marie (έτσι την φώναζαν πλέον εκεί στο Παρίσι) στον συνάδελφο του, Pierre Curie και του πρότεινε να βρει έναν χώρο-εργαστήρι για την δεσποσύνη. Μιας και αυτός δούλευε επίσης πάνω στο πεδίο της έρευνας για τον μαγνητισμό, τα κουμάντα έγιναν και σύντομα η Marie απέκτησε τον δικό της χώρο στο εργαστήριο του Pierre.

Πέρα όμως από τον χώρο στο εργαστήριο, απέκτησε χώρο και στην καρδιά του. Well, η έλξη ήταν αμοιβαία, αλλά φαίνεται πως ο Pierre την είχε δαγκώσει για τα καλά με την δικιά μας. Της έκανε πρόταση γάμου. Αυτή αρνήθηκε, γιατί δεν ήθελε να μείνει στην Γαλλία. Ο Pierre όμως επέμενε. Ήταν διατεθειμένος να αφήσει κάθε ευκαιρία για επιστημονική καριέρα πίσω του και να ακολουθήσει την Marie στην Πολωνία υποβιβάζοντας τον εαυτό του σε απλό καθηγητή γαλλικών.

Η Marie όμως ήταν ακάθεκτη. Επέστρεψε πίσω στην Πολωνία λοιπόν, αλλά εκεί είδε το όνειρο της για μια καριέρα στην χώρα της να γίνεται κομφετί, μιας και δεν την δέχτηκαν σαν διδάσκουσα στο πανεπιστήμιο του Krakow επειδή ήταν γυναίκα. Στο μεταξύ, ο Pierre την παρακαλούσε να γυρίσει πίσω στην Γαλλία και εν τέλει την έψησε, προτείνοντας της να κάνει το διδακτορικό της εκεί. Αυτή τελικά γύρισε και το 1895 στις 26 Ιουλίου παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο — αφού σαν επιστήμονες και οι δύο, ήταν κάτι λιγότερο από θρήσκοι.

Από δω και πέρα, τα νιόπαντρά μας ξεκινούν την από κοινού πορεία τους. Η Marie έστρεψε την έρευνα της πάνω στο hint που της έδωσε ο Henri Becquerel το 1896: ότι τα άλατα ουρανίου εκπέμπουν ένα είδος ακτινοβολίας με παρόμοια ισχύ με αυτή των ακτινών Χ, ενώ σε αντίθεση με τα φωσφορίζοντα υλικά, αυτή η ακτινοβολία δεν εξαρτάται από μια εξωτερική πηγή ενέργειας αλλά πηγάζει από το ίδιο το ουράνιο. Αυτό το hint λοιπόν κατά την Marie ήθελε επέκταση, που σήμαινε πως ήταν στο χέρι της να πειραματιστεί και να ανακαλύψει τις περαιτέρω ιδιότητες αυτού του τόσο ενδιαφέροντος μετάλλου.

Με τη βοήθεια του ηλεκτρομετρητή που είχε πατεντάρει ο άντρας της, ανακάλυψε πως οι ακτίνες του ουρανίου έκαναν τον αέρα τριγύρω από το δείγμα ηλεκτρικά αγώγιμο, καθώς και ότι το πόσο δραστήριες ήταν οι ενώσεις ουρανίου, εξαρτώταν μόνο από την περιεκτικότητα τους στο εν λόγω στοιχείο. Υπέθεσε επίσης πως αυτή η αντίδραση δεν προερχόταν από τα μόρια της ουσίας, αλλά από τα ίδια τα άτομα, πράγμα που έθεσε τις βάσεις στο να ψαχτεί μετέπειτα η επιστημονική κοινότητα και να ανακαλύψει πως τα άτομα δεν είναι αόρατα.

Όμως οι έρευνες έπρεπε να σταματήσουν για ένα διάστημα, μιας και η Marie έμεινε έγκυος και το 1897 γέννησε την πρώτη της κόρη, την Irene. Μετά τη γέννα έπρεπε πάλι να το ρίξει στα ιδιαίτερα μαθήματα για να συνδράμει οικονομικά στην φαμίλια της. Και δεν είχαν και εργαστήριο της προκοπής πλέον, οπότε αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν το πρώην ιατρικό εργαστήριο που βρίσκονταν μέσα στο School of Physics and Chemistry. Πέραν του ότι οι συνθήκες εκεί ήταν για το ανάθεμα, η σχολή δεν χρηματοδοτούσε την έρευνα της, με αποτέλεσμα αυτή να ψάχνει για υλικά από εταιρίες μεταλλείων και ορυχείων — η αφραγκία θέλει DIY ραδιενεργές καταστάσεις μάτια μου.

