Ο εμφύλιος στην πόλη της Αθήνας με τη συμβολή των άγγλων

Ο εμφύλιος στην πόλη της Αθήνας με τη συμβολή των άγγλων

Εξήντα τρία ολόκληρα χρόνια έχουν περάσει από τον Δεκέμβρη του 1944, όταν το αίμα που χύθηκε στην πλατεία Συντάγματος οδήγησε στη μάχη της Αθήνας και επώασε την τελική σύγκρουση του εμφυλίου πολέμου μερικούς μήνες μετά. Σε αυτό το φύλλο θα αναζητήσουμε το νήμα της ρήξης από τις αρχές της κατοχής μέχρι τα γεγονότα του Δεκέμβρη και στο επόμενο θα δούμε τι έγινε στην πολιορκημένη πόλη μέχρι και την επίσκεψη του Τσώρτσιλ σε αυτήν.

Τα Δεκεμβριανά δεν ήταν το αποτέλεσμα ενός «λάθους» της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά η πρώτη φάση ενός ξεκαθαρίσματος που θα επέβαλλε διά της στρατιωτικής βίας τον νικητή που είχε από πριν ορίσει η αμείλικτη διπλωματική βία των μεγάλων δυνάμεων. Για την Ελλάδα είχε ήδη καθοριστεί η σφαίρα επιρροής στην οποία θα ανήκε και τα Δεκεμβριανά ήταν το έναυσμα για να βρεθεί ο διαχειριστής αυτής της εξουσίας, ο οποίος θα αναλάμβανε τη διαχείριση της χώρας.

Μετά τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας το 1941 και την έναρξη της ναζιστικής κατοχής, στη χώρα σημειώθηκε μια πρωτοφανής πολιτικοστρατιωτική αλλαγή. Η κυβέρνηση μαζί με όλους τους τότε νόμιμους πολιτικούς μηχανισμούς εγκατέλειψε τη χώρα για τη Μέση Ανατολή και το Κάιρο, αφήνοντας πίσω της ένα τεράστιο κενό εξουσίας το οποίο ήρθαν να «καλύψουν» οι πιο ανόμοιοι σχηματισμοί. Πολιτικά υπήρχε γερμανική εξουσία, με δωσιλογική κυβέρνηση νομιμοποίησης της πρώτης, διαχείρισης της καθημερινότητας και εξυπηρέτησης των γερμανικών προτεραιοτήτων.

Στην παρανομία υπήρχε και πάλι το ΚΚΕ, αλλά αυτή τη φορά ως μόνη ενεργή πολιτική δύναμη στη χώρα, που με την τεράστια λαϊκή αποδοχή που σημείωσε η δημιουργία του ΕΑΜ τον Σεπτέμβριο του 1941 περνούσε μετά τις δεκαετίες κατασυκοφάντησής του στην κοινωνική καταξίωση και την πολιτική νομιμοποίηση. Το ίδιο διάστημα η πολιτική επιρροή της εξόριστης κυβέρνησης, καθώς και κάποιων παλιών πολιτικών μηχανισμών που είχαν παραμείνει στη χώρα, ήταν εξαιρετικά περιορισμένη.

Η κυριαρχία του ΕΛΑΣ

Στρατιωτικά στα εδάφη μας υπήρχαν γερμανικά, βουλγαρικά και ιταλικά στρατεύματα, με κάποια από αυτά να προχωρούν σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τοπικών πληθυσμών με στόχο τη δημιουργία τετελεσμένων που θα οδηγούσαν στη μεταπολεμική αλλαγή συνόρων. Παράλληλα η δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας στο πλευρό των κατοχικών δυνάμεων από τη δωσιλογική κυβέρνηση Ράλλη όξυνε την καταπίεση ιδίως στην επαρχία, μια και αυτά τα τάγματα εφόδου με το πρόσχημα του κομμουνιστικού κινδύνου λειτουργούσαν ως «δούρειος ίππος» των δυνάμεων κατοχής εναντίον των ανταρτών αλλά και τοπικών πληθυσμών.

Ανάμεσα σε αυτό τον κυκεώνα φασιστικής βίας κυρίαρχη δύναμη αντίστασης αναδεικνύεται ο ΕΛΑΣ, που από τον Φεβρουάριο του 1942 αποτελούσε το στρατιωτικό σκέλος του ΕΑΜ. Σημαντικό στρατιωτικό μερίδιο στην κατοχική Ελλάδα είχαν και οι άλλοι αντάρτικοι σχηματισμοί (ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ κ.λπ.) και η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, που με τη βοήθεια των εγγλέζων βοηθούσε την αντίσταση με στρατιωτικές αποστολές από το εξωτερικό.

