Οφείλουμε να τρώμε ελάχιστα για να προστατευτούμε

Οφείλουμε να τρώμε ελάχιστα για να προστατευτούμε

Η μείωση των θερμίδων που καταναλώνει κανείς σε καθημερινή βάση μπορεί να παρατείνει τη ζωή, αναφέρει η Επιθεώρηση της Αμερικανικής Ιατρικής…Εταιρείας.

Η σχετική μελέτη έδειξε ότι ο περιορισμός των θερμίδων για μόλις 6 μήνες ελαττώνει τις βλάβες στο DNA, «ρίχνει» τη σωματική θερμοκρασία και μειώνει την ινσουλίνη, επιβραδύνοντας έτσι την διαδικασία του γήρατος.

Η μελέτη αυτή, στην οποία συμμετείχαν 48 υγιείς αλλά υπέρβαροι (όχι παχύσαρκοι) εθελοντές, είναι η πρώτη που εξετάζει σε ανθρώπους τον περιορισμό των θερμίδων ως μέθοδο παράτασης της ζωής.

Όπως εξήγησε στο Ρόιτερς ο επικεφαλής ερευνητής Δρ. Έρικ Ραβούσιν, από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Λουϊζιάνα, στο Μπατόν Ρουζ, είναι πολλές οι μελέτες σε ζώα που έχουν δείξει ότι ο περιορισμός των θερμίδων αυξάνει το προσδόκιμο επιβίωσης. Ωστόσο, έμενε να διευκρινισθεί εάν ανάλογο όφελος υπάρχει και για τους ανθρώπους.

Στη νέα μελέτη, που διήρκησε 6 μήνες, οι εθελοντές χωρίσθηκαν σε τέσσερις ομάδες. Η πρώτη ήταν η ομάδα ελέγχου (με αυτήν συγκρίθηκαν οι άλλες τρεις) και οι εθελοντές που την απάρτιζαν έτρωγαν φυσιολογικά.

Οι εθελοντές της δεύτερης ομάδας έτρωγαν 25% λιγότερες θερμίδες απ’ όσες χρειαζόταν καθημερινά ο οργανισμός τους.

Οι εθελοντές της τρίτης ομάδας, μείωσαν κατά 12,5% τις ημερήσιες θερμίδες τους και γυμνάζονταν, ώστε να αυξήσουν κατά 12,5% τις ημερήσιες καύσεις τους.

Και οι εθελοντές της τέταρτης ομάδας ακολούθησαν μία διατροφή με πάρα πολύ λίγες θερμίδες – άρχισαν από 890 θερμίδες την ημέρα και καθώς περνούσε ο καιρός τις αύξαναν σταδιακά ώστε να διατηρήσουν μια απώλεια βάρους της τάξης του 15%.

Έπειτα από 6 μήνες, οι εθελοντές της ομάδας ελέγχου είχαν χάσει περίπου 1% από το αρχικό σωματικό βάρος τους. Ωστόσο, αυτοί στην δεύτερη και στην τρίτη ομάδα που περιόρισαν τις θερμίδες τους, με ή χωρίς γυμναστική, έχασαν το περίπου 10% του αρχικού βάρους τους. Όσοι τέλος ακολούθησαν την διατροφή με τις πολύ λίγες θερμίδες, έχασαν το 14%.

Διαπιστώθηκε επίσης ότι όλοι οι εθελοντές που περιόρισαν τις θερμίδες τους είχαν χαμηλότερα επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα όταν ήταν νηστικοί και χαμηλότερη σωματική θερμοκρασία απ’ ότι οι εθελοντές της ομάδας ελέγχου.

«Η σωματική θερμοκρασία και τα επίπεδα της ινσουλίνης αποτελούν δείκτες της μακροζωίας, όπως το γκριζάρισμα των μαλλιών και οι ρυτίδες αποτελούν δείκτες της γήρανσης», εξήγησε ο δρ Ραβούσιν.

«Πολλές μελέτες σε ζώα και ανθρώπους έχουν δείξει ότι όσοι έχουν χαμηλότερη σωματική θερμοκρασία ζουν περισσότερο – το ίδιο και όσοι έχουν χαμηλά επίπεδα ινσουλίνης όταν είναι νηστικοί», πρόσθεσε.

Ένα άλλο σημαντικό εύρημα, κατά τον δρα Ραβούσιν, ήταν ότι στους εθελοντές με μείωση των ημερήσιων θερμίδων υπήρξαν λιγότερες βλάβες του DNA.

«Μία από τις πολλές θεωρίες της γήρανσης είναι ότι όσο περισσότερες βλάβες συμβαίνουν στο γενετικό υλικό – στο DNA – τόσο επισπεύδεται», είπε. «Οι καπνιστές λ.χ. παθαίνουν πολλές τέτοιες βλάβες, γι’ αυτό και γερνάνε πρόωρα – κάτι που είναι ιδιαιτέρως εμφανώς στο πρόσωπο των μεσηλίκων καπνιστών. Ωστόσο, είναι η πρώτη φορά που διαπιστώνεται ότι ο περιορισμός των θερμίδων μπορεί να ελαττώσει τις βλάβες του DNA».