Ο ευαίσθητα ανατρεπτικός Willy Ronis

Ο ευαίσθητα ανατρεπτικός Willy Ronis

Το όνειρο του Willy Ronis καθώς μεγάλωνε ήταν να γίνει μουσικός, σαν την μητέρα του. Ο πατέρας του ήταν φωτογράφος εβραϊκής καταγωγής, από την Οδησσό, και η μητέρα του μια Λιθουανή πιανίστρια — πρόσφυγες και οι δύο, για να ξεφύγουν από τα πογκρόμ, βρέθηκαν στο Παρίσι. Ο Willy Ronis γεννήθηκε εκεί τον Αύγουστο του 1910, μεγάλωσε ανάμεσα στο studio του πατέρα του στην Μονμάρτη και τα μαθήματα που παρέδιδε η μητέρα του.

Η φωτογραφία στις αρχές του 20ου αιώνα θεωρούνταν περισσότερο τρόπος καταγραφής γεγονότων παρά μορφή τέχνης, και το αντικείμενο της δουλειάς του πατέρα του ήταν κυρίως φωτογραφίες για επίσημα έγγραφα όπως διαβατήρια και οικογενειακά πορτραίτα. Έτσι, οι καλλιτεχνικές ανησυχίες του βρήκαν διέξοδο στην μουσική, όπου μελετούσε βιολί και έλπιζε κάποια μέρα να γίνει συνθέτης.

Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις μουσικές σπουδές του όταν το 1932 υποχρεώθηκε να αναλάβει το φωτογραφείο του πατέρα του που είχε προσβληθεί από καρκίνο. Το 1936, μετά τον θάνατο του πατέρα του αναγκάστηκε να κλείσει την επιχείρηση και να ξεκινήσει να εργάζεται σαν freelance φωτογράφος, αφού στο μεταξύ είχε γνωρίσει το έργο των Alfred Stieglitz και Ansel Adams που τον ενέπνευσαν και του έδωσαν νέα κίνητρα για να εξερευνήσει την φωτογραφία ως μορφή δημιουργικής έκφρασης.

Ξεκίνησε φωτογραφίζοντας για εφημερίδες και έντυπα της αριστεράς. Οι πρώτες φωτογραφίες του εκδόθηκαν στο Regards και το Plaisir de France, και οι πιο γνωστές από αυτές απεικονίζουν μια διαδήλωση στις 14 Ιουλίου 1936, επέτειο της άλωσης της Βαστίλης, με το πλήθος να κρατά σημαίες και να σηκώνει τις γροθιές του στον αέρα — ανάμεσα τους ο φακός του Willy Ronis συλλαμβάνει δυο αγόρια με σοβαρές, μαχητικές εκφράσεις να σκοτεινιάζουν τα χαρακτηριστικά τους.

Ο ίδιος ανήκε στον χώρο της αριστεράς σε όλη του την ζωή και ήταν μέλος του Association des Écrivains et Artistes Révolutionnaires μαζί με τον Cartier-Bresson. Το 1938 οι φωτογραφίες του κατά την διάρκεια μιας απεργίας στο εργοστάσιο της Citroën αποτέλεσαν το πρώτο μεγάλο φωτογραφικό του project.

Εκείνο το διάστημα γνωρίζεται με άλλους νέους ταλαντούχους φωτογράφους της εποχής όπως οι Robert Capa και Chim Seymour -ο τελευταίος αργότερα ίδρυσε το πρακτορείο Magnum- αλλά και τους Doisneau και Brassai, δίπλα στους οποίους δούλεψε στο πρακτορείο Rapho.

Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η εβραϊκή καταγωγή του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το κατεχόμενο Παρίσι για τον Νότο, και προσχώρησε στην Αντίσταση. Το διάστημα αυτό, ανάμεσα σε διάφορες εμπορικές δουλειές για τον κινηματογράφο, συνεργάστηκε με την επίσης αριστερή καλλιτέχνιδα Marie-Anne Lansiaux που αργότερα παντρεύτηκε.

Με το τέλος του Πολέμου επέστρεψε στο Παρίσι και έγινε μέλος του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που θέλοντας να καταδικάσει τον ελιτισμό της τέχνης αποδοκίμαζε τις ως τότε δεδομένες “καλές τέχνες“, αναγνώριζε όμως την φωτογραφία σαν λαϊκό μέσο έκφρασης.