Δούλευε λοιπόν με δύο ουρανιούχα άλατα, τον πισσουρανίτη και τον χαλκολαμπρίτη, ανακαλύπτοντας πως ο πισσουρανίτης ήταν 4 φορές πιο ενεργός από το ουράνιο και ο χαλκολαμπρίτης 2 φορές. Αυτό την έκανε να υποθέσει πως υπάρχουν στοιχεία με παρόμοιες ιδιότητες με αυτές του ουρανίου και πιο ενεργά από αυτό. Έτσι το 1898 ανακάλυψε πως το θόριο είναι επίσης ραδιενεργό.

Μετά την πρόοδο που είχε κάνει, αποφάσισε να δημοσιεύσει την μελέτη της, πριν προλάβει κάποιος άλλος συνάδελφος, που δούλευε πάνω στον ίδιο τομέα να το κάνει. Έτσι, στις 12 Απριλίου του 1898 ο πρώην καθηγητής της Gabriel Lippmann παρουσίασε τα ευρήματα της στην Academie de Sciences. Όμως η Marie ατύχησε να πάρει τα πρωτεία, γιατί ο Γερμανός Gerhand Schmindt δημοσίευσε τα ευρήματα του πάνω στο ίδιο αντικείμενο δύο μήνες πριν, στο Βερολίνο.

Έχασε την μάχη αλλά όχι τον πόλεμο, αφού συνέχισε τις έρευνες της, και μαζί με τον άντρα της τον Ιούλιο του 1898 ανακοίνωσαν την ύπαρξη του στοιχείου “πολώνιου“, ονομασμένο βεβαίως βεβαίως από την γενέτειρα χώρα της κυράς μας.

Το γλέντι συνεχίστηκε και τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, όταν το ζεύγος Curie έσκασε μύτη με ένα νέο στοιχείο, το ράδιο. Φυσικά για να αποδείξουν τις ανακαλύψεις τους έπρεπε να απομονώσουν αυτά τα δύο στοιχεία. Το πολώνιο ήταν εύκολη υπόθεση για να απομονωθεί — βέβαια δεν μπορεί να απομονωθεί εντελώς μιας και έχει ημιζωή μερικών μηνών. Το ράδιο πάλι τους ζόρισε, αλλά το κατάφεραν κρυσταλλοποιώντας το. Για να βγάλει όμως καθαρό ράδιο χρειάστηκε μια δεκαετία. Αλλά και τα δύο στοιχεία είχαν καταχωρηθεί ως ανακαλύψεις τους.

Ο δρόμος από εκεί και μετά άνοιξε και για τους δύο. Ο Pierre έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, ενώ η Marie ήταν η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στο Ecole Normale Superieure.

Toν Ιούνιο του 1903 πήρε το ντοκτορά της, ενώ τον ίδιο μήνα το ζεύγος καλέστηκε από το Royal Institute του Λονδίνου για ομιλία πάνω στα ραδιενεργά υλικά. Μόνο που στο συνέδριο επιτράπηκε μόνο στον Pierre να εκφωνήσει λόγο, μιας και η Marie ήταν γυναίκα, και τότε ήταν ανήκουστο οι γυναίκες να μιλούν δημόσια, και δη σε ακροατήριο ανδρών επιστημών. Όχι, οι γυναίκες έπρεπε να βρίσκονται στην κουζίνα τους!

Τέτοιου είδους σεξιστική μπαγαποντιά πήγε να της κάνει και η επιτροπή Νόμπελ τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς, όπου ήταν να βραβεύσει τον Becquerel, την Marie και τον άντρα της, με το πολυπόθητο βραβείο πάνω στον κλάδο της φυσικής.

Αρχικά η επιτροπή το έψηνε να βραβεύσει μόνο τους σερνικούς και να μείνει η Marie στην απέξω, αλλά ένας συνήγορος της επιτροπής γυναικών επιστημόνων, ο Σουηδός μαθηματικός Gosta Mittag Leffler – αυτός που ο θρύλος λέει πως επήδαγε την γυναίκα του Nobel – έριξε σύρμα στον Pierre.

Με τη σειρά του εκείνος τα έψαλλε στην επιτροπή και έτσι η Marie ήταν η πρώτη γυναίκα που βραβεύτηκε με Nobel. Βέβαια το ζεύγος δεν πήγε στην τελετή απονομής μιας και σκοτωνόταν στην δουλειά, ενώ ο Pierre δεν το ‘χε πολύ με τις κοσμικές εκδηλώσεις.

