Ο καλός ο σκύλος όλα τα αντέχει

Πάνε είκοσι δύο χρόνια τώρα που ο γερο-Έιπ έσερνε βαριεστημένα τα πόδια του, κάθε Νοέμβριο, στη σκηνή του «Ολύμπιον», για να ξεκλειδώσει το Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Παλιά, δούλευε με αφεντικά που ένα ένα φύγαν, δίνοντας τη θέση τους στην αφεντιά του. Στην αρχή, ήταν ο γαλλο-Μισέλ, που τον είχαν φέρει οι κριτικοί φίλοι του για να δώσει νέα πνοή στις τότε κουρασμένες προβολές, και είχε πάρει τον γερο-Έιπ σαν βοηθό. Δούλεψε εκείνα τα χρόνια, ο μουστάκιας από το Κεμπέκ, τα ’βγαλε τα λεφτά του, ώσπου άρχισαν ν’ αλλάζουν οι ανέμοι και να σκέφτεται πώς θα εξασφαλίσει το βιός του άμα φύγει ο γαλλο-Μισέλ, μην τυχόν και μείνει μόνος και αβοήθητος.

Κούρνιασε, λοιπόν, σε μια γωνιά και περίμενε… Και όταν κάποτε έφυγε η ογκώδης σκιά που τον πλάκωνε, πριν προλάβει ν’ ανασάνει, είδε την ψωνισμένη, ξανθιά, σαν Αμερικάνα, να στέκεται επάνω του και να τον τσαλαπατάει. «Κάνε τούτο, κάνε κείνο» τον είχε, του σούβλιζε συνεχώς την περηφάνια και τον ανδρισμό -η στριγγιά φωνή της καινούργιας αφεντικίνας ήταν χειρότερη από εφιάλτη. Έσκυψε το κεφάλι κι έκανε υπομονή. Την έβλεπε να γλεντοκοπάει, να σπαταλάει τα χρήματα με τους ξένους φίλους της, κι αυτός σώπαινε και ζητούσε απλά ένα μερίδιο για την υπακοή του. Ήξερε ότι ο καλός ο σκύλος όλα τ’ αντέχει…

Γνώριζε επίσης ότι οι ανέμοι άλλαζαν συχνά στα μέρη που δούλευε και ότι, αν συνέχιζε έτσι, δεν ήταν μακριά η μέρα που θα τον έφερνε κλειδούχο στο μαγαζί με τις ταινίες. Πράγματι, ένα πρωί τα νέα από την πόλη είπαν ότι κάποιος Πολ, ψηλός και ωραίος άντρας, είχε αναλάβει το γενικό πρόσταγμα στην περιοχή. Άκουσε ότι λεφτά υπάρχουν, γάβγισε ενάντια στην πρώην αφεντικίνα του, που δεν είχε αφήσει ούτε κοκαλάκι, και βρέθηκε να παίρνει μορφή και ύφος μαντρόσκυλου. Τώρα, το μεγάλο αφεντικό ήταν ο Πολ, αυτός έβγαζε τους νόμους για τις ταινίες. Συμφώνησε να φύγουν οι ελληνικές ταινίες απ’ το μαγαζί, πούλησε υπάρχοντα κι αξιοπρέπεια στον πρώτο περαστικό παλιατζή, όπως έκανε όλη η χώρα, και στρογγυλοκάθισε στο γραφείο των αποφάσεων. Κατέβασε μερικές γουλιές απ’ το ουίσκι του, βγήκε στη σκηνή τού «Ολύμπιον» και άρχισε να πυροβολεί τους αντιπάλους του, κανονικά και με τον νόμο.

Ο γερο-Έιπ ξαφνικά ένιωσε να βαραίνει. Οι δυνάμεις του είχαν αρχίσει να τον εγκαταλείπουν. Τόση προσπάθεια, τόση μοναξιά… Είδε πίσω από τις κουίντες να σαλεύουν κάτι σκιές που δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει. Ήταν φίλοι που έπαιζαν τον ίδιο ρόλο που έπαιξε αυτός κάποτε, ήταν μια αόρατη απειλή, κάτι σαν πρόσκληση σ’ έναν άγνωστο κόσμο; «Όλα μάταια, μάταια και περιττά», ψέλλισε, αφήνοντας να του ξεφύγει ένα πονεμένο γρύλισμα.

ΥΓ.: Όπως σε κάθε ταινία, πάσα ομοιότητα με πρόσωπα και γεγονότα είναι εντελώς συμπτωματική.