Όλοι όμως γνώριζαν ότι κύρια πολιτική δύναμη εντός της χώρας ήταν το ΕΑΜ, που είχε την υποστήριξη όχι μόνο των ελλήνων κομμουνιστών, αλλά και των περισσότερων μετριοπαθών πολιτών, ιδίως στις λαϊκές τάξεις και τους διανοούμενους, ενώ ο ΕΛΑΣ είχε τον de facto στρατιωτικό έλεγχο της ελληνικής υπαίθρου μακριά από τα αστικά κέντρα. Άρα, αν κάποιος ήθελε μετά το τέλος του πολέμου να πάρει τα πολιτικοστρατιωτικά ηνία της χώρας, έπρεπε ή να τα ζητήσει από το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ ή να τα πάρει με τη βία. Επιλέχτηκε το δεύτερο, με μια απαραίτητη στάση στο πρώτο…

Η απελευθέρωση της Αθήνας στις 12 Οκτωβρίου 1944 δημιουργεί ένα κλίμα παλλαϊκού ενθουσιασμού, αλλά φέρνει στην επιφάνεια και τα συσσωρευμένα προβλήματα, με κυριότερα για τον λαό την κατάρρευση της οικονομίας και τις δυσκολίες στον επισιτισμό. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, από την άλλη, παρ’ ότι από τις 23 Οκτωβρίου είναι πρωθυπουργός στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, ξέρει ότι η πραγματική εξουσία είναι στα χέρια της Αριστεράς και προσπαθεί να κερδίσει χρόνο.

Η παρουσία τεσσάρων ΕΑΜικών υπουργών σε χαμηλόβαθμα πόστα ενοχλεί, αλλά γνωρίζει ότι τη συγκεκριμένη στιγμή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, μια και οι δυνάμεις του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ είναι παντού και διαθέτουν οπλισμό, ενώ έχουν και τη λαϊκή αποδοχή. Τα πράγματα αρχίζουν να διαφοροποιούνται όταν όλο και περισσότερες στρατιωτικές μονάδες των εγγλέζων φτάνουν στην Αθήνα, φέρνοντας στην αρχή ελαφρύ οπλισμό και στη συνέχεια τανκς και αεροπλάνα, ερχόμενοι στην αρχή σαν απελευθερωτές, στη συνέχεια σαν εγγυητές της ειρήνη και στο τέλος – όπως θα δούμε παρακάτω – ως στρατός κατοχής.

Παράλληλα οι άγγλοι χρησιμοποιούν τον επισιτισμό, του οποίου έχουν την ευθύνη, ως μέσο εκβιασμού του λαού, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η συνέχιση της διανομής του είχε σχέση με τις πολιτικές εξελίξεις.

Το «δαχτυλίδι» του Στάλιν

Οι προθέσεις των βρετανών είχαν γίνει ήδη γνωστές από την περίοδο της κατοχής. Ενίσχυαν την αντίσταση όταν χρειαζόταν να υποστηρίξει τις θέσεις τους, αλλά δεν θα άφηναν ποτέ ένα μη ελεγχόμενο από αυτούς λαϊκό κίνημα όπως το ΕΑΜ να αποκτήσει εξουσία που θα τους έριχνε από την πρωτοκαθεδρία τους, ιδίως όσο πλησίαζε το τέλος του πολέμου.

Η επικύρωση αυτής της τακτικής ήρθε τον Οκτώβριο του 1944 όταν στη συνάντηση Στάλιν – Τσώρτσιλ στη Μόσχα ο πρώτος έδωσε το «δαχτυλίδι» της μεταπολεμικής επικυριαρχίας των βρετανών στην Ελλάδα. Οι βρετανοί ήταν πλέον ελεύθεροι να χειριστούν το ελληνικό ζήτημα όπως ήθελαν έχοντας εξασφαλίσει την ανοχή των σοβιετικών. Η μάχη της Αθήνας είχε ήδη κριθεί, αλλά κανείς δεν είχε ειδοποιήσει την ελληνική Αριστερά γι’ αυτό. Η γεωστρατηγική θέση της χώρας δεν άφηνε περιθώρια συναισθηματισμών στον Τσώρτσιλ, που διεμήνυσε στους στρατηγούς του τους στόχους του: «Τι να την κάνω την Μπολόνια αν χάσω την Αθήνα;».