Με τα λεφτά από το βραβείο το ζεύγος κατάφερε να προσλάβει βοηθό, ενώ ο Pierre χρειάστηκε να κράξει τα μεγάλα κεφάλια του του Πανεπιστημίου της Σορβόνης για να τους φτιάξει ένα εργαστήριο της προκοπής. Μετά κόπων και βασάνων, αυτό ήταν έτοιμο για να δεχτεί το ραδιενεργό μας ζεύγος το 1906.

Στο μεταξύ, το 1904 η Marie γέννησε την δεύτερη της κόρη, την Eve. Και όλα πήγαιναν καλά και το εργαστήρι είχε ανοίξει όπως σου ανέφερα, αλλά στις 19 Απριλίου του 1906 η απώλεια χτύπησε για ακόμα μια φορά την πόρτα της Marie.

Ο Pierre, περπατώντας εκείνη τη βροχερή μέρα στο rue Dauphine, παρασύρθηκε από μια άμαξα και πήγε από κάταγμα στο κεφάλι. Φυσικά και αυτό ήταν ένα τεράστιο πλήγμα για την Marie, αλλά και πάλι το πάλεψε. Αφιερώθηκε στις κόρες της, στις έρευνες της, ενώ παράλληλα της δόθηκε η θέση του άντρα της στο πανεπιστήμιο. Και -μάντεψε- ήταν η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια στο εν λόγω πανεπιστήμιο.

Παρά τη θέση και τη φήμη της όμως, πάντα η “κοινή γνώμη” συνήθιζε να την λοιδορεί, λέγοντας πως είναι μια ξένη, ανάξια και άθεη, ενώ είχε βγει και η ψευδής βρώμα περί εβραϊκής καταγωγής. Κοινώς, την φόρτωναν με ότι μπορούσε να χαρακτηριστεί αρνητικό εκείνη την εποχή από την καριόλα την “κοινή γνώμη” μιας και τους την έμπαινε στο μάτι με τα πιο βασικά: ήταν γυναίκα, πετυχημένη και χειραφετημένη.

Περιττό να αναφέρω πως τους έκατσε πολύ ωραία το 1910, όταν βγήκε στην φόρα πως για κάνα χρόνο τραβιόταν με έναν μαθητή του άντρα της, τον Paul Langevin, ο οποίος ήταν 5 χρόνια μικρότερος της και-αποτυχημένα- παντρεμένος. Άσε που το όλο σκάνδαλο έσκασε όταν αυτή έλλειπε στο Βέλγιο, με αποτέλεσμα να βρεθεί από το πουθενά αντιμέτωπη με έναν όχλο εξοργισμένων πολιτών έξω από το σπίτι της. Φυσικά πήρε άρον άρον τις κόρες της και βρήκε καταφύγιο σε σπίτι φίλων μέχρι να καταλαγιάσει το σούσουρο.

Άσχετα με αυτή τη συγκριτικά μικρή αναποδιά που της έτυχε, το 1911 πήρε το δεύτερο της Νόμπελ πάνω στην χημεία, για την ανακάλυψη του πολωνίου και του ραδίου αλλά και την απομόνωση του δεύτερου αυτού στοιχείου. Αυτό το Νόμπελ της επέτρεψε να φαγουρίσει τα αυτιά της γαλλικής κυβέρνησης, ώστε να υποστηρίξουν το όραμα της το Radium Institute – το οποίο μετά τον θάνατο της μετονομάστηκε σε Curie Institute. Όμως κάπου εδώ οι δυνάμεις της την εγκατέλειψαν. Πρόβλημα στα νεφρά παρέα με κατάθλιψη. Έτσι την πούλεψε για Αγγλία, όπου και έμεινε εκεί ανενεργή για 14 μήνες.

Επιστρέφοντας άρχισε να εργάζεται πάνω στην ιδέα του ινστιτούτου, το οποίο άρχισε να λειτουργεί το 1914. Εκείνη την χρονιά όμως άρχισε να “λειτουργεί” και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, κατά τον οποίο η Marie δεν έμεινε ανενεργή: άρχισε να προμηθεύεται οχήματα, μηχανήματα ακτίνων Χ, βοηθητικές γεννήτριες και να φτιάχνει κινητές μονάδες ακτίνων Χ τις οποίες συνήθιζε να οδηγάει πολύ κοντά στις πρώτες γραμμές της μάχης. Και εξαιτίας αυτού του έργου της, της δόθηκε η διευθυντική θέση στο ακτινολογικό τμήμα του Ερυθρού Σταυρού.

Μαζί με την 17χρονη τότε Irene και έναν στρατιωτικό γιατρό, οργάνωσαν και επέβλεψαν την κατασκευή 20 κινητών ακτινολογικών μονάδων και 200 σταθερών στα διάφορα νοσοκομεία. Όλα αυτά τον πρώτο χρόνο του πολέμου. Στην συνέχεια το 1915 παρήγαγε κοίλες βελόνες οι οποίες περιείχαν “απόρροια ραδίου” και χρησιμοποιούνταν για την αποστείρωση μολυσμένων ιστών.