Συνέχισε να φωτογραφίζει καθημερινές εικόνες, εργάτες στην δουλειά αλλά και στον ελεύθερο χρόνο τους. Το 1949 στο σπίτι όπου ο Ronis και η Marie-Anne παραθέριζαν, στην Gordes, τράβηξε την φωτογραφία που έμελε να μείνει στην ιστορία ως η σημαντικότερη και δημοφιλέστερη της καριέρας του, με τίτλο Nu Provencal. Είναι ένα γυμνό της γυναίκας του στο μπάνιο. Είναι σκυμμένη πάνω από τον νιπτήρα, με πλάτη στην κάμερα, φωτιζόμενη από το ανοιχτό παράθυρο με θέα στον κήπο.

Οι εικόνες του Ronis διατηρούν έναν λυρισμό, μια ευαίσθητη οπτική που αντιμετωπίζει με σεβασμό το θέμα του, που έρχεται συχνά σε αντιδιαστολή με την θεματολογία τους που αντλεί από την πεζότητα της καθημερινής ζωής της εργατικής τάξης, στις γειτονιές του Παρισιού, της Belleville και της Provence. Αν σήμερα οι εικόνες αυτές μοιάζουν ρομαντικές και μπανάλ, πρέπει να θυμόμαστε ότι οι εικόνες αυτές ήταν κάθε άλλο παρά νοσταλγικές την εποχή που τραβήχτηκαν. Ο Ronis δεν προσπαθούσε να αναπαράγει αποκλειστικά την ψυχρή σκληρή πλευρά καθημερινότητας ούτε να εξιδανικεύσει την ζωή του λαού. Αναζητούσε να αποθανατίσει απλές, καθημερινές, κοινότυπες εικόνες αναδεικνύοντας έτσι την ομορφιά και την ποίηση που κρύβεται μέσα σε αυτές.

Το έργο του γινόταν με το πέρασμα του χρόνου ευρύτερα γνωστό, εξασφαλίζοντάς του σημαντικές εμπορικές συνεργασίες όπως με την Vogue, ενώ έγινε ο πρώτος Γάλλος που εργάστηκε για το περιοδικό Life. Το 1953 ο Edward συμπεριέλαβε τα έργα του στην ομαδική έκθεση που επιμελήθηκε με τίτλο “Πέντε Γάλλοι Φωτογράφοι” στο ΜοΜΑ, δίπλα σε εκείνα των Cartier-Bresson, Doisneau, Brassai και Izis Bidermanas και το 1957 του απένειμαν το χρυσό μετάλλιο της Biennale της Βενετίας.

Η επιτυχία ωστόσο δεν τον έκανε να ξεχνάει τις αρχές και την ιδεολογία του. Έτσι, με αφορμή την λεζάντα που δημοσίευσαν οι New York Times στην φωτογραφία μιας απεργίας που είχε τραβήξει ο ίδιος και θεωρούσε ότι γελοιοποιούσε τον κομουνισμό, παραιτήθηκε από το πρακτορείο Rapho και άρχισε να περνάει περισσότερο χρόνο στην Provence, όπου έζησε το μεγαλύτερο διάστημα των δεκαετιών ’60 – ‘80 διδάσκοντας φωτογραφία.

Το 1983 παραχώρησε το σύνολο του έργου του στο γαλλικό κράτος, συνέχισε ωστόσο να εργάζεται. Η Marie-Anne διαγνώσθηκε με Alzheimer και η σειρά φωτογραφιών του Ronis που καταγράφουν την φθίνουσα πορεία της υγείας της μέχρι τον θάνατό της το 1991 περιέχει μερικές από τις σημαντικότερες και πιο συγκινητικές του έργου του.

Παρ’ όλη την προχωρημένη ηλικία του, ο ίδιος συνέχισε να φωτογραφίζει για χρόνια, μέχρι που έπαψε να μπορεί να περπατά κι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ρεπορτάζ και να περιοριστεί στην δουλειά του studio, δουλεύοντας κυρίως γυμνά. Η τελευταία φωτογραφία του είναι ένα γυμνό από το 2001. Έφυγε από την ζωή τον Σεπτέμβριο του 2009.