Η τελική ευθεία

Οι δυνάμεις που συγκροτούσαν το ΕΑΜ είχαν επιλέξει τη γραμμή της νομιμότητας, συμμετέχοντας στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, τηρώντας τα συμφωνημένα και περιμένοντας την επιβράβευση του εθνικού τους ρόλου που είχαν στη διάρκεια της κατοχής. Τα πράγματα όμως εξελίχτηκαν πολύ διαφορετικά από τις προσδοκίες τους. Ήδη με τη συμφωνία του Λιβάνου είχαν αποδεχτεί τη μεταπολεμική πρωτοκαθεδρία της εξόριστης κυβέρνησης και τώρα θα πλήρωναν το αντίτιμο εκείνης της υπογραφής.

Η απόφαση Παπανδρέου στις 7 Νοεμβρίου για διάλυση μέχρι την 1η Δεκεμβρίου της Πολιτοφυλακής του ΕΛΑΣ και μέχρι της 10 Δεκεμβρίου του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, οδηγούσε τα πράγματα στην τελική ευθεία. Ο ΕΛΑΣ συμφώνησε με την προϋπόθεση ο νέος κρατικός στρατός που θα συγκροτείτο θα περιλάμβανε όλες τις πρώην αντιστασιακές ένοπλες ομάδες, ενώ θεωρούσε δεδομένη την παραδειγματική τιμωρία όσων συμμετείχαν στα Τάγματα Ασφαλείας.

Στα παρασκήνια, όμως, οι άγγλοι εκδηλώνουν τις αληθινές προθέσεις τους. Ο Τσώρτσιλ με τηλεγράφημά του στον τότε υπουργό Εξωτερικών Ήντεν αναφέρει: «Περιμένω ανοιχτή σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν πρέπει να τη φοβόμαστε, υπό την προϋπόθεση ότι έχουμε διαλέξει με προσοχή το έδαφος». Με άλλα λόγια, οι άγγλοι θα δέχονταν είτε την άνευ όρων παράδοση του ΕΑΜ είτε την ανοιχτή σύγκρουση με αυτό με κάθε αντίτιμο.

Ενώ ο ΕΛΑΣ ζητούσε τον αφοπλισμό και των υπόλοιπων αντιστασιακών ομάδων, η είσοδος στην Αθήνα της φιλοβασιλικής στρατιωτικής ομάδας 3η Ορεινή Ταξιαρχία άλλαζε δομικά τον συσχετισμό δυνάμεων στην πόλη δημιουργώντας ένα νέο στρατιωτικό τετελεσμένο, που έναν μήνα μετά θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στη δεκεμβριανή σύγκρουση. Ο ερχομός της 4ης Ινδικής Μεραρχίας, μαζί με την άρνηση του Σκόμπι για εξαίρεση από τον αφοπλισμό της Ορεινής Ταξιαρχίας, της Αστυνομίας – Χωροφυλακής καθώς και της ακροδεξιάς Χ, σήμαινε για την Αριστερά ένα ακόμα τελεσίγραφο.

Με την πλάτη στον τοίχο

Ο συσχετισμός δυνάμεων είχε πλέον αλλάξει και το ΕΑΜ, βλέποντας ότι είναι πλέον με την πλάτη στον τοίχο, προσπαθεί να επηρεάσει τις εξελίξεις με τον τρόπο που μέχρι τότε τον είχε κάνει να αποκτήσει λαϊκή αποδοχή: με τον αγώνα. Tην 1η Δεκέμβρη αποσύρει όλους τους υπουργούς του από την κυβέρνηση, καλώντας τον λαό στο γνωστό συλλαλητήριο της Κυριακής 3 Δεκεμβρίου, και σε γενική απεργία την επόμενη ημέρα.

Ο καμβάς της σύγκρουσης ήταν έτοιμος, και το μόνο που έμενε ήταν η σπίθα που θα άναβε τη φωτιά. Οι άγγλοι ρίχνουν προκηρύξεις στην Αθήνα με τις οποίες εκβίαζαν τον αθηναϊκό λαό λέγοντάς του ότι η υποστήριξή του στην Aριστερά θα κλόνιζε τη συναλλαγματική σταθερότητα με αποτέλεσμα την επιστροφή της πείνας, ενώ απαιτούσαν τον αφοπλισμό των ανταρτών ώς τις 10 Δεκέμβρη.