Επί του γενικότερου, η προσφορά της κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο ήταν αξιόλογη, αν και η γαλλική κυβέρνηση ποτέ δεν της την αναγνώρισε, άσχετα αν και μετά το πόλεμο ήταν διατεθειμένη να χαρίσει τα δύο της μετάλλια στην Τράπεζα της Γαλλίας για να συνδράμει στην ορθοπόδηση της οικονομίας χώρας της — παρεμπιπτόντως η τράπεζα δεν τα δέχτηκε.

Εν τέλει αγόρασε ομόλογα πολέμου, χρησιμοποιώντας χρήματα από το δεύτερό της βραβείο. Παραπάνω πληροφορίες για την δράση της εν καιρώ πολέμου μπορείς να βρεις στο βιβλίο της “Radiology in War”.

Μέσα στα επόμενα χρόνια, η φήμη της είχε εδραιωθεί, το ινστιτούτο της πήγαινε περίφημα και κατέληξε ως ένα από τα τέσσερα πιο σημαντικά ινστιτούτα πάνω στην μελέτη της ραδιενέργειας. Η κόρη της, Irene, μαζί με τον σύζυγο της, Frederic Joliot-Curie συνέχισαν την οικογενειακή παράδοση με τα Νόμπελ, ενώ η Marie παρέμεινε ενεργή, ερευνητικά αλλά και κοινωνικά, μιας και τα κοινωνικά της πάρε δώσε της δίναν βοηθητικά resources για την έρευνα της.

Δυστυχώς όμως, όπως όλοι γνωρίζουμε πλέον, τα ραδιενεργά υλικά δεν είναι και τα ασφαλέστερα χημικά παιχνιδάκια με τα οποία μπορείς να ασχοληθείς. Φυσικά τότε αυτό ήταν άγνωστο, ακόμα και στους ερευνητές, που ως ήταν αναμενόμενο, δεν έπαιρναν τις κατάλληλες προφυλάξεις. Έτσι την εποχή που η Marie πειραματιζόταν με τα πρωτόγνωρα ραδιενεργά υλικά, ήταν τελείως χύμα: κουβαλούσε ραδιενεργά ισότοπα σε φιαλίδια στις τσέπες της, τα έβαζε στο συρτάρι της και γενικά ερχόταν σε αλύπητη επαφή μαζί τους. Λόγω άγνοιας.

Έτσι, τη χτύπησε απλαστική αναιμία και μετά από μια περίοδο διαμονής στο Sancellemoz Sanatorium απεβίωσε, στις 4 Ιουλίου του 1934. Θάφτηκε δίπλα στον σύζυγό της στο νεκροταφείο του Sceaux. To 1995 μετέφεραν τις σωρούς του ζεύγους στο Πάνθεον του Παρισιού, όπου η Marie ήταν η πρώτη και η μοναδική γυναίκα που θάφτηκε χάρις της προσωπικής αξίας και δουλειάς της.

Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, οι κόποι, και δη αυτοί που γίνονται υπό δύσκολες συνθήκες μπορούν να ανταμειφθούν. Στο κάτω-κάτω η Curie εξαιτίας του πείσματος και της προσπάθειάς της έσπασε μέσα σε ένα διάστημα λίγο μεγαλύτερο του μισού αιώνα -έστω ατομικά- πολλά κοινωνικά κατεστημένα. Και ενώ όλα φαίνονταν να τείνουν εις βάρος της, αυτή τα κατάφερε και έλαμψε — ραδιενεργά!

Είναι κρίμα, λέω, να ξεχνάμε τέτοια άτομα και να αναφερόμαστε σε αυτά μόνο γενικόλογα, ενώ αποτελούν ανθρώπινα παραδείγματα πνευματικής πυγμής και θελήσεως. Ας τα θυμόμαστε πιο συχνά, αξίζει και σε αυτά και σε εμάς.

Σημείωση: Δύο είναι οι μονάδες μέτρησης ραδιενέργειας: η πρώτη είναι τo Bequerel (Bq) που ορίζεται Bq=1 διάσπαση/sec και το Curie (Ci) που ορίζεται Ci=3,7*10 στην 10η, διασπάσεις ανά δευτερόλεπτο. Όπως βλέπεις και οι δύο έχουν πάρει τα ονοματάκια τους από τους ερευνητές που πρωτοστάτησαν πάνω στην έρευνα της ραδιενέργειας.

Ψήσου να κάνεις και εσύ καμιά έρευνα μήπως και σε δούμε σε μονάδα μέτρησης αναγνώστα μου!