Η ώρα της ρήξης είχε φτάσει. Η συγκέντρωση του άμαχου πλήθους προς την πλατεία Συντάγματος είχε ξεκινήσει από τις 10 το πρωί, και όλα κινούσαν ειρηνικά μέχρι που η διαδήλωση έφτασε στη διασταύρωση Πανεπιστημίου και Β. Σοφίας απέναντι από το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας. Εκεί κοντά βρισκόταν το αρχηγείο της αστυνομίας, όπου οι άγγλοι μαζί με τις φιλοδεξιές δυνάμεις παρακολουθούσαν ανήσυχοι τα τεκταινόμενα. Όλα δείχνουν ότι οι πρώτοι πυροβολισμοί έπεσαν από το μπαλκόνι του αρχηγείου της αστυνομίας.

Ο τότε διευθυντής της αστυνομίας Άγγελος Έβερτ το επιβεβαιώνει έμμεσα, απλώς το ντύνει με αρκετό «κομμουνιστικό κίνδυνο»: «Βάσει των υπευθύνων διαταγών τας οποίας είχον, διέταξα και εγώ υπευθύνως την βίαιαν διάλυσιν των επιτιθεμένων διαδηλωτών», ενώ κάποια άλλη φορά είχε δηλώσει ότι έδρασε προληπτικά, αφού «ουδεμία εγγύησις περί των φιλειρηνικών διαθέσεων των διαδηλωτών ήτο δυνατόν να υπάρξει».

Ανεξάρτητα από το πού έπεσαν οι πρώτες σφαίρες, το βέβαιο είναι ότι οι νεκροί και τραυματισμένοι διαδηλωτές ήταν δεκάδες. Παρά τη σφαγή, οι διαδηλωτές επιστρέφουν στην πλατεία, σκεπάζουν με λουλούδια τους νεκρούς, ενώ γίνονται κανονικά και οι ομιλίες.

Ο εμφύλιος αρχίζει

Την επόμενη ημέρα της κηδείας των θυμάτων μπορεί να σημειώνονται μικρότερης κλίμακας επεισόδια, αλλά όλοι ξέρουν ότι η εμφύλια διαμάχη έχει αρχίσει. Στην πλατεία Συντάγματος εξελίσσονται συγκλονιστικές στιγμές: «Μερικοί άνδρες και γυναίκες άφηναν πρόχειρους ξύλινους σταυρούς στα σημεία που είχε χυθεί το αίμα των θυμάτων. Τα φέρετρα παρατάχτηκαν σε μια γραμμή εκεί όπου τα θύματα των πυροβολισμών της Κυριακής είχαν πέσει. Όλοι γονάτισαν σε σιωπηλή προσευχή. Μερικοί κρατούσαν πανό με το αίμα των θυμάτων».

Η κυβέρνηση Παπανδρέου κλονίζεται, αλλά η διαταγή του Τσώρτσιλ προς τον πρεσβευτή του στην Ελλάδα είναι σαφής: «Ο Παπανδρέου να παραμείνει στη θέση του. Αν επιμένει να παραιτηθεί, θα πρέπει να κλειδωθεί σε ένα δωμάτιο μέχρι να ξαναέρθει στα λογικά του». Παράλληλα τηλεγραφεί στον Σκόμπι: «Είσθε υπεύθυνος διά την τήρησιν της τάξεως εις τας Αθήνας και διά την καταστροφήν όλων των ομάδων ΕΑΜ – ΕΛΑΣ… Εάν τούτο το επιτύχετε χωρίς αιματοχυσίαν, θα είναι κατόρθωμα διά σας, αλλά και με αιματοχυσίαν θα είναι επίσης κατόρθωμα εάν αυτή είναι απαραίτητος».

Τα ψέματα τέλειωσαν. Οι άγγλοι μπαίνουν και ένοπλα στη διαμάχη και τον επόμενο μήνα το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ θα έχει πολλούς αντιπάλους και κανέναν σύμμαχο…

Προηγούμενο άρθροThe Americans (τηλεοπτική σειρά 2013–2018)
Επόμενο άρθροΞαναδίνοντας ζωή στο παιχνίδι
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας